Για τα παιδιά που γέρασαν

γράφει στο peripteron.eu ο Βαγγέλης Πάλλας, Δημοσιογράφος – Ερευνητής – Αναλυτής IFJ/SPJ

Κάθε πέντε ώρες, ίσως και πιο συχνά, πεθαίνει το τελευταίο άτομο ενός τουλάχιστον σπάνιου ζωικού είδους. Σ’ αυτά τα χαμένα είδη, όπου να ναι, πρέπει να συμπεριλάβουμε το παιδί.

Πάντα πίστευα ότι η μαζική υστερία που εκδηλώνεται στους κόλπους της αμερικανικής κοινωνίας γύρω απ’ το υποτιθέμενο αίτημα φροντίδας της σωματικής και ψυχικής υγιεινής των παιδιών ισοδυναμούσε μ’ έναν αποενοχοποιητικό ελιγμό ώστε να συγκαλυφθεί το γεγονός ότι οι ενήλικοι είχαν αρ­πάξει απ’ τα παιδιά την παιδικότητα τους. Από τον ολότελα άψυχο ρεαλισμό μιας ταινίας σαν το Elephant δεν αισθάνομαι ότι έμαθα κάτι που δεν γνώριζα ήδη: τα παιδιά εξαφανίζονται σταδιακά από τη σκηνή του δυτικού κόσμου, αφήνοντας, στη θέση τους, έναν θίασο αποτελούμενο από ίσκιους.

Αυτό ήταν αναμενόμενο. Στην εξαφάνισή της, η οικογένεια, δηλαδή αυτή των προηγμένων τεχνολογικά κοινωνιών, συμπαρασύρει ότι απέμεινε απ’ την παιδική ηλικία και, μαζί, τα τελευταία υπολείμματα ονειροπόλησης γύρω από τα όρια της δυνατότητας να είσαι παιδί. Ήδη, το νόημα που ενσαρ­κωνόταν σ’ αυτή τη δυνατότητα αποσυντίθεται. Αμέσως μετά θα χαθούν και τα ίδια τα παιδιά, καθώς θα θεωρούνται πλέον πιστές μικρογραφίες ενηλί­κων. Θα ψηφίζουν από τα 11, θα κάνουν έρωτα από τα 12 και θα σπουδάζουν από τα 13, μόνον που δεν θα πρόκειται ούτε για ψήφο, ούτε για έρωτα, ούτε για σπουδές. Ότι κι αν σήμαινε αυτή η τρωτή φυσιολογικότητα των αριθμών, κάποτε ο ρόλος των γονέων ήταν να διδάσκουν τους δεκάχρονους να υπάρ­χουν ακριβώς σαν υποδειγματικοί δεκάχρονοι. Τώρα πρέπει να τους διδά­ξουν να επωμίζονται την ανώνυμη ατομικότητα μιας δίχως σύνορα οικουμέ­νης όπου οι πάντες καλούνται να αποδείξουν ότι είναι εξίσου επιδέξιοι στον χειρισμό υπολογιστών και όπου η εσωτερική ζωή, η ζωή του ψυχισμού, αντι­καθίσταται από ένα ρευστό πλέγμα αναγνωρισμένων δικαιωμάτων και υπο­χρεώσεων.

Στo μεταξύ, αφού η σύγχρονη κοινωνία πανηγυρίζει την απόκτηση πανεπιστημιακών πτυχίων από προικισμένους έφηβους, αντί να ανησυχεί, και αφού αγαλλιάζει στη θέα των νηπίων που αναλαμβάνουν χρέη τηλεπαρου­σιαστών, αντί να φρίττει, οι δεκατριάχρονοι δολοφόνοι δεν μπορεί παρά να βρίσκονται καθ’ οδόν. Και σ’ αυτούς ακόμη αναγνωρίζουν έμμεσα ένα κα­τόρθωμα, αφού ο κερδισμένος χρόνος δεν παύει να είναι χρήμα. Μοιραία, στις ΗΠΑ ενισχύεται η τάση να προσάγονται οι ανήλικοι εγκληματίες σε δι­καστήρια ενηλίκων. Το ζητούμενο, για τα παιδιά, είναι να εξελίσσονται, από βιολογική και νομική άποψη, όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, όπως οι γέροι, απ’ τους οποίους η κοινωνία ζητάει να πεθάνουν μια ώρα αρχύτερα, στην καλύ­τερη περίπτωση με ευθανασία, ώστε να μην επιβαρύνονται οι ασφαλιστικές ε­ταιρείες. Δεν επιτρέπεται να είσαι αντιπαραγωγικός.

Όσο πιο σεμνοί είναι λοιπόν οι δισταγμοί που παρεμβάλλονται στη γενική διάθεση να θεωρηθούν τα παιδιά αναλώσιμα υλικά στο παγκόσμιο πείραμα επίσπευσης του χρόνου, τόσο πιο άσεμνα διογκώνεται η ενοχή της κοινωνίας, προφανής σε όλο αυτό το σύστημα των αποζημιώσεων της βαριά τραυματισμένης τρυφερότητας, σε πείσμα, μάλιστα, του ότι η ίδια η τρυφερό­τητα -εννοώ αυτή των συναισθημάτων όχι της επιδερμίδας- δεν χαίρει καμιάς εκτίμησης. Τη θεωρούν χάσιμο χρόνου. Σε αντιστάθμισμα, σκηνοθετούν υπο­κριτικά τελετές τιμητικής αποστρατείας της παιδικότητας σε κακόγουστα τη­λεοπτικά σόου, όπου η λατρεία του μωρουδίστικου κιτς ατενίζει τολμηρά τον οπερατέρ.

Επομένως δεν είναι άξιον απορίας ότι, στις αποζημιώσεις αυτές, υλοποιούνται απίθανα μέτρα πολιτικά ορθής μέριμνας, ούτως ώστε να προστα­τεύονται πάντα τα παιδιά ως πολίτες και ποτέ η παιδικότητα, της οποίας η βα­θύτερη, μυστική αλήθεια είχε ανέκαθεν σύμμαχο την τεμπέλικη κλίση στον ρεμβασμό, αυτή τη ράθυμη υποδοχή των διακυμάνσεων του εσωτερικού χρό­νου με την οποία η δική μου γενιά (η τελευταία) πρόλαβε να γαλουχηθεί.

Φυσικά, η ηθική τάχα αντιπαλότητα ανάμεσα στη λογική της εκπαίδευσης και στα πρότυπα ψηφιακής διασκέδασης που κυριαρχούν είναι εκατό τοις ε­κατό πλαστή. Σχολείο και ηλεκτρονική ψυχαγωγία συνεταιρίζονται στην κοι­νή περιφρόνηση του ψυχικού χρόνου, που καθίσταται εμπόδιο και πρέπει να παρακαμφθεί ή να κονιορτοποιηθεί σε αμέτρητα μικροκαθήκοντα. Ενημέ­ρωση και βιντεοπαιχνίδι απαρτίζουν το ίδιο μέτωπο. Παντού επικρατεί ένα κλίμα υποτονικού πολεμικού πανικού. Εξειδίκευση και θεάματα, αθλητισμός και διαφήμιση, εθελοντισμός και στατιστική, κινητή τηλεφωνία και λατρεία της συναίνεσης, σεξουαλική απελευθέρωση και συλλογική απάθεια, επαγ­γελματικός προσανατολισμός και χημικό ντοπάρισμα, multiple choice και καλλιέργεια των ανακλαστικών για την κεραυνοβόλο ανταπόκριση στις πιο ε­φήμερες μόδες, όλ’ αυτά είναι όψεις της ίδιας φυγοκέντρου: τα παιδιά εξορίζονται όσο μακρύτερα γίνεται από τον «μεταφυσικό» πυρήνα της παιδικής η­λικίας.

Θα μπορούσε, άραγε, κανείς να αναρωτηθεί για το που βρίσκεται σήμερα η παιδική ηλικία που αφαιρέθηκε απ’ τα παιδιά; Η απάντηση είναι ό­τι την κρατούν οι ενήλικοι υποθηκευμένη στο βάθος ενός πένθους που δεν συ­ντελέστηκε, δηλαδή του πένθους για τη δική τους παιδική ηλικία, η οποία πέ­ρασε κατ’ ευθείαν στη λήθη πριν ωριμάσουν οι συνθήκες υπό τις οποίες θα μπορούσαν να την κατανοήσουν και να την αποχωριστούν. Οι συγκινήσεις έ­μειναν αδιευκρίνιστες, οι συγκρούσεις πάγωσαν μπροστά στο αδιέξοδο· ξαφ­νικά ο κόσμος κατοικήθηκε από καταναλωτές αποκλειστικά. Οι εφηβικές ε­παναστάσεις ματαιώθηκαν με τρόπο που δεν επέτρεψε την αντήχηση τους στο σύμπαν των αναμνήσεων. Οι ντουλάπες γέμισαν σκελετούς. Όλα μοιάζουν πρόωρα και συνάμα αναχρονιστικά. Το δοκιμαστικό ζύγισμα των σχέσεων με τους γονείς, ο ίλιγγος των πολιτισμικών εξελίξεων και η ορμητική εισβολή ε­νός πρωτόγνωρου μοντέλου οικογένειας, όλ’ αυτά παίχτηκαν στην κόψη μιας στιγμιαίας ευφορίας και κατόπιν σαρώθηκαν εν μια νυκτί από την απελπισία και το άγχος των «προκλήσεων» της νέας εποχής, για την οποία, κατ’ ουσίαν, οι ενήλικοι των δυτικών κοινωνιών δεν κατάλαβαν τίποτα.

Ήταν μια μεταβατική εποχή που δεν είχε προηγούμενο. Οι άνθρωποι διδάχθηκαν την Ιστορία από την τηλεόραση. Αυτή τους έσπρωξε στο ση­μείο φυγής όπου, έκτοτε, η σχέση τους με τη φύση διαμεσολαβείται απ’ τον τουρισμό και την οικολογία. Τους έπεισε ότι η άμεση επαφή με άλλα ανθρώ­πινα όντα είναι μολυσματική, τους έδειξε τη νέα γενιά φορητών συσκευών που θα αντικαθιστούσαν τη συνείδηση, τους μίλησε για τον επανασχεδιασμό του σώματος, τους πρότεινε να ξεφορτωθούν τους ρυθμούς του παρόντος και να βρεθούν διά μαγείας στο μέλλον.

Τώρα, μη έχοντας προλάβει να μεγαλώσουν, παίζουν με τα αυτοκινητάκια τους, με τα καλλυντικά και τα γκάτζετ, με τις τιμές του χρηματιστηρίου και τα τεστ εγκυμοσύνης, σαν λοβοτομημένα παιδάκια που δεν διαθέτουν κα­μία κριτική αίσθηση του τι προηγήθηκε και τι έπεται. Κλέβουν την παιδική η­λικία των παιδιών τους ώστε να τη χρησιμοποιήσουν σαν φέρετρο της δικής τους αποτυχημένης ενηλικίωσης και τα παιδιά, με τη σειρά τους, θα κλέψουν την παιδική ηλικία των δικών τους παιδιών, που θα βγαίνουν απ’ τον σωλήνα χάρη στο χάπι του αντρικού οργασμού, και ούτω καθεξής, στο διηνεκές. Ο χρόνος γίνεται η διαρκής προεξόφληση ενός δανείου που όλοι χρωστάμε, ε­νώ κανείς δεν εισέπραξε.
Πως να είσαι παιδί στ’ αλήθεια όταν όλοι είναι παιδιά στα ψέματα; Σ’ αυτό το έλλειμμα αλήθειας θεμελιώνεται και η επιτυχία της τηλεόρασης. Η αφέλεια είναι η παιδική ηλικία εκείνων που δεν έχουν δική τους.

Print Friendly, PDF & Email