Στη γωνιά του δρόμου
γράφει στο peripteron.eu ο Βαγγέλης Πάλλας, Δημοσιογράφος – Ερευνητής – Αναλυτής IFJ / SPJ
Ζούμε σε έναν κόσμο όπου η οπτική εικόνα κατακλύζει τα πάντα με την φωτογραφία, την τηλεόραση, τον κινηματογράφο. Όλα είναι μπροστά μας. Μια βόλτα στην Αθήνα, είναι αρκετή να καταλάβεις πως κάποιοι άνθρωποι βιώνουν την κρίση στο πετσί τους. Είναι μπροστά μας, αλλά σχεδόν πάντα τους προσπερνάμε. Μια γωνιά σε ένα παλιό κτίριο, σε ένα ακατοίκητο σπίτι ή σε ένα πεζοδρόμιο. Ο δρόμος είναι το σπίτι τους. Ένα αδέσποτο μπορεί να καταλάβει περισσότερα από έναν άνθρωπο. Όταν δεν έχεις σπίτι και μόνο σπίτι σου είναι ο δρόμος, τότε το κοινό βίωμα σε φέρνει πιο κοντά.
Ξεδιπλώνονται ιστορίες που σου κόβουν την ανάσα, συγκινητικές τόσο που αναρωτιέμαι εάν θα πρέπει να ήμουν σαν τον άνεμο γιατί κανείς δεν ξέρει από πού έρχεσαι και που πηγαίνεις, αλλάζεις κατεύθυνση χωρίς να δώσεις ποτέ εξηγήσεις. Το να ονειρεύεσαι δεν έχει κινδύνους. Το επικίνδυνο είναι η προσπάθεια να μετατρέψεις τα όνειρα σου σε πραγματικότητα.
Είμαστε όλοι θλιβεροί να βλέπουμε σε κάνε γωνιά των δρόμων ανθρώπους σε χαρτόκουτα και νιώθουμε θλίψη για τους ήσυχους νεκρούς, της ελληνικής δημοκρατίας, όταν κοιτάμε πώς θα τα βγάλουμε πέρα με όσα έμειναν στο πορτοφόλι μας. Ο πόνος δεν δίνει δικαιώματα. Έχεις μετρήσει πόσους «εκτέλεσες» εσύ ψηφοφόρε με την ψήφο σου; Σε κάθε άστεγο, θύμα της νεοφιλελεύθερης πολιτικής, ακουμπά η Ελλάδα που ήσυχα κοιμάται.
Εσένα που μόνο ξέρεις ότι το χρήμα σε ενδιαφέρει, μην μου λες να συμβιβάζομαι να σκύβω το κεφάλι σε κάθε παράλογη απαίτηση των ηγετών.
… Γράψε για μας τους ταπεινούς και τους ανώνυμους της πλάσης, σκαλί είμαστε για τους τρανούς οι θεατές στις παρελάσεις, αν δεν υπήρχαμε εμείς, πως θα ξεχώριζαν οι άλλοι; …
Μια Ελλάδα κολλημένη στις τηλεοράσεις να ακούει για off shore εταιρείες τραπεζικούς λογαριασμούς, προϋπολογισμούς. Γιατί έτσι μας μάθανε να κοιτάμε μόνο το δικό μας καλό, το δικό μας σπίτι. Την δική μας οικογένεια, το δικό σας αυτοκίνητο, την δική μας ζωή…
Όλοι εσείς που πιστεύεται πως η ελευθερία είναι δικαίωμα σας, πόσους αγώνες έχετε δώσει γι’ αυτήν και τι θα κάνετε αν την αποκτήσετε; Σε τελική ανάλυση όπως έλεγε ένας γνωστός μου: γιατί δεν μπορούμε απλά να κοιτάξουμε τον εαυτό μας στον καθρέπτη και να τον απολαύσουμε με όλες τις αδυναμίες του και όλα τα «λάθη» που έχουμε κάνει έως τώρα; Ένας λαός στον δρόμο ένας λαός κατεστραμμένος, χωρισμένος σε δυο στρατόπεδα, αλλά με την ίδια καταπίεση, φόβος αναταραχή, και μετά τέλος.
Αν υπήρχε η δυνατότητα να αλλάξει κάτι σε αυτή τη χώρα, θα άλλαζε στην πορεία των 200 χρόνων. Στον ίδιο χώρο περπάτησαν οι προηγούμενες γενιές. Γενιές που σφαγιάστηκαν, κάηκαν, βιάστηκαν, διώχθηκαν, εξορίστηκαν και όμως όταν σήκωσαν κεφάλι, έτρεχαν πίσω από τον υποψήφιο σωτήρα τους στη γωνιά του δρόμου… για να τον σηκώσουν στα χέρια μη και πατήσει στους λασπωμένους δρόμους της πόλης.
Όμως υπάρχει ακόμη χρόνος. Για όλους εμάς που γνωρίζουμε ότι όλα τελείωσαν ακόμη στον τόπο μας. Αρκεί να κλείσουμε τ’ αυτιά μας στις φωνές όλων των τεράτων που θέλουν να μας πείσουν ότι εξαρτιόμαστε από αυτούς.
Υπάρχει ακόμη χρόνος για όλους εκείνους που την Ελλάδα ως δικαίωμα αλλά ως υποχρέωση. Η πατρίδα μου είχε πάντα μια τεράστια έλλειψη. Για όλα τα εγκλήματα που έγιναν, για όλο το αίμα που χύθηκε άφθονο σε κάθε ελληνικό σπίτι. Για όλο το μίσος, τη βία, την κυριαρχία του παρακράτους, την υποταγή σε ξένα και ντόπια συμφέροντα. Πάντα με υποψίες βαδίζουμε. Πάντα με κραυγές.
…Συνηθίσαμε τόσο τούτα τα λουριά πάνω μας που βήμα να κάνουμε δίχως αυτά δεν μπορούμε. Πώς να ξεφύγεις απ’ την σκιά σου με τόσες πέτρες; Είλωτες μιας ζωής αλλότριας γεννήκαμε….
Παρακολουθώ σιωπηλά όλες τις τελευταίες μέρες το σκηνικό που έχει στηθεί γύρω από τους πρόσφυγες μέσα από τα ΜΜΕ. Συνεχώς πρώτο θέμα στα έντυπα και τηλεόραση παρουσιάζεται η υγειονομική βόμβα που θα σκάσει από την παραμονή των προσφύγων στην χώρα μας και όχι μόνο αυτό. Η συνεχής αναφορά σε εικόνες απόγνωσης των προσφύγων, οι ατελείωτες πορείες προς την Ευρώπη. Τα απαράδεκτα αιτήματα και αντιρρήσεις των τοπικών αρχόντων, είναι πρώτο θέμα στα συστημικά ΜΜΕ. Ξεχνούν όλοι αυτοί, πως αντέδρασε η αστική τάξη το 1923, τότε που οι δικοί μας Έλληνες της Μ.Ασίας, πρόσφυγες πλέον ήρθαν στην Ελλάδα, και περιορίστηκαν σε συγκεκριμένες περιοχές ελέγχου, απαγορεύοντας τους να κυκλοφορούν στο κέντρο των πόλεων. Με το φόβο διάδοσης μολυσματικών νοσημάτων. Πόσο ρηχό και επιδερμικό είναι το πολιτικό σύστημα, που με τις κραυγές του υποδαυλίζει την προσπάθεια όλων των Ελλήνων να συμπαρασταθούν στους πρόσφυγες, ενώ θα έπρεπε να έχουν μελετήσει πολύ καλά την ιστορία.
Στη γωνιά του δρόμου πλήθος προσφύγων αναμένουν τι; Μα την φροντίδα του κράτους έως τους επιτραπεί η αναχώρησή τους για την Ευρώπη. Το μεγαλύτερο πλήθος των Ελλήνων είναι έτοιμο να παρασυρθεί από κάθε τσαρλατάνο – πολιτικό και να πιστέψει ότι τους σερβίρει το σύστημα. Το θλιβερό είναι ότι αυτό το γαϊτανάκι ακολουθεί και σήμερα μια παρασιτική διανόηση που πολλές φορές αποδεικνύεται πόσο επιδερμική και ανόητη είναι.
…Φοβούμενοι μην πέσουμε, μάθαμε να σέρνουμε, γονατιστοί την ύπαρξή μας, σάρκες δίπλα σε σάρκες άλλων, στοιβαγμένοι στις γωνίες, σαν σκόνη…
Στα εύκολα αποτύχαμε για πάντα, αλλά η έκπληξη έρχεται στα δύσκολα. Εκεί σπάγαμε κάθε παγκόσμιο ρεκόρ. Όλοι με την γροθιά υψωμένη σε έναν αγώνα που τελικά δεν τον έδωσαν ποτέ οι πολλοί, αλλά πάντα οι λόγοι. Εκεί στέκουν με το στόμα σφιγμένο αυτοί που δεν χώρεσαν ποτέ σε κόμμα, σε συντεχνία, σε ομάδα συμφερόντων. Θα τους δεις να κόβουν το καρβέλι της αξιοπρέπειας, σε λειψές φέτες, γνωρίζοντας ότι σε έναν πόλεμο με τον εχθρό πρέπει να νικήσεις τον εαυτό σου με χορτασμένη ψυχή.
Πώς πέρασαν κιόλας 7 χρόνια από την ημέρα που καταλάβαμε ότι κάτι τρίζει κάτω από τα πόδια μας και όλα πήραν άλλη πορεία. Βαρεθήκαμε να κλείνουμε τα μάτια και να βλέπουμε αριθμητικές πράξεις με αποτέλεσμα πάντα μείον.
Αποσβολωμένοι και χωρίς καμία επιλογή αντίδρασης βλέπουμε το χρονικό του προαναγγελθέντος θανάτου μας και αντί να κλείσουμε την τηλεόραση, κλείνουμε το κλιματιστικό μήπως και μειώσουμε το λογαριασμό της ΔΕΗ. Ξαφνικά θυμάσαι ότι την υπερηφάνεια σου την «πούλησες» το πρωί σε ένα υπάλληλο για να μειωθεί το πρόστιμο της εφορίας για να μην χάσεις το σπίτι σου. Κάνεις πίσω, φοράς τις πιτζάμες που αγόρασες στο κινέζικο εμπορικό, ζεσταίνεις να φας τις μπριτζόλες με μόνο 4 ευρώ το κιλό από το μεγάλο σούπερ μάρκετ, κοιτάς τον έρωτα της ζωής σου να αποκοιμιέται κατάκοπος στην τιμή ευκαιρίας πολυθρόνα που αγόρασες πρόπερσι και βάζεις το παιδί σου στην κούνια που αγόρασαν οι γονείς σου, με 12 μηνιαίες δόσεις. Είναι η στιγμή της κάθε μέρας που νιώθεις λαός, δηλαδή νικημένος.
















