Αλγερινή Επανάσταση… 1954-1962 – Η συμμετοχή Ελλήνων Αγωνιστών

γράφει στο peripteron.eu ο Βαγγέλης Πάλλας, ∆ηµοσιογράφος – Ερευνητής – Αναλυτής IFJ / SPJ

Όταν την 1η Νοεμβρίου 1954 άρχισε η Αλγερινή Επανάσταση, στην Αφρική υπήρχαν ελάχιστα κράτη. Η Νότια Αφρική στα χέρια των λευκών του «απαρτχάιντ»· η Λιβερία, στην πραγματικότητα αποικία των ΗΠΑ η Αιθιοπία του Χαϊλέ Σελασιέ το 1951 προστέ­θηκε η Λιβύη του βασιλιά Ιντρίς. Το 1952 η Αίγυπτος είχε αρχίσει την επίπονη πορεία της προς την εθνική απελευθέρωση, με επικε­φαλής τον Νάσερ. Τον ίδιο χρόνο στην Κένια εξεγείρονται οι Μάου-Μάου, με επικεφαλής τον Γιόμο Κενιάτα, κατά των Εγγλέζων.

Τα πρώτα επαναστατικά γεγονότα δεν συγκίνησαν πολύ κό­σμο. Λίγοι κατάλαβαν ότι αυτή τη φορά ήταν η Επανάσταση, η μεγάλη Επανάσταση. Οι Γάλλοι νόμισαν ότι γρήγορα θα καταπνί­ξουν άλλη μια εξέγερση. Οι παλιότεροι πολιτικοί σχηματισμοί των Αλγερινών είδαν την ένοπλη εκδήλωση με δυσπιστία και το μεγάλο μέρος του αλγερινού λαού με έκπληξη.

Ο απελευθερωτικός αγώνας θα κρατήσει 7 χρόνια, 4 μήνες και 18 μέρες μέχρι να κερδηθεί η ανεξαρτησία. Ένα εκατομμύριο Αλ­γερινοί νεκροί, τριακόσιες χιλιάδες πρόσφυγες στις γειτονικές χώ­ρες και δύο εκατομμύρια ξεσπιτωμένοι θα είναι η μεγάλη θυσία. Ο γαλλικός ιμπεριαλισμός έριξε όλες του τις δυνάμεις για να «ειρη­νεύσει» την αφρικανική χώρα, την οποία επίσημα δεν θεωρούσε αποικία αλλά γαλλική επαρχία που την χώριζε από τη μητρόπολη ένα φαρδύ ποτάμι σαν τη Μεσόγειο.

Το παράδειγμα των Αλγερινών συντάραξε όλες τις αποικίες. Για πρώτη φορά ένας αφρικανικός λαός κρατάει χρόνια επανάστα­ση. Η γαλλική αυτοκρατορία διαλυόταν στην Αφρική, όπως πριν από λίγο είχε διαλυθεί στην Ινδοκίνα. Για να αποφύγει νέες εξε­γέρσεις που θα οδηγούσαν σε γενίκευση της επανάστασης του 1954, η Γαλλία παραχωρεί την ανεξαρτησία στις δυο γειτονικές χώρες, το Μαρόκο και την Τυνησία. Το 1958 η Γαλλία προσπαθεί να μετα­βληθεί σε κοινότητα κρατών. Πρώτη απαντά ΟΧΙ στο δημοψήφι­σμα του στρατηγού Ντε Γκολ η Γουινέα και γίνεται ανεξάρτητη. Το 1960 δέκα γαλλικές αποικίες, μία αγγλική (η Νιγηρία), μία βελγική (το Κονγκό) και μία αγγλοϊταλική (η Σομαλία) απελευθερώνονται. Το 1961 ακολουθούν η Σιέρα Λεόνε και η Ταγκανίκα. Όταν το 1963 ιδρύεται ο Οργανισμός Αφρικανικής Ενότητας, περιλαμβάνει τριάντα δύο ανεξάρτητα αφρικανικά κράτη ως μέλη.

Η Αλγερινή Επανάσταση επηρέασε αποφασιστικά αυτή την εξέλιξη. Οι παλιές ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις -Γαλλία, Αγγλία, Βέλγιο και αργότερα Ισπανία, Πορτογαλία- εγκαταλείπουν το αποικιακό τους σχήμα και προσπαθούν με νέες μεθόδους να συγκρατήσουν την επιρροή τους. Αρχίζει μια άλλη ιστορία.

Όμως η Αλγερινή Επανάσταση δεν επηρέασε μόνο την Αφρική αλλά και ολόκληρη την Ευρώπη. Ιδιαίτερα βέβαια την αριστερά, που βρέθηκε μπροστά σε δίλημμα αν θα υποστηρίξει η όχι αυτή την επανάσταση. Το πρόβλημα όμως ήταν τραγικό στην ίδια τη Γαλλία, όπου δρούσε ελεύθερα η αριστερά όλων των τάσεων. Για το Σοσιαλιστικό Κόμμα η εκλογή δεν ήταν τόσο δύσκολη: αφού στην αρχή μίλησε περί ειρήνης, όταν ανέβηκε στην κυβέρνηση αμέσως ταυτίστηκε με τις πιο ακραίες αποικιοκρατικές θέσεις. Ο ηγέτης του Γκι Μολέ (Guy Mollet) ζήτησε, ως πρωθυπουργός, στις 12 Μαρ­τίου 1956 να ψηφιστούν τα «έκτακτα μέτρα» της καταστολής. Το ΚΚΓ ψήφισε υπέρ των μέτρων. Πίστευε εκείνη τη στιγμή ότι η σο­σιαλιστική κυβέρνηση του Γκι Μολέ θα μπορούσε να υποστηρίξει μερικές θέσεις της εξωτερικής πολιτικής της ΕΣΣΔ, κι επομένως έπρεπε να διατηρηθεί στην εξουσία. Από την άλλη πλευρά, θεω­ρούσε ότι η Αλγερινή Επανάσταση ήταν εθνικιστική και συνεπώς δεν είχε λόγους να την υποστηρίξει. Η απελευθέρωση των αποικιών θα γινόταν αυτόματα εάν το ΚΚΓ γινόταν κυβέρνηση της Γαλλίας. Έτσι δεν υπήρχε κανένας λόγος να ξεσηκώνονται οι αποικίες.

Την τιμή της αριστεράς σώζουν μερικοί σοσιαλιστές που υπερασπίζουν την Αλγερινή Επανάσταση: μερικοί αριστεροί χριστιανοί που συγκεντρώθηκαν γύρω από το περιοδικό Χριστιανικές Μαρτυρίες, μερικοί διανοούμενοι σαν τον Ζανσόν (jeanson), αλλά προπαντός το Διεθνιστικό Κομουνιστικό Κόμμα (τροτσκιστές), που υποστηρίζει τη μόνη καθαρή διεθνιστική γραμμή. Τάσσεται υπέρ της πλήρους ανεξαρτησίας της Αλγερίας και της ήττας της ιμπε­ριαλιστικής Γαλλίας στον αποικιακό πόλεμο – γραμμή διεθνιστικής αλληλεγγύης που θα υποστηριχτεί και από ολόκληρη την Τέ­ταρτη Διεθνή τότε.

Επικεφαλής της Τέταρτης Διεθνούς βρίσκεται ο έλληνας Μι­χάλης Ράπτης (Πάμπλο), που θα συμβάλει αποφασιστικά στη συ­νεργασία με το απελευθερωτικό κίνημα. Γιατί σε λίγο το ζήτημα μπαίνει πρακτικά και όχι μόνο θεωρητικά-πολιτικά. Μέχρι που φτάνει η βοήθεια; Υπήρξαν δισταγμοί σε αυτό το ζήτημα. Αλλά το μεγάλο μέρος υποστήριξε βοήθεια μέχρι την τελευταία συνέ­πεια. Διεθνιστική αλληλεγγύη σήμαινε, εκείνη τη στιγμή, βοήθεια σε όλα τα επίπεδα, πλήρη συνεργασία με το FLN.

Στον κόσμο των σύγχρονων επιχειρήσεων και του αδυσώπητου ανταγωνισμού, ο τομέας των «Logistics» έχει ένα ρόλο κλειδί στο κυνήγι της «αποδοτικότητας». Οι προτεραιότητες της ελάφρυνσης των γενικών εξόδων της παραγωγής (αποθήκευση, χώροι καταγρα­φής, ελέγχου κτλ.), της πληρέστερης εκμετάλλευσης τμημάτων του κεφαλαίου και της εργασίας, της καλύτερης διαχείρισης του χρό­νου σε όλα τα στάδια μέχρι την κατανάλωση προσέδωσαν ένα μέ­γιστο ειδικό βάρος στις τεχνικές των «Logistics».

Ο όρος έλκει ωστόσο την καταγωγή του από το γενικότερο πλαίσιο του πολέμου. Η επιμελητεία, όπως αποδίδεται ο όρος lo­gistics ή logistique, αποτέλεσε ιστορικά υπηρεσία του οργανωμένου στρατού. Οι πόλεμοι κρίνονταν και κρίνονται σε μεγάλο βαθμό από την ικανότητα των στρατών να διατηρούν σε ετοιμότητα τα νευραλ­γικά τους τμήματα (όπως τα συστήματα τροφοδοσίας, πολεμοφοδίων, ανεφοδιασμού), ώστε να μπορούν να αντεπεξέλθουν στις αυ­ξημένες ανάγκες των συγκρούσεων. Είναι ήδη ορατές οι αναλογίες που υπαινισσόμαστε: παραγωγή και πόλεμος, ανταγωνισμός και σύγκρουση, τα κόστη είναι το κρίσιμο μέγεθος.

Η εκπληκτική ιστορία που αφηγείται ο Δημήτρης Λιβιεράτος σε αυτό το βιβλίο αναπτύσσεται με φόντο τις πολεμικές επιχειρήσεις που ακολούθησαν το ξέσπασμα της Αλγερινής Επανάστασης κατά των γάλλων αποικιοκρατών (1954-1962). Είναι η ιστορία της κατα­σκευής και οργάνωσης ενός εργοστασίου παραγωγής πολεμικού υλικού στο Μαρόκο, σε συνθήκες παρανομίας, για τις ανάγκες του Εθνικού απελευθερωτικού Στρατού (ALN). Το εργοστάσιο αυτό της Δυτικής Επιμελητείας (Logistique Quest) έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην νίκη της επανάστασης σε μια κρίσιμη καμπή του αγώνα.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Το 1958, στην Ελλά­δα, ο Δημήτρης Λιβιεράτος δραστηριοποιείται πολιτικά στο πλαίσιο του Σοσιαλιστικού Συνδέσμου. Ο Σοσιαλιστικός Σύνδεσμος, όπως και η Σοσιαλιστική Νεολαία, αποτελούσαν μικρές νόμιμες εκφράσεις της αριστεράς αλλά με ευρύτερη απήχηση. Η κυριαρχία της ΕΔΑ είναι αδιαμφισβήτητη. Το Τροτσκιστικό Διεθνιστικό Κόμ­μα είναι μια μικρή οργάνωση διακοσίων περίπου ατόμων, με ευ­ρύτερο κύκλο συμπαθούντων, η οποία εκδίδει το Μαρξιστικό Δελτίο και την εφημερίδα Εργατική Πάλη. Το 1959, σε μια περίοδο ύφεσης της δράσης του Σοσιαλιστικού Συνδέσμου, η ηγεσία της Τέταρτης Διεθνούς, με την οποία συνδεόταν πολιτικά ο Δημήτρης Λιβιεράτος, τον καλεί στο εξωτερικό για να βοηθήσει στις προσπάθειες για την αυτοδύναμη οργάνωση των συντρόφων από τις αποικίες. Ήταν η αποφασιστική στιγμή κατά την οποία τέθηκε επί τάπητος το ζήτημα της Αλγερινής Επανάστασης. Έπρεπε να αποφασιστεί η στάση που θα κρατούσε η Τέταρτη Διεθνής σε εκείνη την κρίσιμη καμπή του απελευθερωτικού αγώνα των Αλγερινών, που είχαν εξε­γερθεί από τον Νοέμβριο του 1954.

Ήδη από το τρίτο συνέδριο της Τέταρτης Διεθνούς είχε σχηματιστεί μια πλειοψηφία από αντιπροσώπους των αποικιοκρατούμενων χωρών. Ο Μιχάλης Ράπτης (Πάμπλο), που ήταν τότε γραμματέ­ας της Διεθνούς, είχε την άποψη ότι αυτό το γεγονός έκρυβε από μόνο του μια νέα δυναμική και υποδείκνυε την πολιτική γραμμή που έπρεπε να ακολουθηθεί. Οι θέσεις του γρήγορα επικράτησαν. Η Τέταρτη Διεθνής υποστήριξε πολιτικά και πρακτικά πολλές επαναστάσεις κατά της αποικιοκρατίας (των Μάου-Μάου, της Βολιβίας και του Μαρόκου), αλλά στην περίπτωση της Αλγερινής Επανάστα­σης κράτησε την πιο αποφασιστική στάση: έμπρακτη υποστήριξη «μέχρι την τελευταία συνέπεια».

Σύντομα το ζήτημα τέθηκε και πρακτικά. Οι γαλλικές μυστικές υπηρεσίες εξάρθρωσαν τα διεθνή δίκτυα από τα οποία προμηθευό­ταν όπλα ο αλγερινός απελευθερωτικός στρατός (ALN). Ο Μιχάλης Ράπτης ήταν της άποψης ότι ο στρατός μπορούσε να κατασκευάσει όπλα με δικά του μέσα. Η ηγεσία του FLN συμφώνησε κάποια στιγμή και το σχέδιο άρχισε να υλοποιείται. Με τη βοήθεια του μηχανισμού της Τέταρτης Διεθνούς, οργανώθηκε σε όλη την Ευρώ­πη ένα δίκτυο προμήθειας υλικών. Παράλληλα έγινε προσπάθεια να μεταβούν στο Μαρόκο ειδικοί τεχνικοί. Εκεί, με την ανοχή του επίσημου κράτους, θα κατασκευάζονταν τα εργοστάσια παραγω­γής πολεμικού υλικού. Τη ριψοκίνδυνη αυτή επιχείρηση ανέλαβε να συντονίσει και να φέρει σε πέρας ο Δημήτρης Λιβιεράτος για λογαριασμό της Γραμματείας της Τέταρτης Διεθνούς: Κατάφερε να οργανώσει με ασφάλεια τη μετάβαση στο Μαρόκο τριάντα πε­ρίπου συντρόφων από όλο τον κόσμο, κάτω από τη μύτη των μυστι­κών υπηρεσιών του Ντε Γκολ και των συνεργαζόμενων χωρών. Στη συνέχεια επέβλεψε κάθε φάση υλοποίησης του σχεδίου και ήταν ο πρόεδρος της επιτροπής παράδοσης στον απελευθερωτικό στρατό της πρώτης παρτίδας των οπλοπολυβόλων που παρήγαγε το εργο­στάσιο.

Μια πολυπολιτισμική ομάδα τετρακοσίων περίπου ατόμων (συνολικά) -Αλγερινοί, Ευρωπαίοι, Λατινοαμερικάνοι, διωγμένοι από τα καθεστώτα των χωρών καταγωγής τους- κατόρθωσαν, δου­λεύοντας σκληρά για μήνες σε συνθήκες μυστικότητας και ρίσκου, να συνταιριάξουν τις διαφορετικές κουλτούρες τους σε αυτή την απίστευτη εμπειρία της παραγωγής του «θρυλικού ΡΜ», του οπλο­πολυβόλου της Αλγερινής Επανάστασης.

Η ιστορία του βιβλίου ξεκινάει με την άφιξη του Δημήτρη Λιβιεράτου στην Καζαμπλάνκα, σε μια ακόμη επίσκεψη του από τότε που ξεκίνησε η παραγωγή του πολεμικού υλικού στα εργοστά­σια της Επιμελητείας. Ένα ασυνήθιστο επεισόδιο έχει συμβεί στην Επιμελητεία. Μετά από μιας μεγάλης κλίμακας προδοσία, για λό­γους ασφαλείας το εργοστάσιο πρέπει να μεταφερθεί στο Μαρόκο (στην Μπούσνικα). Η αιφνίδια αυτή αναστάτωση έχει σαν συνέπεια την κατακόρυφη πτώση του ηθικού των εργατών και το ξέσπασμα ανταγωνισμών μεταξύ των στελεχών-μελών της Οργάνωσης του FLN, αλλά και μεταξύ των «ξένων» συντρόφων. Αυτή είναι η κατά­σταση που πρέπει να αντιμετωπίσει φτάνοντας σιο εργοστάσιο ο Δημήτρης Λιβιεράτος (ο «μεσιέ Ντενί» για τις στοιχειώδεις ανάγκες συνωμοτικότητας).

Αφηγούμενος τις διεργασίες για το ξεπέρασμα της κρίσης, θα μας μιλήσει για το ζήτημα των πολλαπλών ταυτοτήτων που έχουν οι επαναστάτες-εργάτες, οι οποίες αναδύονται με διάφορους συνδυα­σμούς κάθε φορά για να πυροδοτήσουν νέες συγκρούσεις, βάζον­τας έτσι σε κίνδυνο τον τελικό στόχο, την Επανάσταση. Μέσα από την πολιτική διαφωνία προβάλλουν διάφοροι «εθνικοί» ανταγωνι­σμοί: η κουλτούρα και οι παραδόσεις των «ντόπιων» εργατών δεν είναι πάντοτε συμβατά στοιχεία με τους «ορθολογικούς στόχους» και τα «πλάνα παραγωγής» του εργοστασίου, ή με τους αφόρητα πιεστικούς χρόνους. Το ζήτημα της διαχείρισης του χρόνου προ­σκρούει σε μιαν άλλη αντίληψη, ενός χρόνου περίπου «κυκλικού», που στα μάτια του (δυτικού) παρατηρητή διακόπτεται από τις στιγ­μές της προσευχής και του διαλογισμού.

Μοιραία, όλες οι παραπάνω συγκρούσεις θα έπαιρναν κάποια στιγμή συγκεκριμένο περιεχόμενο: ποια ομάδα θα είχε τον έλεγχο της διεύθυνσης του εργοστασίου. Ανέκυπτε λοιπόν το ζήτημα της «εξουσίας» και, πιο συγκεκριμένα, ποιος «συσχετισμός» θα έλεγχε τη γενική συνέλευση, το υπέρτατο όργανο της αυτοδιαχειριζόμενης εργοστασιακής μονάδας. Αλλά και τα επιμέρους «κέντρα» δουλειάς διευθύνονταν και συντονίζονταν από τακτική μηνιαία γενική συνέ­λευση, η οποία συνερχόταν παρά τις όποιες δυσκολίες, ακόμα κι αν οι μεταξύ των «κέντρων» αποστάσεις συχνά ξεπερνούσαν τα εκατό χιλιόμετρα. Η γενική συνέλευση, όπως την περιγράφει ο Λιβιεράτος, είναι ένας ζωντανός οργανισμός. Οι πλειοψηφίες και οι μειο­ψηφίες εναλλάσσονται σε μια ποικιλία θεμάτων, όχι αποκλειστικά τεχνικών ή της τρέχουσας καθημερινότητας: κολεκτιβιστική ή όχι διεύθυνση, εθνική ή προλεταριακή επανάσταση, κι ακόμη, αποι­κιακή ή ευρωπαϊκή προλεταριακή επανάσταση. Εξαντλητικές συ­ζητήσεις που κρατούν μέχρι και δώδεκα ώρες, καθώς πρέπει να μεταφράζονται παράλληλα οι απόψεις όλων όσοι συμμετέχουν. Ωστόσο, «άλλο πράγμα να συζητάς για την επανάσταση από τα βιβλία, τα χαρτιά, τα κείμενα, να την φαντάζεσαι όπως εσύ θέλεις, και άλλο να την ζεις, με την καθημερινή της ρουτίνα, με τα ανθρώ­πινα ελαττώματα της», σχολιάζει ο συγγραφέας, για να μας προ­σγειώσει στα αδιέξοδα στα οποία μπορεί συχνά να καταλήξει η μετάβαση από τη θεωρία στην πράξη, τότε και πάντα.

Αντιμετωπίζοντας μερικά από τα παραπάνω «αδιέξοδα» της εργοστασιακής μονάδας της Δυτικής Επιμελητείας, ο Λιβιεράτος θα έχει την ευκαιρία να σχολιάσει με διεισδυτικότητα κάποιες πα­ραμέτρους των γεγονότων. Αφήνοντας κατά μέρος την αφήγηση, καταγράφει τις σκέψεις του για τη γενικότερη πολιτική κατάσταση της εποχής, για τις τεχνικές της κυριαρχίας των γάλλων αποικιοκρα­τών, για τις διαφορές στην «προλεταριακή παράδοση» Δύσης και Ανατολής, για τη διαφορετικότητα που σηματοδοτεί η προσφώνηση πότε «σύντροφε» και πότε «αδελφέ» από τα μέλη της «κοινότητας» του εργοστασίου, για τον κίνδυνο της διαφθοράς των επαναστατών από το χρήμα και τις συνήθειες που αυτό υπαγορεύει.
Με αφορμή τα σύντομα ταξίδια του για τις ανάγκες επίλυσης της κρίσης, στην Ευρώπη (Λονδίνο) και πάλι πίσω στο Μαρόκο, θα δώσει εξαιρετικά περιεκτικές περιγραφές, πότε του βορειοαφρικανικου τοπίου της υπαίθρου και των πόλεων, και πότε των εργατικών συνοικιών του Λονδίνου.

Τελικά, οι εντάσεις μεταξύ των εργατών θα διευθετηθούν, κα­θώς η δυναμική του εγχειρήματος και οι αδιάκοπες προσπάθειες του Δημήτρη Λιβιεράτου θα συμβάλουν ώστε «να γίνουν επιτέλους ομάδα», όπως χαρακτηριστικά σημειώνει κάπου ο συγγραφέας, δηλαδή να καταλάβουν ότι αποτελούν συστατικά μέρη μιας «ολό­τητας» που αναπτύσσεται με ένα μόνο σκοπό: την Απελευθέρωση. Αυτό είναι το «νόημα» που θα αμβλύνει τις διαφορές, θα ανασύρει τα κρυμμένα αποθέματα δύναμης και πίστης, διευκολύνοντας την συνεννόηση. (Χαρακτηριστικό είναι το στιγμιότυπο όπου ο Βικτόρ και ο Αλ καταφέρνουν να συζητήσουν τεχνικές λεπτομέρειες της παραγωγής χωρίς να καταλαβαίνουν ο ένας τη γλώσσα του άλλου.)

Η ιστορία θα έχει αίσιο τέλος. Το εργοστάσιο της Δυτικής Επιμελητείας θα ολοκληρώσει το «πλάνο παραγωγής» του. Όχι χωρίς κινδύνους και απώλειες, καθώς το Κόκκινο Χέρι (μυστική υπηρεσία του Ντε Γκολ) καραδοκεί, περιμένοντας το μοιραίο λά­θος. Κάτι τέτοιο όμως δεν θα συμβεί, χάρη και στο άγρυπνο μάτι του «Γκαμπ», που δεν είναι άλλος από τον Μιχάλη Ράπτη (Πάμπλο), το ιστορικό ηγετικό στέλεχος της Τέταρτης Διεθνούς, ο οποίος, από την Ευρώπη, μαζί με τη σύντροφο του Έλλη (Δυοβουνιώτη), αναλύει τις πληροφορίες, σχεδιάζει με προσοχή και κατευ­θύνει από μακριά κάθε βήμα της παράτολμης αυτής επιχείρησης.

(Στοιχεία δανείστηκα από το βιβλίο του Δημ. Λιβιεράτου «το αόρατο εργοστάσιο της επανάστασης»)