113… χρόνια τζαζ!…

γράφει στο peripteron.eu ο Βαγγέλης Πάλλας, ∆ηµοσιογράφος – Ερευνητής – Αναλυτής IFJ / SPJ

Στη Νέα Ορλεάνη γεννήθηκε η μουσική της οργής και του έρωτα. Από το δέλτα του ποταμού Μισισιπή σε ολόκληρο τον κόσμο.

Τη λέξη τζαζ ακόμα και οι μαύροι του νότου έξω από το δέλτα του Μισισιπή την άκουσαν με έκπληξη, περίπου στις αρχές του 1908. Όταν η Οριτζιάνα Ντίξλαντ τζαζ μπαντ ήρθε το 1917 να παίξει στου «ραϊζενβέρμπερ» στη Ν. Υόρκη. Η διεύθυνση του κέντρου ανάρτησε πινακίδες που εξηγούσαν ότι η μουσική αυτή είναι για χορό. Από τότε η Τζαζ θριάμβευσε σε όλο τον κόσμο. Είναι μια περίεργη «μετάγγιση αίματος» αυτό που παρατηρείται στην πολιτισμένη σκηνή όταν εξαντλείται από την εμπορική νόθευση και την υπερεκμετάλλευση εμφανίζονται αίφνης οι «ανώτερες τάξεις» και αναζωογονούν τα κουρασμένα κύτταρα της τέχνης, με δάνεια από τις «κατώτερες τάξεις» όπως συμβαίνει κατά καιρούς με τη μουσική αριστοκράτες και αστοί διέδωσαν τον βαλς των «ακόλαστων χωρικών» όπως και την πόλη των αγροτών ενός επαναστατημένου έθνους. Διανοούμενοι πρωτοέδειξαν τη δύναμη των ανδαλουσιανών χορών, του φλαμένγκου των τσιγγάνων.

Aυτό όμως που συνέβη με τη τζαζ είναι αξιοθαύμα­στο. Η κοινότητα των οπαδών της είναι η πολυ­πληθέστερη και με περισσότερη επιρροή. Να φταίει, άραγε, το ότι ξεκίνησε σαν «απαγορευμένος καρπός»; Ίσως, γιατί οι ήχοι της βγαίνουν από τις νότες της οργής, της αδικίας, του πόνου, της μοναξιάς και του πε­ριθωριακού χαρακτήρα των μαύρων της πόλης.
Η τζαζ βγαίνει μέσα από τις πόρτες των μπαρ της «Μπούρμον Στριτ» της Νέας Ορλεάνης, ξεχύνεται από τα ρα­διόφωνα, δίνει ζωντάνια στις παρελάσεις, ηρεμεί τις κηδεί­ες, νανουρίζει τις φυλακές… Η τζαζ εξακολουθεί, έναν αιώ­να μετά, να είναι διαποτισμένη με την ψυχή της πόλης.

«Πάνω σ’ αυτές τις παλιοράγες θα βάλω το κεφάλι,
το τρένο των 2 και 15′ να ηρεμήσει το νου μου».

Οι αφρικανικές καταβολές της τζαζ δεν αμφισβητού­μαι από κανέναν. Οι μαύροι σκλάβοι που οδηγήθηκαν στις νότιες πολιτείες των ΗΠΑ προέρχονταν, στη μεγάλη πλειο­νότητα τους, από τη Δυτική Αφρική. Από την κοινωνία των μαύρων στην Αφρική πολύ λίγα στοιχεία επέζησαν στη νέα ους πατρίδα. Μαζί με τη σκλαβιά τους μετέφεραν και ορισμένα είδη τραγουδιών που συνδέονταν με διάφορες κοινωνικές δραστηριότητες, όπως κραυγές της υπαίθρου, τραγούδια της δουλειάς, σατιρικά και άλλα παρόμοια.

Στην ίδια κατηγορία ανήκουν και ορισμένες μουσικές πρακτικές, σαν την πολυφωνία, την πολυρυθμία και το διαρκή αυτοσχεδιασμό. Τα μόνα μουσικά όργανα τα οποία οι σκλάβοι έφεραν μαζί τους. ήταν ρυθμικά-μελωδικά και φυσικά η ίδια η φωνή τους.

Οι χαρακτηριστικές χροιές και τα «τσακίσματα» της αφρικανικής φωνής άφησαν ανεξίτηλα τη σφραγίδα τους πά­νω στον ήχο όλων των μουσικών οργάνων της τζαζ.

Παρά ταύτα, η τζαζ δεν θεωρείται αφρικανική μουσι­κή. Είναι τόσο η γέννηση της όσο και η ανάπτυξη της, προϊ­όν της πρόσμειξης μαύρης μουσικής με λευκά στοιχεία. Ιστορικά, θα λέγαμε ότι εμπλουτίστηκε στη συνάντηση που είχε με τρεις διαφορετικές ευρωπαϊκές πολιτισμικές παρα­δόσεις: την ισπανική, τη γαλλική και την αγγλοσαξωνική. Στο σταυροδρόμι αυτό καθεμία έδωσε ένα ιδιαίτερο αφρο-ευρωπαϊκό ιδίωμα.

Πρώτον, τη μουσική της Λατινικής Αμερικής, δεύτε­ρον τη μουσική της γαλλικής Καραϊβικής και τρίτον τη μου­σική της αφροαγγλοσαξωνικής, από την οποία τα θρησκευ­τικά τραγούδια και τα μπλουζ της υπαίθρου είναι τα πιο σημαντικά.

Όλα αυτά τα μουσικά ιδιώματα συνυπήρχαν και ανα­πτύχθηκαν περισσότερο από οπουδήποτε αλλού στο Δέλτα του Μισισίπι, που συνδύαζε την αγγλοσαξωνική ενδοχώρα με την ντόπια γαλλική κουλτούρα και το άνοιγμα προς την ι­σπανική Καραϊβική.

Η πιο σημαντική όμως ήταν η γαλλική μουσική παρά­δοση που άφησε τη σφραγίδα της στη γενέτειρα της τζαζ, τη Νέα Ορλεάνη. Αυτό οφείλεται κυρίως στους απελεύθερους σκλάβους -την ειδική αυτή κοινωνική τάξη της Νέας Ορλεά­νης- τους gen de couleur, τους γνωστούς Κρεολούς, που κα­τάγονται από μαύρες πρώην ερωμένες Γάλλων αποίκων και τους απογόνους τους, οι οποίοι την είχαν αφομοιώσει στην εντέλεια.

Όταν το 1880 με την επικράτηση των φυλετικών διακρίσεων οι Κρεολοί έχασαν τα προνόμια τους, μεταφύτευ­σαν τη γαλλική μουσική παράδοση στους κοινωνικά κατώ­τερους» μαύρους. Η βασική σύνθεση της ορχήστρας τζαζ, η τεχνική των μουσικών οργάνων, ιδίως του κλαρινέτου, το ρεπερτόριο από εμβατήρια, καντρίλιες, βαλς και τα παρό­μοια μαρτυρούν χωρίς αμφιβολία τη γαλλική επιρροή. Tο ίδιο φαίνεται και από τα ονόματα πολλών παλαιών μούσι της Νέας Ορλεάνης, όπως Μπεσέ, Ντομινίκ, Σεν Σιρ, Μπι-γκάρ, Πικού, Πιρόν κ.ά.

Μεγάλο ρόλο έπαιξε και η μεσογειακή και καθολική παράδοση της Νέας Ορλεάνης με τις δημόσιες γιορτές, τα καρναβάλια, τις διάφορες «αδελφότητες» που ταίριαζαν εύ­κολα με την αφρικανική κλίση στις μυστικές οργανώσεις και οι μουσικές παρελάσεις, και όλα μαζί αποτελούν τον κοινω­νικό περίγυρο μέσα στον οποίο αναπτύχθηκε η τζαζ της Νέας Ορλεάνης. Οι αγγλοσαξωνικές, ωστόσο, καταβολές της τζαζ είναι από πολλές απόψεις οι περισσότερο βασικές. Η γλώσσα, η θρησκεία και η θρησκευτική μουσική των Άγγλων αποίκων -και σε μικρότερο βαθμό τα λαϊκά τραγού­δια και η μουσική τους- επηρέασαν τους μαύρους της ιδιαί­τερης αυτής περιοχής.

Στην αγγλική γλώσσα μίλησαν και τραγούδησαν οι φω­νές της πέρα από σύνορα αυτής μουσικής, σε αυτήν τη γλώσσα δημιούργησαν πλάι στην τζαζ το εκλεκτότερο σώμα αγγλικής λαϊκής ποίησης μετά τις μπαλάντες της Σκοτίας, ό­πως είναι τα τραγούδια της δουλειάς, τα γκόσπελ και τα μπλουζ. Γιατί όμως η σπουδαία αυτή μουσική γεννήθηκε ει­δικά στη Νέα Ορλεάνη; Τι κυρίως έπαιξε ρόλο στο να αποτελέσει για την περιοχή αυτή το νούμερο ένα σημαντικό γε­γονός; Γιατί και στο Μόμπιλ της Αλαμπάμα, μια πόλη σχεδόν πανομοιότυπη με τη Νέα Ορλεάνη, δεν εμφανίστηκε τέτοια έξαρση; Μάλιστα το «γιατί» εξακολουθεί για τους ιστορικούς της τζαζ να είναι ένα από τα άλυτα προβλήματα, καθότι κα­θένας δίνει τη δική του εξήγηση.

Εκεί όμως που φαίνεται πως συμφωνούν όλοι είναι το σημείο της παρακμής των παλιών παραδοσιακών εθίμων των μαύρων και ο ξεπεσμός των απελεύθερων «μαύρων Κρεολών» Η δεκαετία 1880-1890 στάθηκε κρίσιμη και για τις δύο περιπτώσεις. Η Νέα Ορλεάνη κατείχε ξεχωριστή θέ­ση στο Νότο εφόσον το 1880 είχε 216.000 κατοίκους και ή­ταν η μοναδική μεγαλούπολη.

Οι χοροί στην Πλατεία Κόνγκο τερματίστηκαν, και έτσι μετά την κατάργηση της δουλείας άρχισαν οι πρώτες συστη­ματικές φυλετικές διακρίσεις. Το τέλος της τελετουργικής α­φρικανικής ψυχαγωγίας άνοιξε το δρόμο σε μια πιο πολύ ε­λεύθερη πρόσμειξη ευρωπαϊκών και αφρικανικών χαρακτηριστικών στις διάφορες δημόσιες εκδηλώσεις, στις οποίες πρωταγωνιστούσαν οι ορχήστρες πνευστών που αν­θούσαν μετά τον εμφύλιο.

Έτσι, κυριάρχησαν οι μαύροι των μπλουζ με τους αυ­τοσχεδιασμούς. Μέσα από τις προσμείξεις αυτές αναδύθηκε η τζαζ της Νέας Ορλεάνης, σαν μαύρη Αφροδίτη μέσα από τα κύματα. Ακόμη και σήμερα μπορούμε να την ακούσουμε στην αρχική μορφή της, χάρη στα περίφημα επικήδεια εμ­βατήρια που ξαναζωντάνεψαν για τις εταιρείες δίσκων ο Τζέλι Ρολ Μόρτον και ο Λούις Αρμστρονγκ.

Ο Μπανκ Τζόνσον περιγράφει για εκείνη την εποχή: «Στο δρόμο προς το νεκροταφείο για να κηδέψουμε ένα μέ­λος της αδελφότητας των «Όλντ Φέλοου» ή ένα Μασόνο -οι οργανώσεις αυτές έθαβαν πάντα τους νεκρούς τους με μου­σική παίζαμε αργά, πολύ αργά κομμάτια, όπως το Nearer My God to Thee, to Flee as a Bird to the Mountains ή το Come Thee Disconsolate.

Παίζαμε συνήθως σε 4/4 πολύ αργά: όλοι περπατού­σαν πολύ αργά πίσω από το νεκρό. Όταν φτάναμε στο νε­κροταφείο και θάβανε το νεκρό, η ορχήστρα έμπαινε επικεφαλής για την επιστροφή. Ακολουθούσαν τα μέλη του σω­ματείου ή η στοά τους, καλούσαν έναν- έναν με προσκλητή­ριο – και έμπαιναν στην αράδα. Τότε αρχίζαμε τα ραγκτάιμ -αυτά που ο κόσμος τώρα ονομάζει σουίνγκ. Παίζαμε το Didn’t He Ramble, To When the Saints Go Marching In, to καλό, παλιό κομμάτι Ain’t Gonna Study War No More και πολλά άλλα, που τα παίζαμε μονάχα γι’ αυτόν το σκοπό.

Και ταυτόχρονα στα καταγώγια υπήρχαν οι νεαρές πόρνες και αυτοί οι μουσικοί του μπλουζ που δεν ξέρουν τί­ποτα άλλο από το μπλουζ, όπως ο Γκάμ Kιντ, που έπαιζε όλη τη νύχτα στα σπίτια της καλοπέρασης για μερικά δολάρια πο­τό: «Ι could sit right here and think a thousand miles away».

Έτσι, λοιπόν, γεννήθηκε η τζαζ. Η μοναδικότητα της δεν οφείλεται στο γεγονός τόσο της εμφάνισης της όσο στην εκπληκτική διάδοση της.

Οι τρεις σημαντικές περίοδοι

Μπορούμε χοντρικά να τη χωρίσουμε σε τρεις περιόδους:

Πρώτη περίοδος 1908-1917, οπότε η τζαζ γίνεται το βασικό ιδίωμα της μαύρης λαϊκής μουσικής σε όλη την Αμε­ρική.

Δεύτερη περίοδος 1917-1929, οπότε εξελίσσεται ρα­γδαία αλλά απλώνεται πολύ λίγο.

Τρίτn περίοδος 1929-1941, με την κατάκτηση της τζαζ, ενός ολιγάριθμου ευρωπαϊκού κοινού και μερικών συνθε­τών της έντεχνης μουσικής και τέταρτη περίοδος η μεταμοντέρνα. Ο πραγματικός διεθνής θρίαμβος της τζαζ, η διείσδυ­ση της στην ελαφρά μουσική, η πρωτοποριακή μοντέρνα τζαζ ή γκόσπελ και το μπλουζ ήρθαν μετρ το 1941. Η εξά­πλωση της, όμως, έχει μια μυθική εικόνα.

Το 1917 το Αμερικανικό Ναυτικό έκλεισε την κακόφημη συνοικία της Νέας Ορλεάνης έπειτα από μια έξαρση βίας όταν είχαν αρχίσει να συχνάζουν και ναύτες του Αμερικανικού Ναυτικού και απαγόρευσε την τζαζ.

Τότε πολλοί τζαζίστες μετανάστευσαν ακολουθώντας τον Μισισιπή και έφθασαν στο Σικάγο και από εκεί απλώθη­καν σε όλη την Αμερική, και ειδικά στη Νέα Υόρκη.

Μία ομάδα λευκών Νοτίων η «Original Dixiland Jazz Band», που αυτοπροβάλλονταν ως μουσικοί νεωτεριστές, ει­σήγαγαν δυναμικά την τζαζ στη Νέα Υόρκη και κατέγραψαν, μάλιστα, σε δίσκο δύο συνθέσεις τους.

Μία άλλη ομάδα άρχισε να ψυχαγωγεί τους επιβάτες ενός ποταμόπλοιου που έκανε διαδρομές στο Μισισίπι. Οι μουσικοί της Νέας Ορλεάνης είχαν αρχίσει να περιοδεύουν από πολύ νωρίς ολόκληρη την Αμερική και είχαν φθάσει α­κόμα και στην Ευρώπη.

Κανένας όμως δεν τους είχε δώσει σημασία μέχρι το 1919. Τότε μία άλλη ομάδα, η Southery Syncopated Orchestra, με επικεφαλής τον Σίντνεϊ Μπάσει, εμφανίστηκε στο Λονδίνο, όπου μεταξύ άλλων, εντυπωσίασε και τον Ελβετό μαέστρο Έρνεστ Άνσερμετ, που ήταν ο πρώτος μου­σικός της Ευρώπης που διέκρινε τα μοναδικής ζωτικότητας στοιχεία της τζαζ.
Στο μεταξύ, στην Αμερική η εξάπλωση της τζαζ, βορει­ότερα απέκτησε σημαντικό έρεισμα στο Σικάγο, με το «βασι­λιά» Όλιβερ, που αποδείχθηκε μεγάλος τρομπετίστας.

Αποφασιστική καμπή στην εξέλιξη της τζαζ σημειώθη­κε με την παρουσία του Λούις Άμστρονγκ, που αποτελεί μέ­χρι σήμερα το αντιπροσωπευτικό σύμβολο στην ιστορία του είδους.

Ξεκινώντας από το ύφος της τζαζ της Νέας Ορλεάνης έδωσε παραπέρα προεκτάσεις, μεταφέροντας, μάλιστα, την εκτέλεση της σχετικής μουσικής από το ομαδικό στο προσωπικό, δημιουργώντας προϋποθέσεις για σολίστ.

Για χρόνια δούλεψε με τις ορχήστρες του «Hot Five» και «Hot Seven», μεταξύ δε του 1925 και 1928 ως σολίστ έ­γραψε σε δίσκους για γραμμόφωνο εξαίρετες μελωδίες στο στιλ μπλουζ. Γρήγορα έγινε περιζήτητος στο Μπρόντγουεϊ και αρ­γότερα εθνική και διεθνής μορφή. Μεγάλη ιστορία άφησε και η σχολή του Σικάγο με την ομάδα «New Orleans Rhythm Kings».
Ο παραδοσιακός συνδυασμός των τριών οργάνων (τρομπέτα – τρομπόνι-κλαρίνο), περιέλαβε και το σαξόφωνο.

Στη συνεχεία, ο κατ’ εξοχήν εκπρόσωπος του στιλ του Σικάγο, Λέων Μπίσμαρκ «Βιχ» Μπεντερμπέκε, αυτοδίδα­κτος κορνετίστας και πιανίστας εισήγαγε νέα στοιχεία με κα­θαρούς τόνους και μια καινούργια θεωρία περί αρμονίας που άφησε εποχή. Τραγούδια του, όπως τα «Ι’m coming Virginia» και «Singing the blues» έμειναν στην ιστορία ως α­ριστουργήματα μουσικής αρτιότητας.

Η εισαγωγή του πιάνου στην ορχήστρα της τζαζ βρήκε έναν αξιόλογο εκπρόσωπο, τον πιανίστα Τζέιμς Τζόνσον, που ήξερε να ενορχηστρώνει με ιδιαίτερη επιτυχία.

Ακόμα, ο Aρτ Τάτουμ, σχεδόν τυφλός, μια σπουδαία μορφή της τζαζ από τις πιο αμφισβητούμενες, εισήγαγε μιαν ανορθόδοξη τεχνική, βάσει ενός εντελώς προσωπικού στιλ.

Η ιστορία των μεγάλων ορχηστρών της τζαζ άρχισε ου­σιαστικά με τον Φερντινάντ «Τζέλι Ραλ» Μόρτον και κυρίως με τον Φλέτσερ Χέντερσον, ο οποίος περιέλαβε στην ομάδα του διακεκριμένους μαύρους εκτελεστές, μεταξύ αυτών κα­τά καιρούς και τον Λούις Άμστρονγκ.

Το 1935, στο Χόλιγουντ, ο Γκούντμαν, παίζοντας σε χορούς, ανέδειξε το σουίνγκ και χαρακτηρίστηκε ως «βασι­λιάς» του.

Οι μοντέρνοι ρυθμοί της τζαζ, γνωστοί ως μπίμποπ έχουν εκπροσώπούς τους Τζον Μπερκς, «Nτίζι» Γιλέσπι Τσάρλι Πάρκερ και Μάιλς Ντέιβις.

Σπουδαίες φωνές, όπως των Λένμπετερ, Μπρούνζι, Τζέφερσον, απέδειξαν ότι η ανθρώπινη δύναμη μπορεί να εκφράσει απόλυτα το πνεύμα της μουσικής.

Επίσης, μεγάλοι συνθέτες ενέταξαν την τζαζ σε συνθέ­σεις του, όπως ο Ιγκόρ Στραβίνσκι, που το 1945 έγραψε το «Ebony Concerto» για την Ορχήστρα Γούντι Χέρμαν.

Η τζαζ μουσική και όλες οι άλλες παραλλαγές που α­κολούθησαν, στηρίχθηκαν πάνω στη θλίψη, τον πόνο, την αδικία, τη μοναξιά και το περιθώριο.

Οι φτωχογειτονιές της Αμερικής έβγαλαν τα ιερά τέρα­τα της τζαζ, τόσο σε φωνή όσο και σε ορχηστρικά και στί­χους. Το πιο αντιπροσωπευτικό δείγμα της περίπτωσης αυ­τής είναι η μεγάλη Μπέσι Σμιθ γεννημένη στις άθλιες φτωχογειτονιές του Νάσβιλ στο Τενεσί μια «μεγαλόσωμη, ό­μορφη, τραχιά, αλκοολική και απέραντα θλιμμένη γυναί­κα».

Ήταν η πιο τραγική μορφή της τζαζ… Ένας παλιός κι­θαρίστας έλεγε ότι «όταν τραγουδούσε δεν μπορούσες να κουνήσεις το κεφάλι. Κυριαρχούσε στη σκηνή. Της άρεσε να τραγουδά τα μπλουζ αργά, δεν γούσταρε τους γρήγο­ρους ρυθμούς».

Σε όλη της τη ζωή ήταν μονάχη.

Τραγουδούσε για την προσωρινότητα της φιλίας, του χρήματος, του πιοτού και των αντρών, με τη δυσπιστία και την απέραντη πίκρα εκείνου που γνωρίζει ότι δεν μπορείς να έχεις εμπιστοσύνη σε κανέναν.

Μοναχική αντάρτισσα αλλά αλύγιστη, η Μπέα, σκο­τώθηκε σε τροχαίο στο Νότο. Το τραγούδι της «θα θερίσεις ό,τι σπείρεις» την εξέφραζε απόλυτα, και ήταν το αγαπημένο ρεφρέν του μπλουζ της.

Οι βιογράφοι της λένε ότι κανένας δεν ακτινοβολούσε περισσότερο από την Μπέσι όταν τραγουδούσε το «Έχω κλείσει τον κόσμο σε ένα πιθάρι, κρατώ στο χέρι μου την τάπα»ή το «Αξίζω όσο η κάθε μια γυναίκα στην πόλη σας».

Επίσης, σπουδαίο σύμβολο για τους μεγάλους τζαζίστες υπήρξε η έννοια της μετακίνησης καθότι δημιουργούσε ελπίδες ή απογοητεύσεις. Ο σιδηρόδρομος έγινε, λοιπόν, σπουδαία λέξη που συμπεριλήφθηκε σε αμέτρητους στί­χους. Ήταν το σύμβολο ελευθερίας και όχι μηχανοποίησης.

Για τον κατάδικο, του έφερνε το κορίτσι του, για το δραπέτη, τον έβγαζε από τα σύνορα, για τον απογοητευμένο ο τρόπος να τελειώσει τη ζωή του από τα βάσανα.

«Θα κρυφτώ σε ένα τρένο δεκαπέντε βαγόνια μακρύ
Κι όταν με αναζητήσεις θα’μαι πια μακριά».

Εβδομηντάχρονοι… τηνέιτζερς

Σήμερα η τζαζ μουσική έχει κατακτήσει όλο τον κό­σμο, αλλά οι θαυμαστές της εξακολουθούν να έχουν μια ιδι­αίτερη σχέση μεταξύ τους. Έχουν τους δικούς τους χώρους, τις αντιθέσεις τους αλλά και μια παθολογική αγάπη γι’ αυτό το είδος της μουσικής. Παρότι πέρασε μέσα από απαγορεύ­σεις και αμέτρητες δυσκολίες η τζαζ κατόρθωσε να επιβλη­θεί πάνω από έναν αιώνα.

Στη Νέα Ορλεάνη υπάρχουν αμέτρητα συγκροτήματα με μέσο όρο ηλικίας τα 70 χρόνια, που διδάσκουν τους νεα­ρούς μουσικούς, αναπληρώνοντας έτσι το κενό που αφή­νουν όταν φεύγουν. Υπολογίζεται ότι πάνω από τους μισούς της τοπικής Ένωσης Μουσικών Νέας Ορλεάνης είναι απο­κλειστικά τζαζίστες.

«Ω, έτσι είναι η ζωή/Ναι, δε γίνεται αλλιώς/Ε, λοιπόν, αν δεν το πιάνεις/Φίλε σε λυπάμαι», λέει το μπλουζ του Μισισιπή…

Print Friendly, PDF & Email