Η ιστορία θα είναι πάντα η ίδια
γράφει στο peripteron.eu ο Βαγγέλης Πάλλας, ∆ηµοσιογράφος – Ερευνητής – Αναλυτής IFJ / SPJ
Η ιστορία θα είναι πάντα η ίδια, τίποτα δε θα την απογοητεύει.
Ο ήλιος θα είναι ψηλά, το φεγγάρι θα ξεμυτάει κάθε σούρουπο, ο ουρανός θα μένει πάντα αξεδίψαστος, τ’ αγόρια θα χωρίζουν τα κορίτσια και τα κορίτσια θα χωρίζουν τ’ αγόρια. Οι άντρες θα ερωτεύονται τις πονεμένες γυναίκες και οι γυναίκες θα ερωτεύονται τους όμορφους άντρες. Ένα σπίτι δε θα είναι ποτέ η χώρα μας, μια πόλη ποτέ η μάνα μας.
Θα μοιράζουμε τα πάντα και πάντα θα κλέβουμε, θα υποσχόμαστε να γίνουμε καλύτεροι και θ’ αποστρέφουμε το κεφάλι. Θα ξενυχτάμε τα βράδια πίσω από μια πλάτη που θα μας ταΐζει όνειρα τα ξημερώματα. Θ’ ακούμε Tom Waits κάθε στιγμή που θα βρέχει και θα υποσχόμαστε την άλλη μέρα το πρωί πως θα κόψουμε το πιοτό. Θα λέμε πως θα γίνουμε καλύτεροι και πως θ’ αλλάξουμε για χάρη της. Θα φεύγουμε από κάθε δουλειά που μας σιχαίνεται και θα διαλέγουμε ένα ακατανόητο ταξίδι. Δε θα βάζουμε ποτέ τη ζωή μας σε τάξη και θα προδίδουμε το σκυλί που μας ακολουθεί μέχρι την εξώπορτα.
Κάθε καλοκαίρι θα πληρώνουμε κάποιον για λίγη ελευθερία και κάθε χειμώνα θα μας παίρνει πίσω οτιδήποτε μας είχε χαρίσει απλόχερα. Θα διώχνουμε τα φαντάσματα μα εκείνα θα μας υπενθυμίζουν το ναυάγιο της ενηλικίωσης και τους καθοριστικούς έρωτες. Θα κλαίμε και θα γελάμε. Θα γελάμε με αυτά που κλαίμε και θα κλαίμε με αυτά που γελάμε. Οι συγγενείς μας θα είναι δυο στοίβες ρούχα και οι δρόμοι θα ξαποστέλνουν τους υπάλληλους της ψευτιάς. Θα χορεύουμε στα μέρη που μας ανέχονται και με ανθρώπους που μας αγαπούν μόνο για να θυμόμαστε τι πάει να πει φιλία. Θα μοιραζόμαστε μια βραδιά σ’ ένα καπηλειό όλα τα μυστικά μας με κάποιον άγνωστο και ύστερα δε θα τον ξαναβλέπουμε ποτέ. Θα ζηλεύουμε και θ’ αγαπούμε τα κατορθώματα του διπλανού μας, μα θα τον αγκαλιάζουμε με περίσσια στοργή και θαυμασμό.
Δε θα φοβόμαστε τη μοναξιά και θα τρώμε παγωτό όταν όλα είναι εναντίον μας. Θα σου ανακατεύω το καφέ και θα με βρίζεις γιατί κοίταξα εκείνο το κορίτσι το προηγούμενο βράδυ. Θα σ’ αγαπώ περισσότερο, θα μ’ αγαπάς λιγότερο και θα σου αγοράζω κρουασάν για να μ’ αγαπήσεις περισσότερο.
Θα μας διώχνουν και θα γυρνάμε, θα γυρνάμε και θα μας ξαναδιώχνουν. Θα στεκόμαστε έξω από ένα παράθυρο και θα βρέχει κι εκείνη θα κάνει έρωτα με κάποιον άλλο και θα περιμένουμε το θεό να μας συμπονέσει και δε θα είναι εκεί, γιατί ποτέ δεν είναι εκεί. Θα λαμπυρίζουν τα μάτια μας και θα γράφουμε κάτι όμορφο χαρίζοντάς το στην ομορφιά.
Θα πεθαίνουν άνθρωποι δικοί μας κι εμείς δε θα ήμαστε εκεί. Θα πεθαίνουμε εμείς και θα παρακαλάμε να ήταν κάποιος εκεί. Θα χιονίζει και θα σου κρατώ το χέρι κάτω απ’ τα σκεπάσματα, θα βρέχει και θα σκέφτεσαι τον πρώην σου. Θα φεύγουμε από τα δύσκολα και θα επιστρέφουμε όταν θα είναι πιο δύσκολα ακόμη. Θ’ αρνιόμαστε να πούμε τέλος, πόσο μάλλον να το πιστέψουμε. Θα ερωτευόμαστε μόνο για μια βραδιά και θ’ αγαπούμε για όλες τις βραδιές. Θα είναι πάντα δύσκολο, θα είναι πάντα εύκολο και θα ήμαστε πάντα εκεί. Θα τρέχουμε να προλάβουμε το κορίτσι στη γωνιά κι εκείνο θα μας κοροϊδεύει.
Θα γιορτάζω τη πιο όμορφη μέρα της ζωής μου κι εσύ θα σηκώνεσαι να φεύγεις. Θα σου ζητάω να πιω και θα μου λες να πάω στο διάολο. Θα σου λέω πως ήμουν εκεί τη προηγούμενη μέρα και θα μου πετάς έναν αναπτήρα στο στήθος. Θα γελάω και θα με σιχαίνεσαι, θα γελάς κι όλος ο κόσμος θα είναι δικός μου. Θα σου τραγουδώ παράφωνα και θα μου χορεύεις υπέροχα, θα τελειώνει το τραγούδι και θα βάζουμε κάποιο άλλο, πάντα πιο γοητευτικό. Θα μας αποτελειώνουν οι αναμνήσεις σ’ ένα δωμάτιο και θα γιορτάζουμε τη καινούργια αρχή με νέους φίλους. Θα μαγειρεύουμε μακαρόνια τρεις η ώρα το πρωί και θα βάζουμε να δούμε για χιλιοστή φορά την ταινία με τους ερωτευμένους έφηβους. Θα σου διαβάζω ποιήματα και θα αποκοιμιέσαι, θα με θες δίπλα σου κι εγώ θα σου λέω «Άλλο ένα αγάπη μου» και ύστερα θα έρχομαι. Θα είναι Κυριακή και θα σιχαινόμαστε να πάμε τη Δευτέρα για δουλειά. Θα φοβάσαι μην αργήσω, θα σου λέω, «Τους έχω γραμμένους». Θα με ρωτάς γιατί είμαι θλιμμένος, θα σε ρωτάω γιατί είσαι χαρούμενη. Θα με ρωτάς γιατί είμαι χαρούμενος, θα σε ρωτάω γιατί είσαι θλιμμένη.
Θα φεύγουν άνθρωποι, θα έρχονται καινούργιοι. Θα μοιράζεσαι μαζί τους τα ίδια και άλλα τόσα. Θα ξεχνάς να γράψεις κάποια γράμματα κι ας τα χρωστάς εδώ και μήνες. Δε θα τα γράφεις ποτέ τελικά. Θα προχωράει η ιστορία, θ’ αδυνατείς να τη καταλάβεις, θα τη παρατάς και ύστερα θα τη ξαναπιάνεις, θα τη τελειώνεις και θα γεννούνται μυριάδες ερωτήματα, σε μερικά θα απαντάς, σε άλλα όχι. Θα ‘χεις φτάσει τριάντα χρονών και θα σου αρέσουν για πρώτη φορά τα παραμύθια, θ’ αναρωτιέσαι γιατί, θα τα διαβάζεις με μανία, θα λες πως πρέπει να μην υπήρξες ποτέ παιδί. Θα χαζεύουμε τότε μαζί μια θάλασσα και θα πουλάμε ταξίδια ο ένας στον άλλο. Δε θα ήμαστε εκεί όταν πρέπει να αναχωρήσουμε, γιατί πάντα ήμαστε κάπου αλλού ώστε να φυγαδεύσουμε ακόμα πιο σημαντικά πράγματα ή και να πάρουμε αγκαλιά κάποιον ώστε να σταματήσει να κρυώνει από τις απώλειες. Θα συνθηκολογούμε για λίγους μήνες και ύστερα θα τα παρατάμε, γιατί πρέπει να τα παρατάμε αλλιώς θα ξοφλήσουμε χωρίς να το καταλάβουμε. Θα μας ρωτάνε και δε θα ξέρουμε τι ν’ απαντήσουμε, θα απαντάμε και θα σαστίζουν με τα λόγια μας.
Θα φοράμε μαύρα το χειμώνα και κόκκινα με λευκά το καλοκαίρι. Θα δίνουμε ψεύτικα ονόματα στο ξενοδόχο που βήχει τη ζωή του. Θα σφυρίζουμε στον άνεμο με αγριάδα σα να χορεύουν οι φωνές μας. Θα με παίρνεις τηλέφωνο και δε θα είσαι πια τρυφερή. Θα σε παίρνω τηλέφωνο και δε θα το σηκώνεις γιατί δε θα σημαίνω τίποτα πια για σένα. Θα σιχαίνομαι τους φίλους σου, θα σιχαίνεσαι τους δικούς μου. Θα είναι οι μέρες ηλιόλουστες, θα είναι οι μέρες βροχερές και θα περνούν τα χρόνια. Θα μακραίνουν τα μαλλιά μας θα ασχημαίνουν τα κορμιά μας. Θα διαβάσουμε μια νύχτα τα κιτάπια μας και θα αποφασίσουμε να χαθούμε. Θα χαθούμε. Μακριά, για πάντα.
Ο ήλιος θα είναι ψηλά και το φεγγάρι θα ξεμυτάει κάθε σούρουπο. Ο ουρανός θα μένει πάντα αξεδίψαστος, τ’ αγόρια θα χωρίζουν τα κορίτσια, τα κορίτσια θα χωρίζουν τ’ αγόρια. Οι άντρες θα ερωτεύονται τις πονεμένες γυναίκες και οι γυναίκες θα ερωτεύονται τους όμορφους άντρες.
Θα είμαστε δυο κόκκοι άμμου στην άκρη του κόσμου.
Κι όλα θα τελειώνουν κι όλα θα ξαναρχίζουν.
Η ιστορία θα είναι πάντα η ίδια, τίποτα δε θα την απογοητεύει…..
”…Κάθε φορά που θα νιώθεις χαμένος, μπερδεμένος, να σκέφτεσαι τα δέντρα, να θυμάσαι τον τρόπο με τον οποίο μεγαλώνουν. Να θυμάσαι ότι ένα δέντρο με πλούσια φυλλώματα και λίγες ρίζες ξεριζώνεται με το πρώτο φύσημα του αέρα, και σ’ ένα δέντρο με πολλές ρίζες και ισχνά φυλλώματα η λέμφος κυλάει με δυσκολία. Ρίζα και φυλλώματα πρέπει ν’ αναπτύσσονται με το ίδιο μέτρο, πρέπει να μένεις μέσα στα πράγματα και πάνω από αυτά, μόνο έτσι θα μπορέσεις να προσφέρεις σκιά και καταφύγιο, μόνο έτσι θα μπορέσεις να γεμίσεις με λουλούδια και καρπούς τη κατάλληλη εποχή.
Κι όταν θ’ ανοιχτούν μπροστά σου τόσοι δρόμοι και δεν θα ξέρεις ποιον να διαλέξεις, μην ακολουθήσεις ένα στη τύχη, αλλά κάθισε και περίμενε. Πάρε βαθιές, γεμάτες εμπιστοσύνη ανάσες, όπως τη μέρα που ήρθες στον κόσμο, χωρίς ν’ αφήσεις τίποτα ν’ αποσπάσει την προσοχή σου. Περίμενε, περίμενε κι άλλο. Μείνε ασάλευτος, σιωπηλή κι άκουσε την καρδιά σου. Κι όταν σου μιλήσει, πήγαινε όπου σε πάει εκείνη…”
Όλοι μας ως το τέλος της ζωής μας κουβαλάμε τα υπολείμματα από τη γέννησή μας, τις μεμβράνες και το κέλυφος από τ’ αυγό ενός αρχέγονου κόσμου. Πολλοί δεν καταφέρνουν ποτέ να γίνουν άνθρωποι. Παραμένουν βάτραχοι, σαύρες, μυρμήγκια. Πολλοί είναι άνθρωποι από τη μέση κι απάνω και ψάρια από τη μέση και κάτω. Ο καθένας, ωστόσο, αντιπροσωπεύει μια προσπάθεια της φύσης να δημιουργήσει μια ανθρώπινη ύπαρξη. Οι ρίζες μας είναι κοινές. Όλοι προερχόμαστε από την ίδια μήτρα. Το κάθε άτομο ξεπετιέται από την ίδια άβυσσο, αγωνίζεται να πετύχει το σκοπό του. Καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλο, μα κάθε άνθρωπος μπορεί να εξηγήσει μόνο τον εαυτό του.
Διάβαζα το Federico Garcia Lorca του Καββαδία και ξάφνου μου έκατσε ένα ερώτημα στο λαιμό… Είναι η κάθε μας μέρα ένα αλισβερίσι; Δίνουμε κάθε μέρα ένα αντίτιμο για να πάρουμε ψωμί και γάλα. Δίνουμε ένα ποσό μηνιαίως για να έχουμε ρεύμα, νερό και τηλέφωνο. Δίνουμε όλο το μήνα τις ιδέες, τις γνώσεις, τον ιδρώτα μας για να πάρουμε το μηνιάτικο. Δίνουμε ένα ευρώ στον ζητιάνο στο φανάρι για να πάρουμε… τι;
Συγχωροχάρτι από τις τύψεις; Να τα «έχουμε καλά με τον εαυτό μας;» Να μην μας «πάει στραβά η μέρα;» Να αποφύγουμε την φτώχεια και της ανέχεια των συνανθρώπων μας, όταν ήμαστε καθ’ οδόν για το σπίτι μας και έχοντας τόσα πολλά κατά νου που δεν χωράει η εικόνα ενός άστεγου η παράλυτου; Είναι ένα καπάρο για μια σουίτα ενός παραδείσου; Σκεφτείτε για 5-10 λεπτά τα παραπάνω…
Έπειτα ρωτήστε τον εαυτό σας, το ευρώ που δίνουμε στον ζητιάνο το δίνουμε σε εκείνον ή σε μας… Η προσφορά σαν ιδέα είναι πολύ υψηλή και την σέβομαι απεριόριστα. Μια ιδέα όμως που πληγώνεται και αλλοιώνεται όταν κακομεταχειρίζεται από κίνητρα ποταπά. Όταν κάποιος επενδύει στο δούναι για να αποκτήσει φήμη, κύρος ή (και) αναγνώριση, όταν κάποιος εν είδει προικοθήρα κάνει μια καλή πράξη και περιμένει τρίβοντας πονηρά τα χέρια, να καρπωθεί το κέρδος της πράξης του, την περηφάνια του ευεργέτη.
Ακόμα βαθύτερα, όταν προσμένει να ακούσει μια επιβράβευση, προσφέροντας για να αποκτήσει άλλο ένα «ευχαριστώ» και να καλυφθεί. Τότε την βρίσκει πληγωμένη και αιμάσσουσα, περιμένοντας την ανταμοιβή του.
Για να την εξυψώσουμε λοιπόν, να την γιατρέψουμε πρέπει να προσδοκούμε μόνο τη χαρά που πηγάζει από εκείνη, η χαρά της προσφοράς να είναι το λαβείν. Προσφέρω γιατί με γεμίζει, προσφέρω γιατί παίρνω χαρά από το γέλιο σου, βλέποντας εσένα ψηλά, ανεβαίνω και εγώ, προσφέρω γιατί η δική σου λάμψη φωτίζει και μένα, προσφέρω γιατί το βράδυ που θα ξαπλώσω δεν θα κοιτάω το πορτοφόλι μου, αλλά μια άλλη κοινωνία, αυτή που ονειρεύομαι… φωτεινή και με λιγότερο πόνο.
Εις το επανιδείν, με φωνάζει ο Federico…















