Το τρενάκι του ρατσισμού

Επιμέλεια: Βαγγέλης Πάλλας, ∆ηµοσιογράφος – Ερευνητής – Αναλυτής IFJ / SPJ

Ο άνθρωπος που δεν φοβήθηκε τους Ναζί

Ο Αυστριακός επιθετικός της Αούστρια Βιέννης, Ματίας Ζίντελαρ αποτέλεσε ένα από τα μεγαλύτερα ποδοσφαιρικά αστέρια της Ευρώπης τη δεκαετία του 20’ και του 30’. Έμεινε γνωστός για τη φανταστική ντρίμπλα, τη δημιουργικότητα που έβγαζε στο παιχνίδι του και τα γκολ που σημείωνε, αλλά πάνω από όλα για τη δράση του εναντίον της ναζιστικής Γερμανίας.

Ο Ζίντελαρ γεννήθηκε το 1903 στη Μοραβία της σημερινής Τσεχίας από Τσέχους γονείς με εβραϊκές ρίζες, αλλά από μικρή ηλικία αυτός και η οικογένειά του μετανάστευσαν στη Βιέννη παίρνοντας την αυστριακή υπηκοότητα. Στα μέσα της δεκαετίας του 20’ και στις αρχές της δεκαετίας του 30’ αποτελεί ένα σημαντικό κεφάλαιο του αυστριακού ποδοσφαίρου τόσο με την Αούστρια όσο και με την Εθνική ομάδα της χώρας, την περίφημη «Βούντερτιμ», δηλαδή «Ομάδα-Θαύμα».

Γνωστός με το παρατσούκλι The Paper Man (άνθρωπος-χαρτί) εξ αιτίας της λεπτής σωματοδομής του, ο Ζίντελαρ παντρεύεται την Ιταλίδα εβραϊκής καταγωγής Καμίλα Καστανιόλα και όταν το 1938 η Αυστρία προσαρτάται στη ναζιστική Γερμανία αρχίζουν τα προβλήματα.

Η ναζιστική Γερμανία του Χίτλερ για να γιορτάσει την προσάρτηση κανονίζει φιλική αναμέτρηση μεταξύ των δύο χωρών και ο Ζίντελαρ μαζί με τον συμπαίκτη του στην εθνική Αυστρίας, Καρλ Σέστα αρνούνται να απευθύνουν τον ναζιστικό χαιρετισμό στο τέλος της αναμέτρησης. Πριν από αυτό μάλιστα ο Ζίντελαρ είχε σκοράρει στη νίκη με 2-0 των Αυστριακών πανηγυρίζοντας μάλιστα έξαλλα, δείγμα της εναντίωσής του απέναντι στο ναζιστικό γερμανικό καθεστώς εκείνης της εποχής.

Οι Γερμανοί τον βάζουν στο μάτι και μάλιστα ο Γκέμπελς προσπαθεί με προπαγανδιστικούς μεθόδους να τον πείσει να αποδεχθεί τη γερμανική υπηκοότητα και να παίξει στην Εθνική Γερμανίας. Την ίδια στιγμή ο Σέστα συλλαμβάνεται από την Γκεστάπο, ωστόσο ο Ζίντελαρ με τη σύζυγό του προλαβαίνουν και κρύβονται. Μάλιστα ενισχύει και οικονομικά αντι-ναζιστικές ομάδες που δρουν στην πατρίδα γέννησής του την Τσεχοσλοβακία.

Το καλοκαίρι του 1938 στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Γαλλίας ο Ζίντελαρ παρευρίσκεται στις κερκίδες για να παρακολουθήσει τον τελικό μεταξύ της Ιταλίας και της Ουγγαρίας. Ο ίδιος αρνείται να χαιρετήσει τον Χίτλερ ναζιστικά και μόλις οι θεατές αντιλαμβάνονται την παρουσία του στις κερκίδες αρχίζουν να τραγουδούν περήφανα τη Μασσαλιώτιδα.

Παρά το γεγονός ότι γνωρίζει πως η ζωή του κινδυνεύει ο Ζίντελαρ επιστρέφει στην Αυστρία μαζί με τη γυναίκα του. Την ίδια στιγμή οι Ναζί έχουν πάρει εντολή να τον σκοτώσουν στο σπίτι του, ωστόσο το συγκεντρωμένο πλήθος που περίμενε τις εξελίξεις αποκρούει την επίθεση και ο Ζίντελαρ με τη σύζυγό του διαφεύγουν τον κίνδυνο.

Ο Ζίντελαρ έχοντας επιστρέψει στη Βιέννη φοράει ξανά τη φανέλα της αγαπημένης του Αούστρια. Ωστόσο σε λιγότερο από ένα μήνα, στις 23 Ιανουαρίου του 1939, αυτός και η Καμίλα θα βρίσκονταν νεκροί μέσα στο σπίτι τους. Ο θάνατός τους σύμφωνα με όσα είδαν το φως της δημοσιότητας αποδόθηκε σε διαρροή μονοξειδίου του άνθρακα στο σπίτι τους, ωστόσο οι πράκτορες των Ναζί είχαν βάλει το χέρι τους.

Ο θάνατος του Ζίντελαρ προκάλεσε μεγάλη συγκίνηση αφού το πρόσωπό του είχε συνδεθεί με την έντονη αντι-ναζιστική δράση εκείνη την εποχή. Περισσότερα από 15,000 τηλεγραφήματα έφτασαν στα γραφεία της Αούστρια Βιέννης, ενώ στην κηδεία του παρευρέθηκαν 40,000 άτομα. Ο Ζίντελαρ θα έμενε στην ιστορία ως ένα είδωλο για την ποδοσφαιρική και όχι μόνο δράση του.

Λεονάρδο Παδούρα: «O κόσμος δεν είναι ακόμα έτοιμος να δεχθεί τη διαφορετικότητα»

Από πού πηγάζει ο ρατσισμός και γιατί τον βλέπουμε να ενισχύεται κατά καιρούς σε διάφορες κοινωνίες;   

Πιστεύω πως ο κόσμος δεν είναι ακόμα έτοιμος να δεχθεί τη διαφορετικότητα. Και δεν αναφέρομαι μόνο στο επίπεδο της φυλής, αλλά και στο επίπεδο των πολιτισμών, των θρησκευτικών προτιμήσεων ή των πολιτιστικών επιλογών. Ενώ, αντίθετα, θα έπρεπε να δεχτούμε ότι, παρ’ όλες τις διαφορές μας, έχουμε την ίδια ανθρώπινη υπόσταση, ανεξάρτητα από το χρώμα του δέρματός μας, τη θρησκεία ή την κουλτούρας μας.

Τα τελευταία χρόνια έχουμε δει εκδηλώσεις ρατσισμού, οι οποίες συχνά έχουν οικονομικά αίτια, και ιδιαίτερα αυτή την εποχή, με τη μεγάλη οικονομική κρίση στην Ευρώπη. Αυτό που παρατηρούμε είναι ότι, πάντοτε, για τα κακώς κείμενα της κοινωνίας κατηγορείται ο νεοφερμένος ή ο διαφορετικός. Για παράδειγμα, στην Ισπανία πάνε κάποια χρόνια που τους Νοτιαμερικανούς τους αποκαλούσαν υποτιμητικά «Sudacas»(1), επειδή ήταν άνθρωποι που έψαχναν στην Ισπανία μια καλύτερη πορεία, την οποία δεν μπορούσαν να έχουν στις πατρίδες τους. Τώρα όμως, πολλοί Ισπανοί καταλήγουν στη Λατινική Αμερική εξαιτίας της κρίσης, στις χώρες των «Sudacas», ψάχνοντας ευκαιρίες για εργασία και ζωή. Αυτό σημαίνει ότι η διαλεκτική των κοινωνιών συχνά μπορεί να μας εκπλήξει, κι εκείνοι που θεωρούν ότι είναι ανώτεροι, κάποια στιγμή να καταλάβουν πως τελικά δεν είναι τόσο ανώτεροι. Πιστεύω πως, εάν η ανθρωπότητα έβλεπε τον καθένα από μας σαν μία ξεχωριστή οντότητα, και τις κοινωνίες σαν ένα κόσμο αλληλοσυνδεδεμένο, θα ήμασταν πιο γενναιόδωροι με τους άλλους. Αυτός θα ήταν, δηλαδή, ένας τρόπος να γίνει ο κόσμος καλύτερος απ’ ό,τι σήμερα.

Σε πρακτικό επίπεδο, τι μπορούμε να κάνουμε για να καταπολε­μήσουμε το ρατσισμό;    

Η καταπολέμηση του ρατσισμού σχετίζεται άμεσα με την εκπαίδευση, με τη δυνατότητα όλων των ανθρώπων να απολαμβάνουν το δικαίωμα στην παιδεία, κι έτσι να έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες προσωπικής και κοινωνικής εξέλιξης σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου κι αν βρίσκονται. Πιστεύω πως κανείς δεν φεύγει από την χώρα του απλώς επειδή προτίμησε να ζήσει σε μια άλλη χώρα, χωρίς κάποια βαθύτερη αιτία. Οι άνθρωποι μετακινούνται λόγω ανάγκης, σε πολλές περιπτώσεις οικονομικής, αλλά και άλλου είδους – θρησκευτικής ανάγκης για παράδειγμα, κάτι το οποίο μου φαίνεται πραγματικά τρομερό. Η εκπαίδευση, που δίνει τη δυνατότητα ένταξης αυτών των ανθρώπων στις κοινωνίες όπου φτάνουν και αποτελούν φυλετική μειονότητα θα ήταν ένας πολύ αποτελεσματικός τρόπος καταπολέμησης του ρατσισμού.

Εγώ για παράδειγμα, πριν από μερικά χρόνια, βλέποντας το μουντιάλ, συνειδητοποίησα προς μεγάλη μου χαρά ότι η πλειοψηφία των Γάλλων παικτών ήταν αφρικανικής καταγωγής με γαλλική υπηκοότητα. Και μου έδωσε μεγάλη χαρά να βλέπω ότι χάριζαν τη νίκη στην Γαλλία οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι οι οποίοι κανονικά είναι θύματα ρατσισμού στην χώρα στην οποία φτάνουν. Παρ’ όλα αυτά, τη συγκεκριμένη στιγμή εν μέσω μιας συγκεκριμένης κατάστασης, χειροκροτούνταν και θεωρούνταν ήρωες.

Βέλγιο: Κλείνει το τελευταίο ρατσιστικό αποικιακό μουσείο στον κόσμο

Μετά από κατακραυγή δεκαετιών, το αποκαλούμενο και «τελευταίο ρατσιστικό αποικιακό μουσείο στο κόσμο» βάζει αυτές τις μέρες σε κούτες τα ταριχευμένα του ζώα και τα αμφιλεγόμενα αγάλματα του, καθώς κλείνει τις πόρτες του για τρία χρόνια. Στόχος είναι να ανακαινιστεί και να εκσυγχρονιστεί αυτό το ίδρυμα του βασιλιά του Βελγίου Λεοπόλδου Β’ (1865 – 1909) που εκθειάζει προκλητικά την ηγεμονία του στο άλλοτε Βελγικό Κονγκό. Μια ηγεμονία που στιγματίστηκε από αιματηρή ξένη δεσποτία (1908 – 1960) και ανηλεή εκμετάλλευση του πλούτου της αφρικανικής χώρας η οποία σήμερα ονομάζεται Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και σπαράσσεται από εμφύλιες συρράξεις.

Το Βασιλικό Μουσείο για την Κεντρική Αφρική, στο προάστιο Τέρβουρεν των Βρυξελλών, ξεκίνησε αρχικά ως ένας προσωρινός εκθεσιακός χώρος το 1897. Ο Λεοπόλδος Β’ αποφάσισε να διοργανώσει εκεί μια εκδήλωση που θα εορτάζει την «πολιτιστική» του αποστολή στο Κονγκό, το οποίο διοικούσε ως την προσωπική του σφαίρα επιρροής -την ίδια ακριβώς περίοδο που άρχισαν αν καταφτάνουν οι πρώτες αναφορές για μαζικές δολοφονίες, ακρωτηριασμούς και υποδουλώσεις κατοίκων από τους λευκούς Βέλγους αποικιοκράτες.

Η «έκθεση» ήταν τόσο επιτυχημένη ώστε μετεξελίχθηκε σε μόνιμο μουσείο που υπάρχει μέχρι σήμερα, με την νεοκλασική του αίγλη να έχει επιχορηγηθεί από τα πλούτη που υφάρπαξαν οι Βέλγοι από την Μαύρη Ήπειρο.

Συστηματικές οι διακρίσεις κατά των Ρομά στην Ευρώπη

Αριθμώντας μεταξύ 10 και 12 εκατομμύρια ανθρώπους, οι Ρομά αποτελούν μία από τις μεγαλύτερες και λιγότερο ευνοημένες μειονότητες της Ευρώπης.

H Διεθνής Αμνηστία κάλεσε τα ευρωπαϊκά όργανα να λάβουν μέτρα κατά της συστηματικής διάκρισης του πληθυσμού των Ρομά σε κάθε γωνιά της Ευρώπης.

«Η κατάσταση των Ρομά δυστυχώς δεν βελτιώνεται. Γίνονται προσπάθειες σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αλλά τα κράτη-μέλη δεν σημειώνουν σημαντική πρόοδο, προκειμένου να αλλάξουν πραγματικά», είπε ο Νίκολας Μπέγκερ της διεθνούς οργάνωσης.

Στην Ελλάδα μένουν, σύμφωνα με στοιχεία του Συμβουλίου της Ευρώπης, 265.000 Ρομά. Το 2010, η χώρα κρίθηκε ένοχη δύο φορές για περιπτώσεις εξαναγκαστικών εξώσεων, αλλά και για τις συνθήκες διαβίωσης των Ρομά.

Τα παιδιά Ρομά αναφέρεται ότι εξακολουθούν να διαχωρίζονται στην εκπαίδευση και δεν έχουν γίνει αποτελεσματικές προσπάθειες για τη βελτίωση των ποσοστών εγγραφής τους ή για την εξασφάλιση ότι η εκπαίδευσή τους θα είναι πλήρως ενσωματωμένη.

«Οι Ρομά γίνονται από κάθε άποψη αντικείμενο διακρίσεων. Στο λεωφορείο, στο δρόμο. Δεν μπορούν να βρουν δουλειά, ακριβώς γιατί είναι Ρομά», ανέφερε η Κλαούντια Γκράτα, ακτιβίστρια της φυλής των Ρομά από τη Ρουμανία.

Ο Χένρι Σικλούνα, σύμβουλος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, αναφέρθηκε στις αλλαγές που έφερε στο επίπεδο διαβίωσης των Ρομά η πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού.

«Έχασαν τις δουλειές τους, γιατί τα εργοστάσια στα οποία δούλευαν πτώχευσαν. Δεν μπορούσαν να πληρώσουν το ενοίκιό τους, εκδιώχθηκαν από τα σπίτια τους και όλα αυτά τα παραπήγματα έγιναν από ανθρώπους που έχασαν τα πάντα λόγω των πολιτικών αλλαγών».

Οι ναζί δεν είναι UFO

Στην Ελλάδα, για αρκετούς ανθρώπους, κυρίως για όσους δεν ήρθαν αντιμέτωποι μαζί τους, οι ναζί είναι μια αόρατη οντότητα. Αν εξαιρέσουμε εκείνους που ο «σοφός λαός» έστειλε στη Βουλή και τους βλέπεις, τους άλλους τους περιγράφουν ως μερικούς με ξυρισμένα κεφάλια και μαύρες μπλούζες. Ή, ως κάποια ανώνυμα nickname στο διαδίκτυο, που απειλούν, βρίζουν, χυδαιολογούν, υπόσχονται αίμα αλλά και «πουλάνε» πολύ πατριωτισμό. Αυτή είναι μια βολική εκδοχή και για τους ίδιους, νομίζω. Αν, όμως, έρθεις σε επαφή μαζί τους, παύεις να πιστεύεις στην αορατότητά τους. Διότι δεν είναι UFO αλλά ζουν ανάμεσά μας και είναι ατόφιο προϊόν της κοινωνίας και, εννοείται, δεν δημιουργήθηκαν ούτε από κάποια αόρατη εντολή των δυνάμεων του υπερπέραν ούτε με προεδρικό διάταγμα.

Ελβετία: Ρατσιστικές «απαγορευμένες ζώνες» για μετανάστες

Στην Ελβετία ορισμένες τοπικές Αρχές απαγορεύουν σε όσους έχουν ζητήσει άσυλο και η αίτησή τους ακόμη εκκρεμεί, να επισκέπτονται δημόσιους χώρους όπως πάρκα, προαύλια σχολείων και δημόσιες βιβλιοθήκες. Οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατάγγειλαν την απαγόρευση ως απαράδεκτη και ρατσιστική.

Στην πόλη Μπρεγκμάρτεν έξω από τη Ζυρίχη, όπου πρόσφατα άνοιξε ένα νέο κέντρο υποδοχής ατόμων που ζητούν άσυλο, δεν επιτρέπεται πλέον στους αιτούντες να «χαζεύουν» σε παιδικές χαρές, σχολεία, δημόσιες πισίνες, ακόμα και εκκλησίες. Έχουν καταρτιστεί 32 «ζώνες αποκλεισμού».

Ο Ρέιμοντ Τέλενμπαχ, δήμαρχος της πόλης δήλωσε: «Έχουμε αποφασίσει για λόγους ασφαλείας να μην επιτρέπουμε σε μετανάστες να έχουν πρόσβαση στις περιοχές αυτές προκειμένου να προλάβουμε πιθανές συγκρούσεις, και να προστατεύσουμε την κοινωνία μας από τη χρήση ναρκωτικών»

Ωστόσο εκπρόσωπος της μη κυβερνητικής οργάνωσης για τους πρόσφυγες Αλληλεγγύη Χωρίς Σύνορα ( Solidarite Sans Frontiers ) στην Ελβετία έκρινε αυτό το μέτρο «απαράδεκτο και απάνθρωπο» και ζήτησε την άμεση ανάκλησή του.  «Οι κάθε είδους Αρχές έχουν την καθήκον να δημιουργήσουν ένα κλίμα ανεκτικότητας προς όλους» τονίζει η οργάνωση στην καταγγελία της.

Παρ’ όλα αυτά, ο δήμαρχος της γειτονικής πόλης του Μέντσινγκεν, Ρόμαν Στάουμπ φαίνεται πως δεν ενστερνίζεται την άποψη της ΜΚΟ περί «κατάφωρης διάκρισης». «Πρόκειται για μία πολύ «δύσκολη» περιοχή καθώς εδώ οι πρόσφυγες μπορούν να συναντήσουν μαθητές, νεαρά αγόρια και κορίτσια» είπε.

ΤΟ ΤΡΕΝΑΚΙ ΤΟΥ ΡΑΤΣΙΣΜΟΥ Νο 2

Ο Τζαμάλ και η Αμίρα ήταν συνάδελφοι σε μια τράπεζα στη Δαμασκό. Δυο νέα παιδιά, με όνειρο να ζήσουν μαζί για πάντα, που όμως ο πόλεμος διέλυσε πολύ γρήγορα.

«Δεν ήθελα να φύγω, πραγματικά δεν ήθελα. Όλη μου η ζωή ήταν στη Δαμασκό: το σπίτι μου, η δουλειά μου, οι γονείς μου, οι αδερφές μου, η γυναίκα της ζωής μου…»

Ο Τζαμάλ είχε την ατυχία να πέσει θύμα απαγωγής, ένα πρωινό καθώς πήγαινε στη δουλειά του. Και την “τύχη” το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε με τον απαγωγέα του να ανατραπεί, κι έτσι να βρεθεί στο νοσοκομείο, με προσωρινή απώλεια μνήμης. Προς το παρόν είχε σωθεί αλλά φοβόταν ότι οι απαγωγείς δεν είχαν τελειώσει μαζί του – στην εμπόλεμη Συρία οι απαγωγές είναι καθημερινό φαινόμενο.

«Δεν ήθελα να φύγω, πραγματικά δεν ήθελα. Όλη μου η ζωή ήταν στη Δαμασκό: το σπίτι μου, η δουλειά μου, οι γονείς μου, οι αδερφές μου, η γυναίκα της ζωής μου…», θυμάται ο Τζαμάλ. «Όμως ήξερα ότι δεν είχα άλλη επιλογή».

Φυσικά, δεν επρόκειτο να πάει πουθενά χωρίς την αγαπημένη του Αμίρα. Έτσι, οι δυο τους, παίρνοντας μαζί τους όσα χρήματα μπορούσαν, κατευθύνθηκαν αρχικά στο Λίβανο και στη συνέχεια στην Αίγυπτο. Εκεί, παντρεύτηκαν το καλοκαίρι του 2013 και προσπάθησαν να κάνουν μια νέα αρχή, να βρουν σπίτι και δουλειά, όμως η κατάσταση ήταν πολύ δύσκολη. Πήραν, λοιπόν, τη μεγάλη απόφαση να κατευθυνθούν προς Ευρώπη, μέσω Τουρκίας – πάντα με τη βοήθεια διακινητών.

Η πρώτη τους προσπάθεια να περάσουν στην Ελλάδα, μέσω του Έβρου, ήταν τον Νοέμβριο του 2013. Σύμφωνα όμως με τον Τζαμάλ, οι αρχές τούς γύρισαν πίσω στην Τουρκία. Ένα μήνα αργότερα, προσπάθησαν ξανά – και πάλι αποτυχία. Εκείνη τη φορά μάλιστα, η Αμίρα τραυματίστηκε σοβαρά στο πόδι, σκοντάφτοντας σε μια πέτρα. Την τρίτη φορά, λίγες μέρες αργότερα, ο Τζαμάλ προσπάθησε μόνος του. Η Αμίρα δεν μπορούσε να ακολουθήσει, καθώς το πόδι της ήταν ακόμα σε άσχημη κατάσταση. Δεν τα κατάφερε ούτε τότε. Απελπισία. Μονάχα την τέταρτη φορά, στα τέλη Δεκεμβρίου του 2013, ο Τζαμάλ, μαζί με άλλους 14 Σύρους, πέρασαν τον Έβρο, και συνελήφθησαν από τις αρχές. Έπειτα από λίγες μέρες, αφέθηκαν ελεύθεροι, με ένα χαρτί εξάμηνης αναβολής απομάκρυνσης από τη χώρα.

Κάθε μέρα, κάθε λεπτό που περνάει, πεθαίνω από την αγωνία μου για την Αμίρα. Η κατάσταση στη Συρία χειροτερεύει.»
Σήμερα, ο Τζαμάλ βρίσκεται σε μια χώρα της Βόρειας Ευρώπης. Έπειτα από ένα εφιαλτικό ταξίδι πέντε ημερών στην κρύπτη ενός φορτηγού – χωρίς αέρα ή φαγητό, μόνο με νερό και λίγο χυμό – έφτασε στη χώρα όπου πίστευε ότι θα μπορούσε να φέρει πιο γρήγορα κοντά του την Αμίρα, η οποία εν τω μεταξύ γύρισε στη Συρία. «Περιμένω να εξεταστεί το αίτημά μου για άσυλο», λέει ο Τζαμάλ, «αλλά κάθε μέρα, κάθε λεπτό που περνάει, πεθαίνω από την αγωνία μου για την Αμίρα. Η κατάσταση στη Συρία χειροτερεύει. Αν πάθει κάτι, δεν ξέρω τι θα κάνω».

“Αρνούμαι να βουλιάξω”

Προτού ξεσπάσει ο πόλεμος στη Συρία, ο Χουσεΐν είχε μια κανονική ζωή. Ήταν φοιτητής, ζούσε με την οικογένειά του, περνούσε καλά με τους φίλους του. Όμως, ο πόλεμος τα άλλαξε όλα, στη χώρα του και στη ζωή του. Έβλεπε συγγενείς και φίλους να φεύγουν ενώ ο ίδιος μαζί με άλλους που έμεναν πίσω ζούσαν καθημερινά μέσα στον κίνδυνο. «Δεν ήθελα να φύγω από τη χώρα μου. Άκουγα ιστορίες για ανθρώπους που έφευγαν και πόσο δύσκολο ήταν το ταξίδι τους στην Ευρώπη. Δεν ήξεραν τι τους περίμενε στις άλλες χώρες, πώς θα τους αντιμετώπιζαν όταν θα έφταναν εκεί», λέει. Τον Χουσεΐν τον φόβιζαν αυτές οι σκέψεις. Είχε ακούσει ιστορίες για συμπατριώτες του που χάθηκαν ή κινδύνευσαν στη θάλασσα προσπαθώντας να μπουν στην Ευρώπη για να βρουν καταφύγιο. Γυναίκες, παιδιά και άντρες στοιβαγμένοι μέσα σε σάπιες, χαλασμένες βάρκες σε ένα ταξίδι ελπίδας με άγνωστο προορισμό και αβέβαιο μέλλον.

«Δεν ήθελα να φύγω από τη χώρα μου. Άκουγα ιστορίες για ανθρώπους που έφευγαν και πόσο δύσκολο ήταν το ταξίδι τους στην Ευρώπη. Δεν ήξεραν τι τους περίμενε στις άλλες χώρες, πώς θα τους αντιμετώπιζαν όταν θα έφταναν εκεί»
Όμως, δεν είχε άλλη επιλογή. Έπρεπε να φύγει και να ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο. «Ούτε και σήμερα δεν μπορώ να καταλάβω πώς έχω βρεθεί σε αυτή την κατάσταση. Πριν φύγω, σκέφτηκα μέσα μου ότι μπορεί και να πέθαινα σε μια βάρκα μέσα στη θάλασσα, πριν φτάσω στην Ευρώπη.», θυμάται ο Χουσεΐν. Αρνήθηκε όμως το θάνατο. Έπεισε τον εαυτό του ότι θα τα κατάφερνε να περάσει τη θάλασσα και θα έφτανε ασφαλής στην Ευρώπη. Τότε έκανε το τατουάζ στο στέρνο του “Αρνούμαι να βουλιάξω”, μια δήλωση πείσματος και θέλησης να τα καταφέρει, να σταθεί τυχερός.

 «Εγώ σώθηκα, εκείνοι χάθηκαν»

Και τα κατάφερε. Μαζί με δώδεκα συμπατριώτες του έφτασε στην Κάλυμνο. Βαθιά συγκινημένος πήρε τηλέφωνο δικούς του ανθρώπους που άφησε πίσω στη Συρία για να τους πει ότι έφτασε καλά, ότι πέρασε τη θάλασσα, ότι είναι ζωντανός και ασφαλής. Στην Κάλυμνο τους υποδέχτηκαν καλά, φιλοξενήθηκαν σε χώρο του δημοτικού πολιτιστικού κέντρου. Αφέθηκαν ελεύθεροι πολύ σύντομα και έφυγαν χαρούμενοι για Πειραιά. Την ίδια μέρα όμως που ο Χουσεΐν και οι συμπατριώτες του τα κατάφεραν, κάποιοι άλλοι Σύροι άφησαν την τελευταία τους πνοή σε ναυάγιο ανοιχτά της Σμύρνης, προσπαθώντας να διασχίσουν τη θάλασσα προς την Ελλάδα. Ήταν 16 Απριλίου 2014. «Εγώ σώθηκα, εκείνοι χάθηκαν», ψιθυρίζει ο Χουσεΐν, χαμηλώνοντας το βλέμμα.

Πηγή: UNHCR

 

Print Friendly, PDF & Email