Χωρίς λόγια…

γράφει στο peripteron.eu ο Βαγγέλης Πάλλας, Δημοσιογράφος – Ερευνητής – Αναλυτής IFJ/SPJ

Κάθε χρόνο αυτές τις μέρες έρχεται συνήθως η ώρα του δικού μου απολογισμού.
Σκέπτομαι ότι καλύτερο ή ότι χειρότερο που συνέβη την προη­γούμενη χρονιά. Υπάρχει αυτές τις μέρες κάτι διαφορετικό.
Σκέπτομαι την Νατάσσα πάντα αυτές τις μέρες την ίδια γυναίκα.
Δεν την γνωρίζω, δεν την έχω συναντήσει ποτέ μου. Ήταν όμως η γυναίκα που μου έκανε το καλύτερο χριστουγεννιάτικο δώρο μια νύχτα του Δεκέμβρη – πάνε κάπου τριάντα χρόνια από τότε.
Η νυχτερινή βάρδια μου εκείνη την μέρα στην εφημερίδα ήταν όπως πάντα μοναχική. Παρακολουθούσα την συχνότητα της αστυνο­μίας και ετοίμαζα το νυχτερινό δελτίο ειδήσεων, όταν κτύπησε το τηλέ­φωνο που συνήθως εκείνη την ώρα έμενε σιωπηλό.
«Σας παρακαλώ» ακούω μια γυναικεία φωνή «πρέπει να μιλήσω με κάποιον. Βλέπεται, πρόκειται να σκοτώσω τα παιδιά μου και να σκοτωθώ και εγώ».
Κάποια «λοξή», κάποια μεθυσμένη που την είχε βαρέσει η μελαγχολία των ημερών σκέφτηκα. Όμως τα λόγια της παραήταν σοβαρά, η φωνή της παραήταν ήρεμη. «Κοίταξε κυρία μου ειλικρινά, έχω πολλή δουλειά. Μα αν μου δώσετε το όνομά σας και το τηλέφωνό σας, θα σας πάρω σε μισή ώρα. Υποσχεθείτε μου πως δεν θα κάνετε τίποτα έως τότε. Θα σας πάρω.
Εκείνη συμφώνησε. Σε μισή ώρα του φάνηκε πως το τηλέφωνο είχε κουδουνίσει εκατό φορές, ώσπου να το σηκώσει η γυναίκα.
Μου είπε ότι ο άνδρας της είχε φύγει με μία άλλη και την είχε αφήσει αδέκαρη με 4 παιδιά. Μου είπε πως δεν είχε συγγενείς και πως δεν μπορούσε να ξοφλήσει, ούτε να αγοράσει χριστουγεννιάτικα δώρα για τα παιδιά της. Ο κόσμος της είχε ξαφνικά καταρρεύσει. Το μόνο που της απέμενε ήταν να ανοίξει το γκάζι και να κουρνιάσει στο κρεβάτι μαζί με τα παιδιά της. αυτό ακριβώς ετοιμαζόταν να κάνει, όταν της πέρασε η ιδέα να τηλεφωνήσει στην εφημερίδα.
Μου είπε πως δεν έχει κανέναν για να μιλήσει.
Μιλήσαμε για προβλήματα, τα δικά της, τα δικά μου και άλλων, ακόμη πιο δυστυχισμένων και από τους δυο.
Μιλήσαμε, μιλήσαμε, ώσπου ο ήλιος άρχισε πια να μπαίνει για τα καλά μέσα από τα τζάμια του γραφείου μου. Της ζήτησα να πέσει στο κρεβάτι και να μου τηλεφωνήσει πάλι μόλις σηκωθεί – έτσι και έγινε «Όλα θα πάνε καλά» την άκουσα να μου λέει.
«Σ’ ευχαριστώ».
Λίγε μέρες αργότερα έλαβα μια χριστουγεννιάτικη κάρτα.
«Δεν φοβάμαι πια» μου έγραφε η άγνωστη γυναίκα που λεγόταν Νατάσσα. «Εσύ που μου ήσουν εντελώς ξένος, νοιάστηκες για όσα συνέ­βησαν σε εμάς. Με ξανάκανες να πιστέψω στους ανθρώπους».
Φύλαξα την κάρτα όλα αυτά τα χρόνια. Κάθε φορά που νιώθω δυστυχισμένος, την βγάζω από το συρτάρι μου όπως αυτές τις μέρες γιατί πιστεύω πως όσα είναι γραμμένα εκεί κλείνουν μέσα τους ολόκληρο το νόημα των Χριστουγέννων.