Αναμνήσεις… στο δρόμο
γράφει στο peripteron.eu ο Βαγγέλης Πάλλας, ∆ηµοσιογράφος – Ερευνητής – Αναλυτής IFJ / SPJ
Ο Ντίνος περπατούσε πάντα με τα μάτια χαμηλωμένα στο δρόμο. Μετρούσε τις γραμμές του πεζοδρομίου, τη μια δίπλα στην άλλη και κάπως ανακουφίζοταν. Μια μέρα είχε φτάσει μέχρι το χίλια και παρασύρθηκε τόσο στο μέτρημα που χάθηκε στο δρόμο. Σήκωσε τα μάτια στα περαστικά κτίρια και ένιωσε ότι το μπετόν θα τον ρουφούσε. Ξαναχαμήλωσε το βλέμμα και συνέχισε την πορεία του με το μέτρημα.
Είχε καιρό να βρεθεί στο κέντρο τέτοιες μέρες. Περπατούσε αφηρημένος, χαμένος στις σκέψεις του. μέσα στους καπνούς και στα δάκρυα των καπνογόνων, διέκρινε αμυδρά τον εορταστικό στολισμό της καμένης πόλης του… Λαμπιόνια πολύχρωμα που αναβόσβηναν και έκαναν να φαντάζει ακόμη πιο θλιβερό τοπίο με τα καταστραμμένα κτίρια, τα σπασμένα τζάμια, τα καρβουνιασμένα καταστήματα, τις ρημαγμένες ζωές και τα βουρκωμένα μάτια των αναίτιων θυμάτων, λες και οι δαίμονες είχαν στήσει λαμπρό χορό και πανηγύρι πάνω στο πτώμα της δολοφονημένης πόλης… μια μάνα παραπέρα σε ένα δένδρο χριστουγεννιάτικο που μόλις είχαν στήσει στ’ αποκαΐδια του προηγούμενου και το φύλαγαν με όπλα να μην ξανακαεί.
Περπατούσε, περπατούσε, του το ξεκαθάρισε ο γιατρός του, όχι άγχη και στεναχώριες. Οι αναμνήσεις ζωντανεύουν κάθε τόσο και λιγάκι με όλες τις αισθήσεις του. καμιά όρεξη, κανένα κέφι για γιορτές. Κάτι καυτό κύλησε στα μάγουλα, μάλλον από τον καπνό θα είναι σκέφτηκε και σκούπισε με την άκρη των δακτύλων την αρμύρα που του έτσουζε τα μάτια.
Σκέφτηκε ότι παίζουν με την υπομονή και τις αντοχές ενός λαού, κρυμμένοι πίσω από την ασυλία τους. Θεωρούν ότι είναι άκρως φυσιολογικό. Η ζωή των πολιτών να ξεκινά από το πρωί με κατήφεια, να κυλά με μια αγωνία χρεών και να κλείνει μετρώντας κέρματα για το αν θα βγει το καρβέλι της επόμενης ημέρας.
Σκέφτηκε… αυτό δεν είναι ζωή και όσο κι αν θέλουμε να πιστεύουμε ότι υπάρχει ένα πρόγραμμα που θα βγάλει τους τροχούς από την λάσπη. Πάντα αυτές τις μέρες του έφερναν πιότερο θλίψη παρά χαρά στα βάθη του χρόνου και της ηλικίας του σκάλιζε τις στάχτες της ζωής του ψάχνοντας να βρει την αιτία που για αυτόν δεν ήταν γιορτή, αλλά πένθος βαρύ της ψυχής του. γύρω του χαλασμός. Μα ο δικός του νους πάλι αλλού τυρβάζει.
Το θυμήθηκε ξανά. Πάντα τέτοιες μέρες θυμόταν και η μορφή του αναλλοίωτη στο πέρασμα των χρόνων στοίχειωνε το μυαλό και το κορμί του. είναι η γιορτή του, η δική του γιορτή, και ποτέ δεν θα μπορέσει να ξεχάσει τη χαρά του που δοκίμαζε αυτές τις μέρες.
Οι αναμνήσεις του γεμάτες δηλητήριο, εικόνες απαγορευμένες. Εκείνες που θάβει βαθιά στο χώμα με τα στερεότυπα βήματά του. προχωρά στο δρόμο σε ευθεία αποφεύγοντας τα ζιγκ ζαγκ των γραμμών. Σκέφτεται, θέλουν να καταντάς, να συνηθίζεις, να αποδέχεσαι αδιαμαρτύρητα λέγοντας «δόξα τω Θεώ». Σε έφτασαν να μουτζώνεις κάθε πρωί τον εαυτό σου και να κρεμάς με το ζόρι την σημαία της αξιοπρέπειάς σου μεσίστια για να μην κάνεις φασαρία και γίνεις αντιληπτός από την εξουσία.
Σκυφτός προχωρά ο Ντίνος στο διάβα του. με το βλέμμα να σκοτώνει τις ενοχές του για τη ζωή που έζησε και εκείνη που δεν έζησε. Για τα λιμάνια που πρόδωσε και τις άγκυρες που δεν έριξε.
Αυτό δεν είναι ζωή, είναι το όνειρο της εξουσίας που πήραν της εξουσία καταντώντας σε. Σε βάζουν να υπογράφεις δόσεις για χρέη που αυτοί σου φόρτωσαν και αδειάζεις μέσα σου κάθε φορά που στο ταμείο ο υπάλληλος σου λέει «έτσι λέει η νέα διάταξη». Η διάταξη της εξουσίας.
Δεν είμαστε, σκέφτονταν στην δεκαετία του ’50 ούτε του ’60. Την Coca Cola δεν την μυθοποιούμε γιατί το σήμα της ήταν πιο οικείο ακόμα και από την Ελληνική σημαία. Μεγαλώσαμε πληρώνοντας τα δικαιώματά μας ν α κάνουμε ιατρικές εξετάσεις κάθε εξάμηνο και όχι να παρακαλάμε την Παναγία μην μας βρει κάτι και δεν έχουμε νοσηλευτική κάλυψη.
Το πήρε απόφαση, εκεί κοντά σε ένα «τραυματισμένο» παγκάκι κάθισε να ξαποστάσει από το κυνήγι της ζωής του. Εάν περιορίσει στο που θα βρει φτηνό γάλα, φθηνό χαρτί τουαλέτας και μέσον να πάρεις τα φάρμακά σου, τότε κατάντησες. Τότε έχουν ήδη νικήσει.
Το πήρε απόφαση πως δεν πρέπει να σεργιανάς στο δρόμο, γιατί οι αναμνήσεις σε κυνηγούν, έστριψε σε ένα κακοφωτισμένο δρομάκι και ένα δάκρυ μούσκεψε το μάγουλό του…















