Υπάρχουν ευτυχισμένοι τσιγγάνοι;
γράφει στο peripteron.eu ο Βαγγέλης Πάλλας, Δημοσιογράφος – Ερευνητής – Αναλυτής IFJ/SPJ
Τσιγγάνοι, γύφτοι, αθίγγανοι, ευρωπαϊκά Ρομ, όπως τους αναγνωρίζει από το 1970 ο ΟΗΕ. Τους κοιτάμε στα φανάρια, στις λαϊκές αγορές, στο Μοναστηράκι, αλλά σπάνια τους βλέπουμε. Πήγαμε σε ένα καταυλισμό και ρίξαμε μια πιο προσεκτική ματιά στον τρόπο ζωής τους. Και ειλικρινά βρήκαμε ευτυχισμένους τσιγγάνους.
Δεν ξέρουμε και πολλά γι’ αυτούς και οι στατιστικές μοιάζουν να ξέρουν τα λιγότερα απ’ όλους. Στο μόνο συμπέρασμα που μπορείς να καταλήξεις χωρίς μεγάλα περιθώρια λάθους είναι ότι οι περισσότεροι δεν έχουν πάει σχολεία και εξακολουθούν να μην πηγαίνουν και ότι ο αναλφαβητισμός κυμαίνεται κάπου ανάμεσα στο 30-40 % (εκπληκτική ακρίβεια) ότι και αν έχουν σχεδόν μόνιμους τόπους διαμονής, τους περίφημους καταυλισμούς, δεν έχουν φως, νερό, τηλέφωνο, αλλά μόνο άφθονες υποσχέσεις ότι στη Θράκη είναι γύρω στους 28.000 και ότι η παιδική θνησιμότητα αγγίζει το 60%. Επίσης ότι στις 16 Δεκεμβρίου είναι η Μέρα Μνήμης του Ολοκαυτώματος των Τσιγγάνων, η μέρα που οι πρώτοι τσιγγάνοι από το Βελιγράδι πέρασαν την πόρτα του Άουσβιτς, που και αυτό έχει περάσει κάπου στα ψιλά γράμματα της ιστορίας.
Αλλά εκείνο που θετικά γνωρίζουμε είναι ο τρόπος που τους αντιμετωπίζουμε. Συγκινούμαστε αφόρητα με τα τσιγγάνικα βιολιά, το φλαμένγκο, που και σ’ αυτό έχουν βάλει το χεράκι τους, την τσιγγάνικη μουσική γενικότερα, και αν υπάρχει και κάνας Μπρέγκοβιτς εκεί γύρω ανεβαίνουν περισσότερο στην υπόληψή μας. Θαυμάζουμε την ικανότητά τους να στήνουν γλέντια με το τίποτα, μας συνεπαίρνει το ελεύθερο ταμπεραμέντο τους και η ικανότητά τους για διαρκή μετακίνηση, ένα πρότυπο ελευθερίας έξω, από την πόρτα μας, συγκινούμαστε όταν ο Παπαθανασίου ανακαλύπτει τον Σαλέα, κάπου βρίσκουμε πολύ γραφικό (έχει αρχίσει να με ενοχλεί αυτή η λέξη) το «να σε πω τη μοίρα σου, να σε πω το ριζικό σου», αλλά οι σχέσεις μας σταματάνε μόλις περάσουμε το στάδιο αγοράς ζαρζαβατικών, πλαστικής καρέκλας ή χαλιού. Από εκεί και πέρα ξαναγίνονται οι παλιοί γνωστοί «γύφτοι» -δεν πιστεύω ο αντιρατσιστής εαυτός σας να έχει τόσο κακή μνήμη- που είναι κλασικά τεμπέληδες, κλασικά βρομιάρηδες, κλασικά κλέφτες, προσφάτως έμποροι ναρκωτικών και μέλη της νεοανακαλυφθείσης «τσιγγάνικης μαφίας», που άλλοτε πουλάει τα μωρά κοψοχρονιά, άλλοτε κλέβει αυτοκίνητα και είμαι σίγουρος ότι και κάτι ακόμα θα βρεθεί στην πορεία. Αλλά, ενώ θαυμάζουμε το ελεύθερο πνεύμα τους και τη μουσική τους, δεν θα τους θέλαμε και πάρα πολύ κοντά μας. Θα ήταν απείρως καλύτερα να τα θαυμάζαμε όλα αυτά από λίγο πιο μακριά, δυο χιλιάδες χιλιόμετρα είναι μια αρκετά ασφαλής απόσταση, και αν πρόκειται να πάνε σχολείο, θα ήταν καλό να μην είναι το σχολείο που θα πηγαίνουν τα δικά μας παιδιά, όσο για τους καταυλισμούς τους, δίπλα σε κάποια χωματερή είναι το ιδανικό μέρος για να στηθούν.
Μπορεί να συγκινηθούμε αντιρατσιστικά όταν τα παιδοβούβαλα των ΕΚΑΜ μπουκάρουν στους καταυλισμούς τους και ψάχνουν για κρυμμένους Βιετκόγκ -συγγνώμη άλλη ταινία είναι αυτή- λίγο λιγότερο όταν κάποιο όπλο «εκπυρσοκροτεί» με καταπληκτική ευστοχία, φωνάζουμε όλοι μαζί «ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΤΣΙΓΓΑΝΟΙ» -όμοια και το ζεύγος Σημίτη όταν ακροάζονταν τα παραδοσιακά μας κάλαντα- και μετά ο κάθε κόσμος συνεχίζει ξεχωριστά την πορεία του, γιατί δεν θα ασχολούμαστε και με τους γύφτους όλη την ώρα.
Αλλά και κατ’ ουσίαν δεν ξέρουμε τίποτα γι’ αυτούς, για το πως ζούνε, πως σκέφτονται, ποιες από τις περιγραφές απεικονίζουν την πραγματικότητα, κάτι παραπάνω από την καθημερινή τους ζωή. Μπήκαμε σε έναν καταυλισμό, στο χωριό Σοφάδες στη Θεσσαλία, και μάθαμε κάποια πράγματα με χαρακτηριστική άνεση, γιατί με το που πλησιάσαμε, αυτοί φώναξαν να μας κεράσουν καφέ, να μας δείξουν τα σπίτια τους και τα παιδιά τους. «Δεν πιστεύω ότι θα σε δεχτούν έτσι σε όποιο μέρος της Ελλάδας και να πας».
Αυτός ο καταυλισμός δεν έχει αντίσκηνα, αλλά σπίτια, αν και θέλει μεγάλο θράσος για να τα πεις έτσι, σύμφωνα με τα δικά μας πρότυπα τουλάχιστον. Έχουν παράγκες και προφανώς είναι μόνιμος καταυλισμός. Οι παράγκες είναι φτιαγμένες με ό,τι υλικό μπορείς να φανταστείς, βρίσκουν ένα κούφωμα, μια μπαλκονόπορτα, τη βάζουν. Δίπλα βάζουν έναν τσίγκο. Δίπλα ένα κασόνι. Περισσεύει μια τρύπα, βάζουν μια κουβέρτα. Από πάνω βάζουν ένα νάιλον για να έχουν φως. Κάνουν κάτι απίθανες κατασκευές.
Όλες οι παράγκες έχουν ένα χώρο, είναι στρωμένες κάτω με χαλιά, και πού και πού, στις καλύτερες των περιπτώσεων, βρίσκεις κάνα ντιβάνι. Από ό,τι καταλάβαμε, όλοι όσοι μένουν στην παράγκα, ο μπαμπάς, η μαμά, η γιαγιά, κάποιοι απίθανοι συγγενείς και πάρα πολλά παιδιά, έχει ο καθένας το χαλάκι του και κοιμάται κάτω. Στη μέση κάθε παράγκας βρίσκεται η σόμπα. Είναι φτιαγμένη από θερμοσίφωνα κομμένο στη μέση. Κολλάνε με ηλεκτροκόλληση ένα σίδερο που ανοίγει και κλείνει για να βάζεις τα ξύλα και υπάρχει και ένα μπουρί. Λίγο-πολύ αυτή την πατέντα την έχουν κάνει όλοι. Αυτοί που έχουν καλή παράγκα είναι πολύ περήφανοι γι’ αυτήν. Να αυτή (μου δείχνει μια φωτογραφία) την έχουν βάψει ροζ. Ή αυτή που φαίνεται σαν πέτρινο σπίτι είναι από χαρτόνι. Κάθισε και την έβαψε σιγά – σιγά και δείχνει έτσι. Στις παράγκες δεν υπάρχει ασφάλεια, δεν κλειδώνουν.
Δεν είδα τίποτα πολύτιμο, χαλιά μόνο και φωτογραφίες. Στις παράγκες βγάζεις τα παπούτσια για να μπεις. Με το που μπαίνεις βλέπεις τα παπούτσια όλης της οικογένειας σε παράταξη. Όλες οι δουλειές που χρειάζεται ένα σπίτι, πλύσιμο, μαγείρεμα γίνονται έξω σε μια δυο βρύσες. Τουαλέτες δεν είδα, οπότε μάλλον στο ύπαιθρο… Αντίθετα από ό,τι περιμένεις, δεν έχει σκουπίδια κάτω. Υπάρχει καθαριότητα. Αλλά, έχεις συνηθίσει να μην πατάς λάσπες πια. Έχεις συνηθίσει να μη βλέπεις χυμένα νερά κάτω. Άμα πλύνουν κάτι, τα νερά τα χύνουν κάτω. Ελπίζουνε να τους βάλουν ρεύμα, δίκτυο ύδρευσης, αυτά. Δεν θέλουν πολλά.
Εκείνο που σε εντυπωσιάζει είναι το πόσο χαρούμενοι άνθρωποι είναι. Όταν πρωτοπήγα στο χωριό, με τσάκωσαν τα πιτσιρίκια που είναι πάρα πολλά. Υπολογίζω ότι κάθε οικογένεια πρέπει να έχει πάνω από τέσσερα. Πρώτα με πλησίασαν τα παιδιά, μετά οι πιο μεγάλοι σε ηλικία, οι έφηβοι.
Οι δικοί μας έφηβοι εκεί έχουν ήδη παντρευτεί και έχουν κάνει το πρώτο τους παιδί. Δεν νομίζω ότι υπάρχει τσιγγάνα πάνω από τα δεκαπέντε και τσιγγάνος πάνω από τα δεκαοχτώ ελεύθεροι. Όταν τους πλησιάζεις, βλέπεις ότι και οι έφηβοι έχουν τα ίδια μυαλά με τα πιτσιρίκια, είναι χαρούμενοι, κάνουν πλάκα, σε πειράζουν. Ανεβαίνοντας στις ηλικίες και φτάνοντας στους τριαντάρηδες που, επειδή κάνουν συνήθως αγροτικές δουλειές, φαίνονται πιο γερασμένοι και συνήθως ένας τριαντάρης δείχνει σαράντα, είναι άνετοι μαζί σου. Κάνουν και αυτοί πλάκα, χαρές, καλαμπούρι και αυτό μέχρι τον παππού ή τη γιαγιά της υπόθεσης. Λες στη γιαγιά «να σε φωτογραφήσω», παίρνει το τσιγαράκι της και ποζάρει ή ρίχνει ένα τσιφτετέλι. Σε πειράζουν και κάνουν πολλά σεξουαλικά υπονοούμενα. Προφανώς είναι πολύ άνετοι με το θέμα. Πάντως, γενικά οι τσιγγάνοι δείχνουν να «χαλάνε» γρήγορα.
Οι έφηβοι είναι μάγκες, όπως όλοι, όπως και εμείς, αλλά μετά τους περνάει, γιατί στα είκοσι έχουν παιδιά και τρέχουν και δεν φτάνουν. Γενικά οι τσιγγάνοι δείχνουν βαριοί, αλλά δεν φαντάζεσαι πόσο άνετοι είναι. Εντελώς ανοιχτοί. Φυσικά και δεν σου μιλάνε στον πληθυντικό. Με το που κατηφόρισα, μου είπαν «έλα, λεβέντη, να σε κεράσουμε έναν καφέ, να δεις και το μωρό». Τους αρέσει να δείχνουν τα μωρά τους, τα κούτσικα, όπως τα λένε. Είναι περήφανοι για τα παιδιά τους. Το να έχεις παιδιά για τους τσιγγάνους πρέπει να είναι πολύ βασικό. Τα παιδιά είναι ατίθασα και κανείς δεν προσπαθεί να τα χαλιναγωγήσει. Σκάβει ο μικρός ένα λάκκο και θάβει το φίλο του. «Ε, παιδιά είναι, παίζουνε». Υπάρχει ένα σχολείο αρκετά καλό και τα παιδιά πηγαίνουν στο Δημοτικό. Το τι τραβάει ο δάσκαλος ή η δασκάλα τους το φαντάζομαι. Την εποχή που πήγα όλοι ήταν ενημερωμένοι για ένα σίριαλ στην τηλεόραση και όλοι με ρωτούσανε για την Ερατώ. Η Ερατώ για τους τσιγγάνους έγινε το συνώνυμο της ομορφιάς. Με τραβούσανε τα πιτσιρίκια και μου λέγανε: «Έλα να δεις, έχουμε μια Ερατώ». Είδα πέντε έξι και η μία ήταν μια Ερατώ διακοσίων κιλών, που έριξε και ένα τσιφτετέλι για να τη φωτογραφήσω. Τους αρέσει να φωτογραφίζονται.
Σε ρωτάνε τα πιο απίθανα πράγματα. Από το γιατί δεν παντρεύτηκες μέχρι αν έχει καλά κουλούρια στον Πειραιά. Με ρωτούσανε αν η Ερατώ είναι «δική σας ή δική μας». Έχουν συνείδηση ότι είναι άλλο πράγμα. Με ρωτήσανε πολλές φορές «εσείς το κάνετε αυτό;» για διάφορα πράγματα.
Ο καταυλισμός τους είναι προέκταση του χωριού. Πρέπει να είναι βασικός μοχλός της αγροτικής οικονομίας, τις εποχές της σποράς, του θερισμού. Πολλές φορές πληρώνονται σε είδος. Παίρνουμε ας πούμε πενήντα κιλά καρπούζια. Αυτά είναι που πουλάνε στις αγορές μετά. Προφανώς, η κάθοδος των Αλβανών θα τους έχει ζορίσει.
Φυσικά και δεν μάθαμε τα πάντα γι’ αυτούς. Ελάχιστα δείγματα ενός τρόπου ζωής και μιας αντίληψης των πραγμάτων, αρκετά διαφορετικών από τη δική μας καθημερινότητα. Αλλά πριν αποφασίσουμε για το αν θα τους αγαπάμε ή θα τους μισούμε, για το αν θα τους θέλαμε για γείτονες μας -«θα αφήνατε την κόρη σας να παντρευτεί έναν τσιγγάνο;»- τουλάχιστον ας μάθουμε κάτι γι’ αυτούς. Κάτι που να μην έχει καμία σχέση με τα δελτία ειδήσεων.
Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΤΩΝ ΠΕΙΝΑΣΜΕΝΩΝ
Στα Εξαμίλια τα «παιδιά ενός κατώτερου Θεού» με την βοήθεια του Θ. Νικολαΐδη πολεμούν το τέρας του αναλφαβητισμού.
Ο δικός μου Θεός…», αρχίζει να συλλαβίζει τραγουδιστά στα μαζεμένα παιδάκια, μπροστά σε ένα κοντέινερ-σχολείο, μέσα στις λάσπες του συνοικισμού Τσιγγάνων στα Εξαμίλια, «… είναι πολύ μεγάλος…». Δεκαπέντε ζευγάρια ματάκια φωτίζονται και άλλα τόσα ζευγάρια χεράκια υψώνονται τότε στον ουρανό: «… και χωράει όλους τους ανθρώπους κι όλα τ’ αστέρια…», συμπληρώνουν εν χορώ τα παιδιά. Χαμογελάνε. Τα πόδια τους πλατσουρίζουν στη λάσπη. Πεινάνε. Δεν έχουν καν τουαλέτες. Προχτές πλημμύρισαν. «Πώς να μιλήσω γνώση σε πεινασμένους;», αναρωτιόταν κάποτε ένας λόγιος. Αλλά τα παιδιά στα Εξαμίλια συλλαβίζουν Ελληνικά. Και το κοντέινερ -σχολείο γράφει πάνω από την πόρτα, χειρόγραφο σε ένα χαρτί τετραδίου: «Νηπιακό Κέντρο Εξαμιλίων, Γιώργου Γεννηματά, Μελίνας Μερκούρη, Πέτρου Μώραλη».
Και οι τρεις τους, αν κοιτάνε από τα αστέρια θάναι ευτυχείς έστω γι’αυτό το κοντέινερ που πρόσφεραν στον εξαθλιωμένο, παρατημένο από τo κράτος συνοικισμό. Γιατί θα αντικρίσουν δροσερά λουλούδια να ανθίζουν από την τριγύρω λάσπη, θα δουν παιδιά, αγράμματα ως χτες, να γράφουν το όνομα τους και να τραγουδάνε για τον Θεό τους. Που δεν είναι κατώτερος και τους χωράει όλους. Θα δουν τη 16χρονη Αγγελικούλα, που διδάχτηκε από τον κ. Νικολαΐδη και τώρα κάνει εκείνη τη δασκάλα τους, όταν δεν μπορεί ο δάσκαλος. Θα δουν την 9χρονη… βοηθό της, τη Βαγγελίτσα, να δείχνει κι εκείνη στ’ αδερφάκια της πώς συλλαβίζουν, θα δουν την αξιοπρέπεια στα μάτια τους και τη λάσπη στα μαλλιά τους. Την πρώτη την κερδίζουν κάθε μέρα, στη δεύτερη υποχρεώνονται να ζουν. Και τέλος, θα δουν την προσωποποίηση της έννοιας δάσκαλος, τον Θανάση Νικολαΐδη, παρόντα επί τω – πιο δύσκολο- έργω: Να έχει παρατήσει από προχτές την οργανική θέση του καθηγητή θεολόγου σε Λύκειο των Αχαρνών, αδιαφορώντας για τις όποιες συνέπειες και να ζει (κυριολεκτικά: να ζει και να κοιμάται στο πάτωμα του κοντέινερ…) στον συνοικισμό των Τσιγγάνων, προσπαθώντας να πολεμήσει το «τέρας». Τον λειτουργικό αναλφαβητισμό, που -διαβάσαμε μόλις προχτές – σαρώνει σε όλη την Ευρώπη…
Γιατί το κάνει με αυτό τον τρόπο; Γιατί η Ελλάδα είναι σκληρή με τα παιδιά της. Ο άνθρωπος αυτός 30 ολόκληρα χρόνια έχει γυρίσει αυτοβούλως τον κόσμο, από την Αυστραλία ως τη Ρωσία, την Κάτω Ιταλία και γενικά όπου υπάρχουν Έλληνες, με ιερό σκοπό. Να διδάξει Ελληνικά όσους από αυτούς δεν τα γνωρίζουν (Τσιγγάνοι, Πόντιοι, παιδιά μεταναστών) με μια πρωτότυπη, δικής του επινόησης τραγουδιστή μέθοδο συλλαβισμού, τη Γοργόνα.
Όμως, ενώ οι αρμόδιοι του Υπ. Παιδείας του υποσχέθηκαν ότι θα τον ξαναέστελναν στη Ρωσία να διδάξει αναλφάβητους (ο ίδιος, αν και 57 χρόνων δεν θέλει να μείνει στην Αθήνα με τίποτα, έχει να δώσει αλλού τη μάχη του, λέει), μετά του είπαν να μείνει εδώ, για «να βοηθήσει με τους Τσιγγάνους». Έτσι, παρότι είχε εγκριθεί η απόσπαση του στη Ρωσία, ο κ. Νικολαΐδης δεν πήγε. Περίμενε όλη την περυσινή χρονιά. Αλλά, τον… ξέχασαν! Δεν τον απέσπασαν. Άλλοι αρνούνται τέτοιες «αποστολές» χι αυτός που έχει τάξει εκεί τον εαυτό του, εμποδίζεται να πάει! Μια ακόμα ελληνικότατη σχιζοφρένεια. Αποτέλεσμα; Ο κ. Νικολαΐδης αρνείται να χάσει δεύτερη χρόνια υπηρετώντας σε κανονικό σχολείο στο Μενίδι κι αποφασίζει να πάρει μόνος πρωτοβουλία. Δια του Τύπου απευθύνει γράμμα στον υπουργό, τον Πρωθυπουργό, κάθε αρμόδιο: «Η θέση μου στο 1ο Λύκειο Αχαρνών ας αναπληρωθεί από άνεργο καθηγητή. Και παρακαλώ να με αναζητήσετε ανάμεσα στα νήπια των Εξαμιλίων. Εκεί αξίζει να εφαρμόσω εγώ τη μεταρρύθμιση μου. Στη λάσπη».
Το διανοείστε; Ο άνθρωπος αυτός, αγανακτισμένος που αγνοούν την 35ετή προσφορά του, αναγνωρισμένη από Γεννηματά, Μώραλη χαι Μελίνα, αναγνωρισμένη από τους συλλόγους των ομογενών και των Τσιγγάνων, αναγκάζεται να παρατήσει τη ζωή του και το σχολείο του και να κινήσει άφραγκος για μια ιερή τρέλα. Το’χει ξανακάνει, μάλιστα δυό φορές στο παρελθόν και πάντα εκ των υστέρων του έλεγαν εμμέσως «καλά έκανες που έφυγες», δηλαδή τον απάλλασσαν από την κατηγορία της εγκατάλειψης θέσεως. Πάλι καλά, δηλαδή… Θα ζει, λοιπόν, στο πάτωμα του κοντέινερ «ώσπου να αποφασίσουν πώς θα με αξιοποιήσουν». Δεν θεωρεί ότι εγκαταλείπει τη θέση του όμως: «Γιατί δεν καταλαβαίνουν ότι δεν μιλάω για τα δικά μου τα παιδιά (σ.σ.: έχει τέσσερα) αλλά για τα παιδιά του Ελληνισμού. Κι έμαθα στη ζωή μου, ότι «ευπαθής ομάδα» πληθυσμού σημαίνει είτε κερκόπορτα είτε έπαλξη. Αν τη δεις σαν κερκόπορτα, θα μπει κάποτε το ξένο συμφέρον και θα την κάνει πράγματι. Εγώ τη βλέπω έπαλξη. Και πολεμάω».
Τέτοιο βόλι, καλό σου να ‘ναι Δάσκαλε.

















