Αλγερινή Επανάσταση… 1954-1962 (β΄ μέρος)
γράφει στο peripteron.eu ο Βαγγέλης Πάλλας, ∆ηµοσιογράφος – Ερευνητής – Αναλυτής IFJ / SPJ
Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΕΛΛΗΝΩΝ ΑΓΩΝΙΣΤΩN
Ήδη από το τρίτο συνέδριο της Τέταρτης Διεθνούς είχε σχηματιστεί μια πλειοψηφία από αντιπροσώπους των αποικιοκρατούμενων χωρών. Ο Μιχάλης Ράπτης (Πάμπλο), που ήταν τότε γραμματέας της Διεθνούς, είχε την άποψη ότι αυτό το γεγονός έκρυβε από μόνο του μια νέα δυναμική και υποδείκνυε την πολιτική γραμμή που έπρεπε να ακολουθηθεί. Οι θέσεις του γρήγορα επικράτησαν. Η Τέταρτη Διεθνής υποστήριξε πολιτικά και πρακτικά πολλές επαναστάσεις κατά της αποικιοκρατίας (των Μάου-Μάου, της Βολιβίας και του Μαρόκου), αλλά στην περίπτωση της Αλγερινής Επανάστασης κράτησε την πιο αποφασιστική στάση: έμπρακτη υποστήριξη «μέχρι την τελευταία συνέπεια».
Σύντομα το ζήτημα τέθηκε και πρακτικά. Οι γαλλικές μυστικές υπηρεσίες εξάρθρωσαν τα διεθνή δίκτυα από τα οποία προμηθευόταν όπλα ο αλγερινός απελευθερωτικός στρατός (ALN). Ο Μιχάλης Ράπτης ήταν της άποψης ότι ο στρατός μπορούσε να κατασκευάσει όπλα με δικά του μέσα. Η ηγεσία του FLN συμφώνησε κάποια στιγμή και το σχέδιο άρχισε να υλοποιείται. Με τη βοήθεια του μηχανισμού της Τέταρτης Διεθνούς, οργανώθηκε σε όλη την Ευρώπη ένα δίκτυο προμήθειας υλικών. Παράλληλα έγινε προσπάθεια να μεταβούν στο Μαρόκο ειδικοί τεχνικοί. Εκεί, με την ανοχή του επίσημου κράτους, θα κατασκευάζονταν τα εργοστάσια παραγωγής πολεμικού υλικού. Τη ριψοκίνδυνη αυτή επιχείρηση ανέλαβε να συντονίσει και να φέρει σε πέρας ο Δημήτρης Λιβιεράτος για λογαριασμό της Γραμματείας της Τέταρτης Διεθνούς: Κατάφερε να οργανώσει με ασφάλεια τη μετάβαση στο Μαρόκο τριάντα περίπου συντρόφων από όλο τον κόσμο, κάτω από τη μύτη των μυστικών υπηρεσιών του Ντε Γκολ και των συνεργαζόμενων χωρών. Στη συνέχεια επέβλεψε κάθε φάση υλοποίησης του σχεδίου και ήταν ο πρόεδρος της επιτροπής παράδοσης στον απελευθερωτικό στρατό της πρώτης παρτίδας των οπλοπολυβόλων που παρήγαγε το εργοστάσιο.
Μια πολυπολιτισμική ομάδα τετρακοσίων περίπου ατόμων (συνολικά) -Αλγερινοί, Ευρωπαίοι, Λατινοαμερικάνοι, διωγμένοι από τα καθεστώτα των χωρών καταγωγής τους- κατόρθωσαν, δουλεύοντας σκληρά για μήνες σε συνθήκες μυστικότητας και ρίσκου, να συνταιριάξουν τις διαφορετικές κουλτούρες τους σε αυτή την απίστευτη εμπειρία της παραγωγής του «θρυλικού ΡΜ», του οπλοπολυβόλου της Αλγερινής Επανάστασης.
Η ιστορία του βιβλίου ξεκινάει με την άφιξη του Δημήτρη Λιβιεράτου στην Καζαμπλάνκα, σε μια ακόμη επίσκεψη του από τότε που ξεκίνησε η παραγωγή του πολεμικού υλικού στα εργοστάσια της Επιμελητείας. Ένα ασυνήθιστο επεισόδιο έχει συμβεί στην Επιμελητεία. Μετά από μιας μεγάλης κλίμακας προδοσία, για λόγους ασφαλείας το εργοστάσιο πρέπει να μεταφερθεί στο Μαρόκο (στην Μπούσνικα). Η αιφνίδια αυτή αναστάτωση έχει σαν συνέπεια την κατακόρυφη πτώση του ηθικού των εργατών και το ξέσπασμα ανταγωνισμών μεταξύ των στελεχών-μελών της Οργάνωσης του FLN, αλλά και μεταξύ των «ξένων» συντρόφων. Αυτή είναι η κατάσταση που πρέπει να αντιμετωπίσει φτάνοντας σιο εργοστάσιο ο Δημήτρης Λιβιεράτος (ο «μεσιέ Ντενί» για τις στοιχειώδεις ανάγκες συνωμοτικότητας).
Αφηγούμενος τις διεργασίες για το ξεπέρασμα της κρίσης, θα μας μιλήσει για το ζήτημα των πολλαπλών ταυτοτήτων που έχουν οι επαναστάτες-εργάτες, οι οποίες αναδύονται με διάφορους συνδυασμούς κάθε φορά για να πυροδοτήσουν νέες συγκρούσεις, βάζοντας έτσι σε κίνδυνο τον τελικό στόχο, την Επανάσταση. Μέσα από την πολιτική διαφωνία προβάλλουν διάφοροι «εθνικοί» ανταγωνισμοί: η κουλτούρα και οι παραδόσεις των «ντόπιων» εργατών δεν είναι πάντοτε συμβατά στοιχεία με τους «ορθολογικούς στόχους» και τα «πλάνα παραγωγής» του εργοστασίου, ή με τους αφόρητα πιεστικούς χρόνους. Το ζήτημα της διαχείρισης του χρόνου προσκρούει σε μιαν άλλη αντίληψη, ενός χρόνου περίπου «κυκλικού», που στα μάτια του (δυτικού) παρατηρητή διακόπτεται από τις στιγμές της προσευχής και του διαλογισμού.
Μοιραία, όλες οι παραπάνω συγκρούσεις θα έπαιρναν κάποια στιγμή συγκεκριμένο περιεχόμενο: ποια ομάδα θα είχε τον έλεγχο της διεύθυνσης του εργοστασίου. Ανέκυπτε λοιπόν το ζήτημα της «εξουσίας» και, πιο συγκεκριμένα, ποιος «συσχετισμός» θα έλεγχε τη γενική συνέλευση, το υπέρτατο όργανο της αυτοδιαχειριζόμενης εργοστασιακής μονάδας. Αλλά και τα επιμέρους «κέντρα» δουλειάς διευθύνονταν και συντονίζονταν από τακτική μηνιαία γενική συνέλευση, η οποία συνερχόταν παρά τις όποιες δυσκολίες, ακόμα κι αν οι μεταξύ των «κέντρων» αποστάσεις συχνά ξεπερνούσαν τα εκατό χιλιόμετρα. Η γενική συνέλευση, όπως την περιγράφει ο Λιβιεράτος, είναι ένας ζωντανός οργανισμός. Οι πλειοψηφίες και οι μειοψηφίες εναλλάσσονται σε μια ποικιλία θεμάτων, όχι αποκλειστικά τεχνικών ή της τρέχουσας καθημερινότητας: κολεκτιβιστική ή όχι διεύθυνση, εθνική ή προλεταριακή επανάσταση, κι ακόμη, αποικιακή ή ευρωπαϊκή προλεταριακή επανάσταση. Εξαντλητικές συζητήσεις που κρατούν μέχρι και δώδεκα ώρες, καθώς πρέπει να μεταφράζονται παράλληλα οι απόψεις όλων όσοι συμμετέχουν. Ωστόσο, «άλλο πράγμα να συζητάς για την επανάσταση από τα βιβλία, τα χαρτιά, τα κείμενα, να την φαντάζεσαι όπως εσύ θέλεις, και άλλο να την ζεις, με την καθημερινή της ρουτίνα, με τα ανθρώπινα ελαττώματα της», σχολιάζει ο συγγραφέας, για να μας προσγειώσει στα αδιέξοδα στα οποία μπορεί συχνά να καταλήξει η μετάβαση από τη θεωρία στην πράξη, τότε και πάντα.
Αντιμετωπίζοντας μερικά από τα παραπάνω «αδιέξοδα» της εργοστασιακής μονάδας της Δυτικής Επιμελητείας, ο Λιβιεράτος θα έχει την ευκαιρία να σχολιάσει με διεισδυτικότητα κάποιες παραμέτρους των γεγονότων. Αφήνοντας κατά μέρος την αφήγηση, καταγράφει τις σκέψεις του για τη γενικότερη πολιτική κατάσταση της εποχής, για τις τεχνικές της κυριαρχίας των γάλλων αποικιοκρατών, για τις διαφορές στην «προλεταριακή παράδοση» Δύσης και Ανατολής, για τη διαφορετικότητα που σηματοδοτεί η προσφώνηση πότε «σύντροφε» και πότε «αδελφέ» από τα μέλη της «κοινότητας» του εργοστασίου, για τον κίνδυνο της διαφθοράς των επαναστατών από το χρήμα και τις συνήθειες που αυτό υπαγορεύει.
Με αφορμή τα σύντομα ταξίδια του για τις ανάγκες επίλυσης της κρίσης, στην Ευρώπη (Λονδίνο) και πάλι πίσω στο Μαρόκο, θα δώσει εξαιρετικά περιεκτικές περιγραφές, πότε του βορειοαφρικανικου τοπίου της υπαίθρου και των πόλεων, και πότε των εργατικών συνοικιών του Λονδίνου.
Τελικά, οι εντάσεις μεταξύ των εργατών θα διευθετηθούν, καθώς η δυναμική του εγχειρήματος και οι αδιάκοπες προσπάθειες του Δημήτρη Λιβιεράτου θα συμβάλουν ώστε «να γίνουν επιτέλους ομάδα», όπως χαρακτηριστικά σημειώνει κάπου ο συγγραφέας, δηλαδή να καταλάβουν ότι αποτελούν συστατικά μέρη μιας «ολότητας» που αναπτύσσεται με ένα μόνο σκοπό: την Απελευθέρωση. Αυτό είναι το «νόημα» που θα αμβλύνει τις διαφορές, θα ανασύρει τα κρυμμένα αποθέματα δύναμης και πίστης, διευκολύνοντας την συνεννόηση. (Χαρακτηριστικό είναι το στιγμιότυπο όπου ο Βίκτορ και ο Αλ καταφέρνουν να συζητήσουν τεχνικές λεπτομέρειες της παραγωγής χωρίς να καταλαβαίνουν ο ένας τη γλώσσα του άλλου.)
Η ιστορία θα έχει αίσιο τέλος. Το εργοστάσιο της Δυτικής Επιμελητείας θα ολοκληρώσει το «πλάνο παραγωγής» του. Όχι χωρίς κινδύνους και απώλειες, καθώς το Κόκκινο Χέρι (μυστική υπηρεσία του Ντε Γκολ) καραδοκεί, περιμένοντας το μοιραίο λάθος. Κάτι τέτοιο όμως δεν θα συμβεί, χάρη και στο άγρυπνο μάτι του «Γκαμπ», που δεν είναι άλλος από τον Μιχάλη Ράπτη (Πάμπλο), το ιστορικό ηγετικό στέλεχος της Τέταρτης Διεθνούς, ο οποίος, από την Ευρώπη, μαζί με τη σύντροφο του Έλλη (Δυοβουνιώτη), αναλύει τις πληροφορίες, σχεδιάζει με προσοχή και κατευθύνει από μακριά κάθε βήμα της παράτολμης αυτής επιχείρησης.
(Στοιχεία δανείστηκα από το βιβλίο του Δημ. Λιβιεράτου «το αόρατο εργοστάσιο της επανάστασης»)

















