Το νέο χρώμα του καπιταλισμού
Επιμέλεια: Βαγγέλης Πάλλας, ∆ηµοσιογράφος – Ερευνητής – Αναλυτής IFJ / SPJ
Στα πράγματα που φιλοδοξεί να εγγυηθεί ο «υγιής καπιταλισμός» προστίθεται ο πιο «οικουμενικός» στόχος της προστασίας τού περιβάλλοντος.
Τι χρώμα έχει ο καπιταλισμός; Τι ερώτηση είναι αυτή, θα πείτε. Σκεφτείτε το, όμως, λιγάκι. Αν θέλαμε να αποδώσουμε με χρώματα όλους τους κοινωνικούς σχηματισμούς που γνώρισε μέχρι σήμερα η ανθρωπότητα, πώς θα τους ζωγραφίζαμε;
Υποθέτω ότι στα πρωτόγονα κοινοτικά συστήματα θα δίναμε ένα βαθύ πράσινο, σημάδι τής στενής σχέσης των προγόνων μας με τη φύση. Στις δουλοκτητικές αυτοκρατορίες της αρχαιότητας θα ταίριαζε μάλλον το μπεζ, το χρώμα της άμμου της ερήμου που θυμίζει Αίγυπτο, Μεσοποταμία και βούρδουλα. Στα φεουδαρχικά συστήματα του Μεσαίωνα ταιριάζει μάλλον το σκούρο καφέ, το χρώμα της λάσπης και του υγρού χώματος με το οποίο πάλευαν απεγνωσμένα οι κεντροευρωπαίοι κολίγοι, την εποχή που ζούσαν με γογγύλια και άλλους κονδύλους της γης. Στον πρώιμο βιομηχανικό καπιταλισμό θα έδινα μια απόχρωση ανάμεσα στο σκούρο γκρι και το μαύρο, κάτι που να θυμίζει τα μουτζουρωμένα πρόσωπα των ανθρακωρύχων, τα αποπνικτικά νέφη αιθαλομίχλης που κάλυπταν τον ουρανό των ευρωπαϊκών μεγαλουπόλεων και τις παγερές αποχρώσεις των μετάλλων που προορίζονταν για κανόνια ή για κατσαρολικά. Στον κρατικό καπιταλισμό τού σοβιετικού έπους ασυζητητί πάει το κόκκινο, αρχικώς ως χρώμα της επανάστασης και στη συνέχεια ως χρώμα τού αίματος που τη διέψευσε τραγικά. Στον χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό των ημερών μας, μέχρι πρότινος ταίριαζε και πάλι το πράσινο, αφού ζούσαμε σε μια δολαριακή παγκόσμια οικονομία. Αλλά αυτό έχει ανεπιστρεπτί παρέλθει. Κι αν λάβουμε υπόψη και την αβέβαιη έκβαση της ύφεσης, μπορούμε να πούμε μετά βεβαιότητας ότι ο καπιταλισμός των ημερών μας έχει χάσει το χρώμα του…
Κι όμως, είναι λανθασμένη η βεβαιότητα αυτή. Διαψεύδεται ιστορικά -και ο καπιταλισμός έχει το πλεονέκτημα (ή μειονέκτημα) να είναι ο οικονομικός πολιτισμός με την πληρέστερη ιστορική καταγραφή. Είναι αδύνατον να κρυφτεί. Κατά βάλλει ωστόσο εκπληκτικές, χαμαιλεοντικές προσπάθειες να καμουφλαριστεί, να δανειστεί χρώματα από το περιβάλλον του, να προσαρμοστεί τέλεια σε όλες τις χρωματικές διαβαθμίσεις του. Γι’ αυτό και ο ιστορικός καπιταλισμός πήρε με την ίδια άνεση το λευκό χρώμα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας αλλά και το μαύρο τού φασισμού. Βούτηξε με προθυμία στο πορφυρό τού αίματος των παγκοσμίων πολέμων, αλλά με ανάλογο ενθουσιασμό ύψωσε τα γαλανόλευκα λάβαρα του πασιφισμού. Φοράει περήφανος τα εθνικά χρώματα κάθε πατρίδας, αλλά κατά βάθος είναι αθεράπευτα διεθνιστής. Κατά περίπτωση, ρίχνει πάνω του τον κόκκινο μανδύα τής επανάστασης, βάφεται με τις ροζ αποχρώσεις της σοσιαλδημοκρατίας και δεν έχει κανένα πρόβλημα κατά καιρούς να υψώσει το μαυρο-κόκκινο λάβαρο του αντιεξουσιασμού, αν πρόκειται να λύσει τους λογαριασμούς του με τον άσπονδο φίλο του, το κράτος.
Ζήτω το περιβάλλον
Το χρώμα που θα φορεθεί τις προσεχείς δεκαετίες είναι το πράσινο. Από πράσινο βαθύ τού αλπικού ελατοδάσους, μέχρι πράσινο φυτρί του μεταλλαγμένου σπαρτού ή της άλγης που προορίζεται να υπηρετήσει τα υπερφίαλα σχέδια του απώτατου μέλλοντος μας για τη γαιοποίηση του Άρη ή της Σελήνης. Και το πράσινο θα φορεθεί όχι γιατί ξαναπρασίνισαν εν μέρει οι συνειδήσεις των ψηφοφόρων (υποθέτω ότι εν τω μεταξύ τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών θα έχουν επιβεβαιώσει στοιχειωδώς τις μεγάλες προσδοκίες των δημοσκοπήσεων), ούτε γιατί τα κόμματα φρεσκάρισαν τις περιβαλλοντικές τους ατζέντες λόγω της αγωνίας τους για το «θερμοκήπιο» και τη σύνοδο της Κοπεγχάγης.
Τα πολιτικά κινήματα που «ξεμύτισαν» δειλά στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και πέτυχαν μια θεαματική εισβολή στην κεντρική πολιτική σκηνή της Ευρώπης τη δεκαετία του ’80 ως πράσινα και περιβαλλοντικά, έχουν μάλλον προ πολλού κλείσει τον κύκλο τους. Η συμβολή τους ήταν, βεβαίως, καταλυτική στη διάχυση αυτού του νέου σύμπαντος ιδεών για μιαν άλλη σχέση τού οικονομικού μας πολιτισμού με τη φύση και τους πόρους της, που ανακαλύψαμε εν τω μεταξύ ότι δεν είναι ανεξάντλητοι. Καθώς τα πράσινα πολιτικά κινήματα δοκιμάστηκαν ως κόμματα εξουσίας και συγκυβέρνησης στην Ευρώπη ή εκφυλίστηκαν σε έναν καταναλωτικό και επιχειρηματικό ακτιβισμό, το ειδικό βάρος τους εξασθένησε. Η περιβαλλοντική τους ατζέντα ενσωματώθηκε, με πάμπολλες στρεβλώσεις και στρογγυλέματα, στα προγράμματα των κομμάτων εξουσίας, των κυβερνήσεων, των διεθνών οργανισμών. Όλος ο τολμηρός πράσινος ρεφορμισμός της δεκαετίας του ‘70 έχει σήμερα σχεδόν πλήρως ενσωματωθεί στην πληθωρική -σε βαθμό ενοχλήσεως-επίσημη ρητορική υπέρ του περιβάλλοντος. Βεβαίως, τρεις δεκαετίες πράσινης επιρροής και περίπου δυο δεκαετίες κινδυνολογίας για το περιβαλλοντικό τέλος του κόσμου, δεν έχουν αποτρέψει τον οικολογικό όλεθρο που εξακολουθεί να συντελείται με τρομακτικούς ρυθμούς.
Αυτό που αλλάζει, ωστόσο, ριζικά τα πράγματα είναι ο ίδιος ο καπιταλισμός, αυτός ο εξ ορισμού εχθρικός για το περιβάλλον μηχανισμός παραγωγής που δεν έχει κανένα συναισθηματισμό απέναντι στη φύση και τους πόρους της. Ο καπιταλισμός τού μέλλοντος μας είναι πράσινος -το έχουμε ακούσει αυτό με διάφορους τρόπους: στα επενδυτικά σχέδια της κυβέρνησης Ομπάμα που αξιοποιεί την κρίση ως ευκαιρία μετάλλαξης της παραγωγικής βάσης, στις εκκλήσεις της Κομισιόν για στροφή στην πράσινη ανάπτυξη, στα προγράμματα των περισσότερων σοσιαλδημοκρατικών και, σε ένα βαθμό, και των συντηρητικών κομμάτων που εκθειάζουν τη στροφή στην πράσινη ενέργεια. Όλα αυτά συνθέτουν κατά κάποιο τρόπο, στις συνθήκες μιας ύφεσης με απροσδιόριστο ακόμη χρονικό ορίζοντα, το μανιφέστο ενός «πράσινου κεϊνσιανισμού» που μεταθέτει το επίπεδο της επιδιωκόμενης «κοινωνικής συναίνεσης» σε ένα καινούργιο πεδίο. Δεν είναι πια μόνον η πλήρης απασχόληση, το κοινωνικό κράτος, το ελάχιστο επίπεδο διαβίωσης, τα πράγματα που φιλοδοξεί να εγγυηθεί ο «υγιής καπιταλισμός» του 21ου αιώνα (αν και ούτε αυτά κατάφερε ποτέ να τα εγγυηθεί). Σ’ αυτά προστίθεται ένας στόχος πιο διαχρονικός, πάνω από τους καταναγκασμούς τού επιχειρηματικού κύκλου, πιο «οικουμενικός»: η εξασφάλιση της απεξάρτησης του παραγωγικού μηχανισμού από την περατότητα των φυσικών πόρων, η προσαρμογή τού πολιτισμού της απληστίας σ’ ένα περιβάλλον πλησμονής και περιβαλλοντικής ένδειας.
Νέα πηγή κέρδους
Τα συμπτώματα αυτής της μετάλλαξης, του «επαναχρωματισμού» τού καπιταλισμού, είναι ήδη εδώ. Πράσινη βιομηχανία, πράσινη ενέργεια, πράσινες υπηρεσίες, πράσινες μεταφορές, πράσινος τουρισμός, πράσινα τρόφιμα… Αυτά είναι εδώ και χρόνια ένας διακριτός τομέας παραγωγικής δράσης που επενδύει όχι μόνο στην ευαισθησία εισοδηματικά εύρωστων κοινωνικών στρωμάτων, αλλά και σε πανάκριβα κρατικά σχέδια αποκατάστασης του περιβάλλοντος.
Επιχειρηματικοί όμιλοι χρηματοδοτούν αφειδώς καμπάνιες ευαισθητοποίησης των πολιτών. Επικοινωνιακοί όμιλοι πλειοδοτούν με πάθος στην καταγγελία της επιχειρηματικής ασυδοσίας που τραυματίζει το περιβάλλον και έχουν αναλάβει εργολαβικά την προστασία του (Ξέρετε… Σώστε τον Ασωπό, κλείστε τα λατομεία τού Μαρκόπουλου κ.λπ). Συμβατικές βιομηχανίες ενισχύουν το πράσινο προφίλ τους, αντιπαραθέτοντας σε κάθε ενεργοβόρο και περιβαλλοντικά επιβλαβές : προϊόν που παράγουν και ένα αντίδοτο του: από ηλεκτρικούς λαμπτήρες χαμηλής κατανάλωσης μέχρι υβριδικά αυτοκίνητα. Μην το αποκλείετε διόλου, στο εγγύς μέλλον, να δούμε εκτός από «καθαρά» αυτοκίνητα, «καθαρά» μαχητικά αεροσκάφη που σκοτώνουν αμάχους χωρίς να ρυπαίνουν την ατμόσφαιρα, όπλα που διαλύουν κρανία αλλά έχουν παραχθεί σε εργοστάσια που καίνε βιομάζα, εφημερίδες που τυπώνουν την παραπληροφόρηση του κοινού σε ανακυκλωμένο χαρτί…
Στην πράσινη άνοιξη του καπιταλισμού διοχετεύεται η αντίληψη ότι καμιά θεώρηση του κόσμου δεν είναι ασύμβατη με το κέρδος, και επομένως ότι η αποκατάσταση της περιβαλλοντικής καταστροφής που συστηματικά συντελείται για τρεις αιώνες εν ονόματι του κέρδους είναι κι αυτή μια νέα πηγή κέρδους. Κατά κάποιο τρόπο, ο καπιταλιστής είναι έτοιμος να σου πουλήσει όχι μόνο το σκοινί που θα τον κρεμάσεις, αλλά και την υπηρεσία ανακύκλωσης και του σκοινιού και του πτώματος του.
Και αυτή είναι μια απολύτως ρεαλιστική προσαρμογή της οικονομικής και πολιτικής ελίτ, που εκτός από έναν παγκόσμιο γεωπολιτικό συμβιβασμό για την εξασφάλιση της «αειφόρου ανάπτυξης», αναζητεί κι ένα νέο ταξικό συμβιβασμό για την παγκόσμια αλλά και για κάθε εθνική αγορά. Και ο συμβιβασμός αυτός έγκειται στο απλό γεγονός ότι για να εξασφαλιστεί η βιωσιμότητα του καπιταλισμού χρειάζονται πόροι και για να υπάρχουν πόροι, πρέπει να ανακοπεί η υπεράντλησή τους όχι μόνο από την παραγωγή αλλά και από την κατανάλωση. Εδώ συναντώνται η πράσινη «επανάσταση» της προσφοράς με το οικολογικό «φρενάρισμα» της ζήτησης, εδώ συντελείται ο ιστορικός συμβιβασμός τής οικονομίας με την πολιτική, εδώ συντάσσεται το επόμενο «κοινωνικό συμβόλαιο» που επιτρέπει στον καπιταλιστή να κερδίζει από ένα νέος είδος «στέρησης» και στον καταναλωτή να αναζητεί σ’ αυτήν την εθελοντική «στέρηση» ένα νέο είδος ευημερίας.
Βεβαίως, όσο βλακεία ήταν να πιστέψει κανείς ότι ο πόλεμος κατά τού (ήδη ηττηθέντος) νεοφιλελευθερισμού ήταν και ο τελευταίος πόλεμος της προοδευτικής ανθρωπότητας κατά του καπιταλισμού, άλλο τόσο ανόητο είναι να πιστέψουμε ότι το πράσινο θα είναι το τελευταίο χρώμα τού οικονομικού μας πολιτισμού. Θα μεσολαβήσουν αρκετές πράσινες συγκρούσεις, θα δημιουργηθεί ένα νέο είδος πράσινης ανισότητας Βορρά και Νότου, θα ζήσουμε αρκετές πράσινες κρίσεις και θα ακούσουμε τουλάχιστον μια πράσινη φούσκα να σκάει εκκωφαντικά πριν συνειδητοποιήσουμε ότι ο καπιταλισμός δεν μπορεί να λύσει υπέρ τού μέλλοντος ούτε την περιβαλλοντική κρίση. Όπως δεν κατάφερε να λύσει την κρίση της φτώχειας, την κρίση της απασχόλησης, την κρίση τού κράτους πρόνοιας, την κρίση της άνισης ανάπτυξης, τις κρίσεις διατροφής, τις εθνικές και διεθνείς κρίσεις. Γιατί το πρόβλημα δεν είναι ούτε οι κρίσεις τού καπιταλισμού ούτε το χρώμα του. Το πρόβλημα είναι ο ίδιος ο καπιταλισμός.

















