Το παλιό και το νέο…

γράφει στο peripteron.eu ο Βαγγέλης Πάλλας, Δημοσιογράφος – Ερευνητής – Αναλυτής IFJ/SPJ

Τη σημερινή εποχή των επιφανειακών πραγμάτων, των ατέ­λειωτων κοινοτοπιών, της σύγχυσης, της απερισκεψίας και των στερεότυπων, τίποτα δεν μοιάζει πιο άκαιρο από το να α­ναζητούμε το νέο, το καινούργιο, αφού το νέο συνδέεται με ουτοπίες, με την ελπίδα για νέες ιστορικές αφετηρίες, για ρι­ζικές αλλαγές. Σήμερα όμως κανείς δεν ασχολείται με ουτοπίες. Το μέλλον δεν υπόσχεται τίποτα το καινούργιο παρά συνεχείς μεταλλαγές όλων αυτών που ήδη υ­πάρχουν.

Ωστόσο, δεν έχουμε πάψει ποτέ να αναζητούμε το νέο, να προ­σπαθούμε πάντα να πούμε, να γράψουμε, να ζωγραφίσουμε, να συνθέσουμε, να σκεφτούμε, να επινοήσουμε κάτι το οποίο δεν υ­πάρχει ακόμη. Το καινούργιο δεν είναι όμως ποτέ έτσι ξεκρέμαστα καινούργιο, είναι πάντα νέο σε σύγκριση και σε σύνδεση με το πα­λιό, με την παράδοση.

Το νέο γεννιέται ακριβώς στη διαδικασία μιας πολιτισμικής σύ­γκρισης στα πλαίσια της τεχνικής και κοινωνικής μνήμης. Το νέο σε σχέση με την παράδοση είναι πάντοτε κάτι το πολύτιμο, το ο­ποίο δίνει έμφαση σε μια ορισμένη ιστορική περίοδο, δείχνει την προτίμηση του στο παρόν, σε αντιδιαστολή προς το παρελθόν ή το μέλλον. Βέβαια, παραμένει ανεξήγητο τι είναι στην πραγματι­κότητα το παλιό σε σχέση με το νέο. Σίγουρο είναι ότι το παλιό πρέπει να το επινοούμε κάθε στιγμή και από την αρχή, γι’ αυτό άλ­λωστε και κάθε αναγέννηση φέρνει ταυτόχρονα μαζί της και μια σημαντική ανανέωση.

Το νέο δεν μπορούμε ούτε να το αποφύγουμε ούτε να παραιτη­θούμε από την αναζήτηση του. Ωστόσο, η επιδίωξη του νέου δεί­χνει την πραγματικότητα του πολιτισμού μας τη στιγμή που έχει αποβάλει όλα τα ιδεολογι­κά κίνητρα και έχει καταρ­γήσει τη διαφορά ανάμεσα στην αληθινή, αυθεντική και στη μη αληθινή, μη αυθεντική καινοτομία. Στην πρά­ξη είναι αδύνατο να δια­κρίνουμε ανάμεσα στο αυθεντικά νέο και στο μη αυθεντικά νέο. Κάθε νέο πράγμα καθορίζεται μόνο σε σχέση με τη διαφορά του από το παλιό. Το νέο όμως δεν είναι κάτι το απλά διαφορετικό, διότι καθορίζεται πάντοτε σε σχέση με το πο­λύτιμο παλιό το οποίο είναι αποθησαυρισμένο στην κοι­νωνική μνήμη. Εδώ πρόκειται για μια πολιτισμική διεργασία ιδιαίτερης υφής που δεν μπορεί να αναχθεί σε κάποιες εξωτερικές, τυχαίες διαφορές. Μόνο χά­ρη σε αυτή τη διεργασία έχει το νέο την ευκαιρία να αρχειοθετηθεί στη μνήμη. Όταν αναζητούμε το καινούργιο, ανα­ζητούμε μια αξία, πιστεύουμε στην α­ξία της δικής μας καινοτομίας. Στο χώ­ρο του πολιτισμού η αξία ενός πολιτισμικού έργου δεν καθορίζεται α­πό τη σχέση του με την εξωπολιτισμική πραγματικότητα ούτε από το «αλη­θινό» του περιεχόμενο ούτε από ένα νόημα, αλλά καθορίζεται από τη σχέση του με άλλα έργα. Το ανέφικτο της αλήθειας και η έλλειψη νοή­ματος έχουν αποφασιστική σημασία για τον προσδιορισμό του καινούργιου και της αξίας του. Καινοτομία δεν σημαίνει ότι βγαίνει στο φως κάτι που ήταν κρυμμένο, αλλά ότι η αξία του πράγματος το οποίο ήδη γνωρίζαμε παίρνει μια άλλη αξία, αλλάζει.

Η μεταλλαγή της αξίας των αξιών είναι η γενική μορφή της και­νοτομίας. Αυτό που θεωρείται πολύτιμο, αληθινό ή εκλεπτυσμένο χάνει την αξία του και ανατιμάται αυτό που παλιότερα θεωρούνταν θύραθεν, ξένο ή ακόμη και πρωτόγονο. Ως μεταλλαγή της αξίας των αξιών, η καινοτομία αποτελεί μια οικονομική πράξη. Έτσι, η αναζήτηση του καινούργιου εντάσσεται στον τομέα των οικονο­μικών καταναγκασμών που καθορίζουν τη ζωή της κοινωνίας. Η κουλτούρα λόγω της δυναμικής της και της ικανότητας που έ­χει για καινοτομίες αποτελεί τον κατεξοχήν τομέα της οικονομι­κής λογικής. Η οικονομική λογική εκφράζεται επαρκώς στην πο­λιτισμική λογική. Γι’ αυτό η κουλτούρα είναι το ίδιο αναγκαία όπως και η οικονομία. Άλλωστε, κάθε περιγραφή οικονομικών διαδικα­σιών είναι πρωτίστως μια πολιτισμική πράξη, ένα πολιτισμικό προϊ­όν και ως τέτοιο αποτελεί τμήμα της οικονομικής δραστηριότητας και υποτάσσεται στη λογική της οικονομίας. Σε αυτά τα πλαίσια θα ήταν ενδιαφέρον να εξετάσουμε αν η μόδα ως πολιτισμικό φαι­νόμενο σημαίνει κάτι το καινούργιο.

Πλέον η τηλεόραση έχει γίνει το καλύτερο μέσο διασκέδασης. Και πώς να μην έχει γίνει; Τι καλύτερο από το να γυρνάς το μεσημέρι από την δουλειά σου, η οποία στην συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων είναι από εκνευριστική έως ανυπόφορη, να απλώνεις το βασανισμένο από την υπερβολική εργασία ή την ανυπέρβλητη ραθυμία του επαγγελμα­τικού περιβάλλοντος, και να πατάς το πανέμορφο κόκκινο κουμπάκι στο τηλεκοντρόλ. Και αίφνης μέσα από το κουτί ξεπετάγονται ένα σωρό εικόνες, πανέμορφες στην ατομικότητά τους, αλλά και ασυνάρτητες στη σύνθεση τους. Μαμάδες και μπαμπάδες διαττόντων τηλεο­πτικών αστέρων να ξετυλίγουν τα ταλέντα τους μπας και κλέψουν λίγη από την δόξα των τέκνων τους. Παπάδες, σεβα­σμιότατοι, μακαριότατοι και κάθε λογής μέλη της θρησκευτικής ελίτ να αλληλομαχαιρώνονται για μια θέση στον πα­ράδεισο. Συνδικαλιστές, στελέχη, βουλευτές και άρχοντες του πολιτικού βίου να αλληλοκατηγορούνται για εγκλήμα­τα κοινής συνέργιας. Νέοι μεσσίες, μεταμφιεσμένοι σε φιλολόγους, αστρονόμους και πυρηνικούς φυσικούς να ξεδιπλώνουν τις «επιστημονικές» του ανακαλύψεις, προϊόντα διεξοδικής έρευνας σχετικά με το ότι το σχήμα της Γης είναι διαφορετικό από αυτό που ο αμερικάνικος και ο μπολσεβίκικος σιωνισμός ήθελαν εμείς οι άφρονες να πιστεύουμε. Αθλητές όλων των κερδοφόρων αθλημάτων και λοιποί παράγοντες να παλεύουν για την επικράτηση του φίλαθλου πνεύματος και τη νομιμοποίηση του μεγαλύτερου εγκλήματος, επειδή σε τελική ανάλυση «εμείς οι Έλληνες έχουμε στο DNA μας την πρωτιά». Και φυσικά από τη διασκέδαση δεν μπορούν να λείπουν και οι «κακοί» . Γιατί άλλωστε κάθε θέαμα που σέβεται τον εαυτό του έχει πάντοτε ενταγμένο στην πλοκή του την διαμάχη ανάμεσα στο «καλό» και στο «κακό», ή με άλλα λόγια ανάμεσα στον νοικοκύρη Έλληνα και τον κλέφτη «Αλβανό». Και να μην ξεχνάμε ότι ο ενάρετος Έλληνας αφέντης του δίνει δουλειά, και εκείνος γυρνάει και τον σκοτώνει για τον ασήμαντο λόγο ότι ο εργοδότης του, όχι μόνο δεν τον πλήρωσε, αλλά τον κατέδωσε κιόλας στην αστυνομία για να τον απελάσουν. Πώς μετά να στείλει ο Έλληνας το παιδί του στο ίδιο σχολείο με το παιδί του «Αλβανού». Όλα αυτά συνθέτουν τον ειδυλλιακό κόσμο της τηλεόρασης, τον ιδανικά πλασμένο, τον γοητευτικό και διασκεδαστικό. Αλλά όταν το κακό είναι ότι η διασκέδαση σταματά όταν μετά από ώρες παρακολούθησης και αποστήθισης των τελευταίων γεγονότων, πατάμε με το αγκυλωμένο μας δάκτυλο πάλι το κόκκινο κουμπάκι και τότε καλούμαστε να αντικρούσουμε τα επίσης κόκκινα μάτια μας την πραγματικότητα.

Κάποτε οι πολιτικοί, οι διανοούμενοι, οι καλλι­τέχνες, ζούσαν μακριά από τα μάτια των πολ­λών και παρήγαγαν πολιτική, τέχνη, σημαντι­κά βιβλία. Σήμερα ζούνε και κινούνται μπρο­στά στα μάτια μας -τηλοψίας ένεκεν- και πα­ράγουν όλο και πιο φτηνιάρικα πράγματα, με ελάχιστες εξαιρέσεις.

Κάποτε οι πολιτικοί πουλούσαν τα σπίτια και τα χωράφια τους για να καλύψουν τις ανά­γκες των αλλεπάλληλων προεκλογικών εκ­στρατειών. Σήμερα βρίσκονται στις μισθοδο­τικές καταστάσεις των επιχειρήσεων και χρη­ματοδοτούνται αδρά, είτε με «πάμπερς», είτε με βαλίτσες και επιταγές, είτε με προμήθειες από όπλα και κατασκευαστικές εταιρείες, με αποτέλεσμα οι πολιτικές τους να μοιάζουν όλο και πιο πολύ και να διαφέρουν μόνο εάν και εφόσον διαφοροποιούνται τα συμφέροντα των αφεντικών τους.

Κάποτε οι διανοούμενοι, οι συγγραφείς και οι καλλιτέχνες ταλαιπωρούνταν αφάντα­στα για να τα βγάλουν πέρα και ζούσαν με το φάσμα της πείνας ή της ανέχειας πάνω από το κεφάλι τους. Ο Παπαδιαμάντης όταν έγρα­φε ένα από τα αριστουργήματα του, βγαλμέ­νο από το αίμα της ψυχής του, και το δημο­σίευε στην Ακρόπολη, ο διευθυντής της, Βλά­σης Γαβριηλίδης, τον κερνούσε, αντί αμοιβής, ένα πλουσιοπάροχο… γιουβέτσι, σε μια τα­βέρνα της Πλάκας. Ενώ, ακόμα και στη διάρ­κεια των μεταπολεμικών χρόνων, μέχρι το 1967, οι κριτικοί διανοούμενοι έπρεπε να επιβιώνουν από το υστέρημα τους, και πάντα με την απειλή του χωροφύλακα και του ασφαλί­τη. Έως ότου ήρθε το ίδρυμα Φορντ στη διάρ­κεια της χούντας και εγκαινίασε τον εκμαυλι­σμό. Σήμερα συσσωρεύουν μισθούς και απο­λαβές, επιδοτήσεις και υποτροφίες, αμοιβές από εφημερίδες, εκδότες και περιοδικά, για να παράγουν ένα ισχνό αποτέλεσμα, βιβλία, κείμενα και «ζωγραφιές», που τις περισσότε­ρες φορές ζουν μόνο όσο κρατάει η εφήμε­ρη λάμψη από τους διθυράμβους των «κολλη­τών» υμνητών τους.