Πόσο «κόστισε» το δημοψήφισμα του 2015; Η απάντηση

Έχουν παρέλθει 6 χρόνια και μια εβδομάδα περίπου από το Σάββατο της 27ης Ιουνίου 2015, όταν ο τότε Πρωθυπουργός της Ελλάδος, Αλέξης Τσίπρας, κατά τη διάρκεια μιας πολύ έντονης περιόδου της νεότερης σύγχρονης πολιτικής ιστορίας του τόπου, ανακοίνωνε μέσω διαγγέλματος στον ελληνικό λαό τα εξής:

“Πριν από λίγο συγκάλεσα το υπουργικό συμβούλιο, στο οποίο εισηγήθηκα την διοργάνωση δημοψηφίσματος προκειμένου ο ελληνικός λαός κυρίαρχα να αποφασίσει. Η εισήγηση έγινε ομόφωνα αποδεκτή…για δημοψήφισμα της επόμενη Κυριακή, 05 Ιουλίου, με ερώτημα την αποδοχή ή την απόρριψη της πρότασης των θεσμών”.

Η παραπάνω ανακοίνωση προκάλεσε πολύ έντονα και αλληλοσυγκρουόμενα συναισθήματα σε όλους τους Έλληνες. Την ίδια στιγμή που για κάποιους τα λόγια του Α. Τσίπρα ήταν μια έκφραση αισιοδοξίας, η οποία πήγαζε από το συναίσθημα ότι επιτέλους θα μπορέσουν να εκφράσουν με σαφήνεια την αντίθεση τους σε μια ξενόφερτη πορεία που είχε ξεκινήσει για τη χώρα και τους ίδιους 5 χρόνια πριν χωρίς ορατό φως στο τούνελ, για αρκετούς άλλους την ίδια ακριβώς στιγμή ήταν μια ανατριχιαστική αίσθηση αγωνίας, φόβου, ακόμα και τρόμου θα τολμήσω να πω, αναφορικά με την αβεβαιότητα της επόμενης μέρας. Σχεδόν αμέσως, εκατοντάδες χιλιάδες συμπολιτών μας ξεχύθηκαν στους δρόμους και άρχισαν να συνωστίζονται σε ουρές μπροστά από τα ΑΤΜ των τραπεζών για να σηκώσουν τα χρήματα τους και να τρέχουν πανικόβλητοι στα Σούπερ Μάρκετ αγοράζοντας “προμήθειες ξηράς τροφής”, λες και επίκειται πόλεμος, αλλά και “κωλόχαρτου”…Το τελευταίο μάλιστα ήταν ένας παραλογισμός που ειλικρινώς ποτέ μα ποτέ δεν κατάφερα να κατανοήσω. Ίσως γιατί, το ομολογώ, δεν είμαι και ο φανατικότερος θαυμαστής και δεν δίνω την παραμικρή βαρύτητα στα λόγια της κ. Βούλτεψη, που προέτρεπε τον κόσμο λίγες μέρες πριν τις εκλογές του Γενάρη του 2015 να προμηθευτεί χαρτί υγείας, ή του αντιπροέδρους της ΝΔ, που την άνοιξη του 2014 εγκωμίασε το έργο Σαμαρά λέγοντας πως “μας έσωσε” από την έλλειψη κωλόχαρτου! Οι όποιοι συνειρμοί αγαπητέ αναγνώστη, γίνονται αποκλειστικά με δική σου ευθύνη…

Η ουσία είναι πως η αναταραχή που προκλήθηκε από τις εξελίξεις και κυρίως η απόφαση της ΕΚΤ την 28η Ιούνη 2015 να μην αυξήσει το όριο ρευστότητας που ήταν στη διάθεση των ελληνικών τραπεζών μέσω του προγράμματος ELA (Emergency Liquidity Assistance), είχαν ως συνέπεια το, εν πολλοίς αναμενόμενο, “bank run” στα ATM των τραπεζικών καταστημάτων εκείνο το σαββατοκύριακο. Η διαμορφούμενη αυτή κατάσταση, οδήγησε το οκταμελές Συμβούλιο Συστημικής Ευστάθειας την ίδια μέρα στην εισήγηση του προς το υπουργικό συμβούλιο για επιβολή στη χώρα κεφαλαιακών ελέγχων. Η εισήγηση έγινε αποδεκτή και τα ξημερώματα της Δευτέρας η χώρα ξύπνησε με τραπεζική αργία, κλειστό το Χρηματιστήριο και τα γνωστά σε όλους πλέον Capital Controls. Ακόμα όμως και με αυτές τις πρωτόγνωρες συνθήκες, στο δημοψήφισμα της 05ης Ιουλίου ο ελληνικός λαός επέλεξε την απόρριψη της τότε πρότασης των θεσμών και το “ΟΧΙ” επικράτησε αναπάντεχα άνετα με 61,3%. Είναι χαρακτηριστικό, πως σχεδόν όλες οι δημοσκοπήσεις που παρουσιάστηκαν την εβδομάδα που μεσολάβησε μεταξύ του διαγγέλματος Τσίπρα και του δημοψηφίσματος μιλούσαν για “ντέρμπι”. Ακόμα και ο μέχρι τότε άφωνος για 6 χρόνια περίπου “αρχιτέκτονας” της ελληνικής χρεοκοπίας, Κώστας Καραμανλής, κυκλοφόρησε δημόσια δήλωση στήριξης υπέρ του “ΝΑΙ”…Κι όμως, η ανάγκη του κόσμου να δηλώσει την αγανάκτηση του και την αντίθεση του προς την κατάσταση που επικρατούσε για χρόνια στη χώρα, η οποία είχε καταντήσει ένα ΜΗ-κυρίαρχο κράτος, νίκησε το φόβο της επόμενης μέρας. Το πως εξελίχθηκαν τα πράγματα μετά τη Κυριακή της 05ης Ιουλίου 2015, είναι ένα άλλο ξεχωριστό θέμα, που θα μου επιτρέψετε να μην εξετάσω στο παρόν άρθρο. Άλλωστε, οι πολιτικές επιλογές της εποχής κρίθηκαν και τότε με τις εκλογές του Σεπτεμβρίου αλλά και στις τελευταίες εκλογές του 2019. Πρόθεση μου με το παρόν κείμενο είναι να εξετάσω το οικονομικό κόστος της πολιτικής επιλογής του δημοψηφίσματος του 2015 και να δοθούν (επιτέλους) κάποιες συνολικές απαντήσεις αναφορικά με αυτό το θέμα.

Η μεγάλη συγκέντρωση του ΌΧΙ στο Σύνταγμα με ομιλητή τον Αλέξη Τσίπρα / REUTERS / ALKIS KONSTANTINIDIS

“Τόνοι μελάνης χύθηκαν” για τις οικονομικές συνέπειες που είχε στη χώρα η επιλογή του δημοψηφίσματος. Αφού ξεπεράσω χωρίς ιδιαίτερα σχόλια τις χυδαίες γραφικότητες περί “κωλόχαρτων” και “λοιμού” που θα προκαλούσε η τυχόν απόρριψη της αρχικής πρότασης των θεσμών, η επικρατέστερη άποψη που κυριάρχησε στην πολιτική αντιπαράθεση και στη δημόσια συζήτηση των main stream media μετά νίκη του “ΌΧΙ”, ήταν πως το επονομαζόμενο “κόστος της διαπραγμάτευσης” ή ο εκχυδαϊσμός του με την φράση “το κόστος Βαρουφάκη”, άγγιξε τα 100 δισ. ευρώ!!! Ξαφνικά τα “δις” είχαν γίνει στραγάλια και όπως είναι αναμενόμενο στην χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας, το ήδη εξωφρενικό αυτό νούμερο, εκτοξευόταν σε ακόμα πιο δυσθεώρητα ύψη. Κάποιοι μάλιστα έκαναν λόγο για “πάτο” των 100 δισ. με “οροφή” περίπου το διπλάσιο! Ακόμα θυμάμαι, τουλάχιστον με θυμηδία, σχόλια ανώνυμων τρολ του διαδικτύου να κάνουν λόγο έως και για “400 δισ.”…!Η φαιδρότητα για άλλη μια φορά χτύπησε κόκκινο. Αλλά επειδή δεν θυμάμαι που είχα δει το συγκεκριμένο “νούμερο”, στην κυριολεξία ομως, ας επικεντρωθούμε στην αρχική, “ρεαλιστικότερη” (ο Θεός να την κάνει…) και επαληθεύσιμη εκτίμηση επισήμων παραγόντων της ΕΕ για “100 δισ.” και ας θυμηθούμε λίγο πως προέκυψε στην δημόσια συζήτηση αυτό το μέγεθος.

Η περιβόητη χειραψία Βαρουφάκη-Ντάισελμπλουμ

Τέλος Ιουνίου του 2016 ο επικεφαλής του ESM, Κλάους Ρέγκλιγκ, παραχώρησε συνέντευξη στη τηλεοπτική αντιπολιτευτική ναυαρχίδα των ελληνικών ΜΜΕ, στον ΣΚΑΙ και στη γνωστή δημοσιογράφο του καναλιού Σία Κοσιώνη. Η οποία παρεμπιπτόντως, ένα χρόνο αργότερα εντάχθηκε και επισήμως στην οικογένεια Μητσοτάκη, μετά το γάμο της με τον ανιψιό του τότε αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης και νυν δήμαρχου Αθηναίων, Κώστα Μπακογιάννη. Προς το τέλος της συνέντευξης τέθηκε το ζήτημα του κόστους της διαπραγμάτευσης του διαστήματος της πρώτης διακυβέρνησης Τσίπρα και εντέχνως έγινε και η ξεκάθαρη “στοχοποίηση” του τότε υπουργού οικονομικών, κ. Γιάνη Βαρουφάκη. Παρακάτω παρουσιάζεται αυτούσιος ο διάλογος που διημείφθη μεταξύ της κ. Κοσιώνη και του επικεφαλής του ESM, όπως αυτός δημοσιεύτηκε σε σχετικό ρεπορτάζ της εφημερίδας Καθημερινή.

Σ.Κ.: -Υπάρχει μία μεγάλη συζήτηση στην Ελλάδα για το κόστος της πρώτης περιόδου της κυβέρνησης Τσίπρα, της περιόδου Βαρουφάκη. Ποια είναι η άποψή σας; Ποιο ήταν το κόστος στην ελληνική οικονομία;
Κ.Ρ.: -Αυτό είναι πολύ δύσκολο. Δεν υπάρχει επιστημονικός τρόπος να το υπολογίσει κανείς. Γνωρίζω ότι η ΤτΕ έχει υπολογίσει ένα ποσό ύψους 80 δις ευρώ αν δεν κάνω λάθος. Θα μπορούσε κανείς να σταθεί και στις προβλέψεις για την ανάπτυξη, που πριν αλλάξει η κυβέρνηση, η εκτίμηση του ΔΝΤ το Δεκέμβριο του 2014, είναι δημοσιοποιημένη, μιλούσε για ανάπτυξη στην Ελλάδα 2,5% το 2015 και 3,5% το 2016. Άρα αυτό αθροιστικά μας κάνει ανάπτυξη 6%. Αντιθέτως, αυτά τα δύο χρόνια είχαμε μικρή ύφεση, αυτό θα μπορούσε επίσης να μετρηθεί για να υπολογίσεις το κόστος. Έξι μονάδες του ΑΕΠ, άρα αυτό κάνει περισσότερο από 100 δις ευρώ. Όπως είπα δεν υπάρχει επιστημονικός τρόπος, αλλά το κόστος ήταν πολύ μεγάλο.

Ο Κλάους Ρέγκλινγκ

Παρατήρηση πρώτη. Ο ίδιος ο Ρέγκλιγκ ουσιαστικά δηλώνει πως πρόκειται για λόγια του αέρα, καθώς σύμφωνα με τον ίδιο “δεν υπάρχει επιστημονικός τρόπος να το υπολογίσει κανείς”.

Παρατήρηση δεύτερη. Για να προσδώσει κάποιο κύρος στις αβάσιμες εκτιμήσεις του, επικαλείται δήθεν “υπολογισμούς της ΤτΕ”, οι οποίες κάνουν λόγο για ένα “ποσό ύψους 80 δισ.”. Ελάχιστοι όμως γνωρίζουν, πως προέκυψε αυτό το νούμερο και αν οντως πρόκειται για κάποια μελέτη της Τράπεζας της Ελλάδος. Βόλεψε βλέπετε όλο το αντιπολιτευτικό κατεστημένο, πως η δήλωση έγινε από τα πιο επίσημα χείλη και υπήρξε η επίκληση ενός θεσμικού “ανεξάρτητου” φορέα. Η αλήθεια είναι πως καμία τέτοια μελέτη δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ από την ΤτΕ! Οι δήθεν υπολογισμοί στους οποίους αναφέρθηκε ο Κλάους Ρέγκλιγκ, βασίστηκαν σε ένα δημόσιο διαξιφισμό του διοικητή της ΤτΕ κ. Στουρνάρα σε μια ημερίδα του Ελληνικού Παρατηρητηρίου του LSE, με πρώην συνεργάτη του κ. Βαρουφάκη. Εκεί ο κ. Στουρνάρας, του οποίου η σχέση με την κυβέρνηση Τσίπρα και ιδιαίτερα με τον πρώην υπουργό οικονομικών του πρώτου εξαμήνου του 2015 δεν ήταν ποτέ καλή, υπερασπιζόμενος την δική του θητεία ως υπουργός οικονομικών της κυβέρνησης Σαμαρά και σφόδρα ενοχλημένος από την κριτική που δέχτηκε για την τότε κυβέρνηση της οποίας υπήρξε μέλος, ανέφερε τα εξής:
“…οι «γενναίες διαπραγματεύσεις» των οποίων ηγήθηκαν ο ίδιος (σ.σ. δηλαδή το πρόσωπο με το οποίο αντιδικούσε δημοσίως ο κ. Στουρνάρας) και ο κ. Βαρουφάκης «είχαν και ένα κόστος: τα 86 δισ. του τρίτου μνημονίου και τους ελέγχους στην κίνηση κεφαλαίων, που επιβλήθηκαν μετά την εκροή 45 δισ. σε καταθέσεις»…”.

Με απλά λόγια, οι “υπολογισμοί της ΤτΕ” ήταν οι εκνευρισμένες δηλώσεις του καθόλου “ανεξάρτητου” κ. Στουρνάρα, που υπερασπιζόταν ως πρόσωπο τα πεπραγμένα της κυβέρνησης στην οποία συμμετείχε και όχι ως ΤτΕ. Σ’ αυτό το πλαίσιο, διαστρέβλωσε το “κόστος της διαπραγμάτευσης” με το ύψος της χρηματοδότησης του 3ου Μνημονίου, που όπως και τα προηγούμενα δύο, βασική τους λειτουργία ήταν η αναχρηματοδότηση ήδη υπάρχοντος χρέους. Καμία σχέση με πραγματικό οικονομικό κόστος λοιπόν.

Παρατήρηση τρίτη. Πάνω λοιπόν στη παραπάνω ανακρίβεια ο Ρέγκλιγκ, σαν άλλος Ζήκος στη πασίγνωστη ελληνική ταινία “ο Μπακαλόγατος”, ήρθε να προσθέσει το εναλλακτικό κόστος ανάπτυξης του ΑΕΠ της χώρας, με βάση τις υποθετικές εκτιμήσεις του ΔΝΤ, οι οποίες είχαν γίνει το 2014 για τα έτη 2015 και 2016. Χρειάζεται κανείς να θυμηθεί την αξιοπιστία αντίστοιχων εκτιμήσεων “ανάπτυξης” του ΔΝΤ στην αρχή της κρίσης, όταν ο καταδικασμένος για την “Λίστα Λαγκάρντ” Παπακωνσταντίνου τις επικαλούταν για να μας πει ότι η Ελλάδα θα βρισκόταν στην ανάπτυξη από το 2012…; Αστειότητες.

Φανταστείτε μόνο να χρησιμοποιούσε κάποιος ακριβώς την ίδια λογική για να υπολογίσει το “κόστος διαπραγμάτευσης” της προηγούμενης διακυβέρνησης ΠΑΣΟΚ/ΝΔ, με 2 Μνημόνια αθροιστικού ύψους περί των €200+ δις και να πρόσθετε σε αυτά τα άκρως αποτυχημένα αποτελέσματα πορείας του ΑΕΠ της χώρας που προέκυψαν από την αντίστοιχη σύγκριση μεταξύ των προβλέψεων ανάπτυξης της περιόδου 2010-2014 και των τελικών αποτελεσμάτων της πορείας της οικονομίας. Η λογική αυτή είναι πέρα ως πέρα λάθος. Ακόμα και μια τέτοια, λαθεμένη επαναλαμβάνω, σύγκριση δείχνει ότι το “κόστος διαπραγμάτευσης” της περιόδου Τσίπρα δεν είναι ούτε το μισό από το αντίστοιχο της περιόδου ΠΑΣΟΚ/ΝΔ των ετών 2010-2014. Ειδικά αν συνυπολογίσει κανείς, πως το 3ο πρόγραμμα δεν “κόστισε” τελικά €86 δισ. αλλά έως τη λήξη του εκταμιεύτηκαν μόνο τα €62δισ., από τα οποία τα 15 δισ. αποτελούν μέρος του “μαξιλαριού ρευστότητας” που υπάρχουν ως ρευστό στα ταμεία του κράτους μέχρι και σήμερα…

Αντιθέτως, μπορούμε να κάνουμε συγκρίσεις και να επιχειρήσουμε να δούμε το κόστος που είχαν τα επιμέρους προγράμματα εφαρμογής μνημονιακών πολιτικών των περιόδων “προ-Τσίπρα” και “Τσίπρα”, στο σύνολο της εθνικής οικονομίας. Και αυτό σε καταγεγραμμένους όρους πραγματικού ΑΕΠ και όχι επί υποθετικών ρυθμών ανάπτυξης. Να μην είμαστε “μπακάληδες” δηλαδή…Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το 2009 λοιπόν το ΑΕΠ της χώρας ήταν 239 δισ., σε όρους όγκου. Η εφαρμογή λοιπόν των πολιτικών των Μνημονίων 1 και 2, που εφαρμόστηκαν στην χώρα κατά την περίοδο 2010-2014 από τις κυβερνήσεις Γ. Παπανδρέου, Λ. Παπαδήμου και Α. Σαμαρά, συρρίκνωσαν αθροιστικά την ελληνική οικονομία κατά €62 δισ. σε απόλυτα νούμερα ή κατά -26% σε σχέση με το ΑΕΠ 2009. Κατά αντιστοιχία, η εφαρμογή των πολιτικών του Μνημονίου 3 από την κυβέρνηση Τσίπρα την περίοδο 2015-2018, οπότε και η χώρα κατάφερε επιτέλους να κλείσει την μαύρη περίοδο των μνημονίων, το ΑΕΠ της χώρας αυξήθηκε κατά 2,75 δισ. σε απόλυτα νούμερα ή κατά 1,6% σε σχέση με το ΑΕΠ 2014. Τώρα πως κατάφερε ένα σημαντικό μέρος των Ελλήνων πολιτών να πιστεύουν πραγματικά πως το Μνημόνιο 3 ήταν το “καταστροφικότερο και σκληρότερο” μνημόνιο, είναι τουλάχιστον άξιο απορίας. Δυστυχώς, αποδεικνύεται πως η συνεχής και αδυσώπητη προπαγάνδα των ΜΜΕ των fake news και της “μετα-πραγματικότητας”, αλλοίωσε τα γεγονότα στην συνείδηση αρκετών.

Ακόμα πιο εντυπωσιακή είναι η σύγκριση του “κόστους της διαπραγμάτευσης” και του δημοψηφίσματος του 2015 σε όρους ΑΕΠ, με τα φαντασιακά νούμερα που επικράτησαν στην δημόσια συζήτηση. Παρά το μπλοκάρισμα των διαπραγματεύσεων κατά το 1ο εξάμηνο του 2015, το defaultπρος το χρέος του ΔΝΤ τον Ιούνη εκείνης της χρονιάς, ενός δημοψηφίσματος και δύο εκλογικών αναμετρήσεων, των κεφαλαιακών περιορισμών, της υπογραφής του 3ου Μνημονίου και της 3ης ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών, το αποτέλεσμα στην εθνική οικονομία ήταν μια ανεπαίσθητη συρρίκνωση κατά -0,7% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Σε απόλυτα νούμερα το ΑΕΠ το 2015 μειώθηκε σε σχέση με αυτό του 2014 κατά μόλις €1,2δις. Ναι, καλά διαβάσατε. Τα 100, 200, 400δις που δήθεν “κόστισε ο Βαρουφάκης”, σε όρους πραγματικού ΑΕΠ ήταν 1…! Εξίσου εντυπωσιακό ειναι το γεγονός, πως το 2ο και 3ο τρίμηνου 2015, στο οποίο συνέβησαν σχεδόν όλα, η μέση ύφεση ήταν -1,15% σε σχέση με τα αντίστοιχα τρίμηνα του 2014 (0% το β’ τρίμηνο και -2,3% το γ’ τρίμηνο). Και μόνο αυτό το γεγονός, ότι δηλαδή έχει περάσει η αίσθηση της “ανυπολόγιστης καταστροφής” κατ΄ αυτό το εξάμηνο και όχι πχ. το β’ εξάμηνο του 2010 όπου είχαμε κατακόρυφη πτώση του ΑΕΠ κατά -12,3% ή το σύνολο του 2011 όπου η ετήσια ύφεση ήταν -10,1% ή ακόμα και το β’ και γ’ τρίμηνο του 2020, όπου η εξαμηνιαία ύφεση ήταν -11,9%, καταδεικνύουν το μέγεθος της προπαγάνδας, της υποκειμενικότητας της ενημέρωσης και του πολιτικού λαϊκισμού. Και μην πει κανείς πως “μα τότε είχαμε μνημόνια” ή “μα υπήρχε παγκόσμια πανδημία”. Και το 2015 είχαμε εξίσου πρωτοφανή αναταραχή. Άρα, είτε η διαχείριση κρίσεων των “ενοικιαστών της εξουσίας” ήταν εξαιρετική και κλάσεις ανώτερη των “ιδιοκτητών” της, είτε τα γεγονότα του 2015, που σημάδεψαν την σύγχρονη πολιτική ιστορία του τόπου, δεν ήταν και τόσο “καταστροφικά” όσο παρουσιάζονται.

Μια διαφορετική προσέγγιση αναφορικά με την αποτίμηση του “κόστους της διαπραγμάτευσης”, η οποία είναι κατά ένα μικρό βαθμό πιο επιστημονική, είναι η προσπάθεια αποτίμησης της ζημιάς περιουσιακών στοιχείων που είχαν περιέλθει στην κυριότητα του δημοσίου και η αξία των οποίων “χάθηκε” κατά την διάρκεια του 2015.

Η αναφορά γίνεται φυσικά για τις τράπεζες, που κρατικοποιήθηκαν το 2012-2013, ως αποτέλεσμα του PSI και της γενικότερης “εξυγίανσης” του κλάδου. Εξελίξεις που προήλθαν απ την οικονομική διαχείριση των μνημονιακών κυβερνήσεων προ του 2015. Η πιο πρόσφατη σχετική προσπάθεια που έπεσε στην αντίληψη μου ήταν ένα άρθρο στο “(νεο)φιλελεύθερο” οικονομικό site Liberal.gr, υπό τον τίτλο “Το δημοψήφισμα που δίχασε τη χώρα και κόστισε 50 δισ. ευρώ στην οικονομία”. Συγγραφέας του άρθρου είναι ο κ. Μ. Χατζηδάκης, ο οποίος είναι επαγγελματίας αναλυτής σε χρηματιστηριακές εταιρίες. Διαβάζοντας το τίτλο του άρθρου αντιλήφθηκα πως θα έκανε κάποια προσπάθεια συσχέτισης του κόστους της 3ης ανακεφαλαιοποίσης με το δημοψήφισμα του 2015 και λόγω πολιτικών πεποιθήσεων(?) δεν θα ήταν ακριβής στην αποτύπωση των γεγονότων και μεγεθών. Μπορεί λοιπόν για ιδεολογικά φορτισμένους ανθρώπους της αγοράς το κόστος των “100δις”, με αυτή την προσέγγιση, να πέφτει στα 50 δισ., αλλά αυτό δεν σημαίνει πως αποτυπώνουν την πραγματικότητα. Και εξηγούμαι…

Τι υποστηρίζει με δύο λόγια η εν λόγω προσέγγιση? Αντιγράφω την ουσία της τοποθέτησης του κ. Χατζηδάκη (και διαφόρων άλλων που την υιοθετούν κατά καιρούς), όπως αυτή παρουσιάζεται στο παραπάνω άρθρο: “…οι μετοχές που είχε στην κατοχή του ΤΧΣ και αποτελούσαν κάλυμμα για τα δάνεια της ανακεφαλαιοποίησης του 2012 απομειώθηκαν συντριπτικά με αποτέλεσμα να χαθούν κεφάλαια κοντά στα 50 δισ. ευρώ”.

Λογικοφανές θα πει κανείς. Το 2012 έγινε το PSI, κρατικοποιήθηκαν οι συστημικές τράπεζες (αρκετές άλλες εκκαθαρίστηκαν βέβαια, αλλά τις έχουμε ξεχάσει…) μέσω ανακεφαλαιοποιήσεων που προηγήθηκαν αυτή του 2015 και το δημόσιο, δια του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ), έλαβε ως αντάλλαγμα την πλειοψηφία των μετοχών τους. Οι μετοχές αυτές αποτελούσαν πλέον περιουσιακό στοιχείου του δημοσίου και με την 3η ανακεφαλαιοποίηση του 2015 ουσιαστικά η αξία τους εξαϋλώθηκε. Εν ολίγοις, αυτό είναι το αφήγημα. Όμως, το παραπάνω δεν είναι παρά ένα “κολάζ” πληροφοριών, με πολλά κομμάτια να λείπουν και συνεπώς η εικόνα που παρουσιάζεται να είναι διαστρεβλωμένη και ψευδής. Η πιο αξιόπιστη πηγή που μπορεί να χρησιμοποιήσει κανείς για να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει το παραπάνω συμπέρασμα, είναι οι δημοσιευμένες Οικονομικές Καταστάσεις ανά έτος του ΤΧΣ. Ανατρέχοντας λοιπόν σε αυτές, βλέπουμε πως έως τις αρχές του 2012 το κεφάλαιο του ΤΧΣ ανερχόταν στο ποσό του €1,5 δισ. Στις 17/04/12 το Ταμείο πραγματοποίησε αύξηση μετοχικού κεφαλαίου ύψους €25 δισ. με σκοπό την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών μετά το PSI. Τα κεφάλαια αυτά προήλθαν από το ευρωπαϊκό χρηματοδοτικό ταμείο της εποχής, το EFSF, με την μορφή ομολόγων κυμαινόμενου επιτοκίου. Στις 13/12/2012 το ΤΧΣ έλαβε επιπλέον κεφάλαια ύψους €16 δισ. ως 2η δόση για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών.

Στις 23/05/2013 το ΤΧΣ πραγματοποίησε εκ νέου ΑΜΚ κατά €7,2 δισ. πάλι με ομόλογα του EFSF και το μετοχικό του ανήλθε συνολικά στο ποσό των €49,7 δισ., εξού και το ποσό των περίπου € 50δισ. που αναφέρεται στο άρθρο του κ. Χατζηδάκη.

Τα κεφάλαια αυτά χρησιμοποιήθηκαν πρωτίστως για την πρώτη ανακεφαλαιοποίηση των 4 συστημικών τραπεζών και δευτερευόντως για την κάλυψη των χρηματοδοτικών διαφορών που προέκυπταν για τα πιστωτικά ιδρύματα και απομειώσεις απαιτήσεων για τράπεζες που βρίσκονταν υπό εκκαθάριση, όπως η Αγροτική Τράπεζα, η Proton Bank, το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, η First Business Bank (FBB), διάφορες μικρές συνεταιριστικές τράπεζες κ.α. Έτσι ουσιαστικά από το 2012 και μετά το ΤΧΣ άρχισε να υλοποιεί ουσιαστικά το σκοπό για τον οποίο συστάθηκε και ξεκίνησε να καταγράφει (δυστυχώς) ζημιές από τις παραπάνω δραστηριότητες, απομειώνοντας έτσι το κεφάλαιο των €49,7 δισ. Μόνο κατά τη διάρκεια του 2012, σύμφωνα πάντα με τις δημοσιοποιημένες οικονομικές καταστάσεις του ΤΧΣ, το Ταμείο κατέγραψε ζημιές ύψους περίπου €5,5 δισ. Μάλιστα, οι επιμέρους ζημιές των “απομειώσεων επενδύσεων και απαιτήσεων” και “προβλέψεις για υποχρεώσεις από funding gaps” που αφορούσαν χρηματοπιστωτικά ιδρύματα τα οποία ήταν είτε υπό εκκαθάριση είτε υπό κάποιας μορφής αναδιάταξης, έφτασε το ποσό των €6,35 δισ. όπως φαίνεται στον παρακάτω πίνακα.

To 2013, όταν και η 1η ανακεφαλαιοποίηση των 4 συστημικών τραπεζών ολοκληρώθηκε, η κατάσταση επιδεινώθηκε. Τα αποτελέσματα χρήσης εκείνης της χρονιά δείχνουν πως οι καθαρές ζημιές εφτάσαν στα €9,6 δισ., καθότι πέραν του συνεχιζόμενου κόστος εκκαθάρισης των τραπεζών που είτε έκλεισαν είτε απορροφήθηκαν από τις 4 συστημικές τράπεζες, άρχισαν να καταγράφονται και ζημιές στο χαρτοφυλάκιο του Ταμείου από την συμμετοχή του σε αυτές. Έτσι στα προηγούμενα €5,5 δισ. του 2012, ήρθαν να προστεθούν άλλα €4,3 δισ. από τις αντίστοιχες απομειώσεις επενδύσεων στις “υπό εξαφάνιση τράπεζες” και επιπλέον κοντά στα €6 δισ. από την αποτίμηση της αξίας των μετοχών που κατείχε το ταμείο στην ETE, Alpha, Eurobank και Πειραιώς.

Το 2014 πραγματοποιήθηκε η 2η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών μέσω ΑΜΚ ύψους περίπου €8,3 δισ., τα οποία καλύφθηκαν εξ’ ολοκλήρου από ιδιώτες επενδυτές. Αυτό σήμαινε πως το δημόσιο, μέσω του ΤΧΣ δεν μετείχε με επιπλέον κεφάλαια. Όμως οι αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου και των 4 τραπεζών έγιναν υπέρ των νέων μετόχων και συνεπώς με κατάργηση δικαιωμάτων προτίμησης. Έτσι, το δημόσιο δεν είχε την δυνατότητα να διατηρήσει τα ποσοστά που κατείχε στα μετοχικά κεφάλαια των τραπεζών πριν τις ΑΜΚ του ‘14, μετέχοντας στις αυξήσεις. Ούτε επίσης μπορούσε να πουλήσει τα δικαιώματα του σ’ αυτές, εφόσον οι ΑΜΚ γίνονταν υπέρ των παλαιών μετόχων και έτσι να μετριάσει τις απώλειες από την απομείωση της αξίας του χαρτοφυλακίου του λόγω της μείωσης των ποσοστών συμμετοχής του. Με αυτόν τον τρόπο οι ζημιές στο τραπεζικό χαρτοφυλάκιο του ΤΧΣ αυξήθηκαν κατά επιπλέον €9,7 δισ. Σε αυτό το ποσό ήρθαν να προστεθούν και ακόμα €280 εκατ. για τις υπό εκκαθάριση τράπεζες και έτσι οι καθαρές ζημιές το 2014 προσέγγισαν τα €10 δισ.

Συνολικά, οι συσσωρευμένες ζημιές της περιόδου της κυβερνήσης συνεργασίας ΝΔ-ΠΑΣΟΚ των κ. Σαμαρά και κ. Βενιζέλου, έφτασαν στο ποσό των €25,2 δισ.! Ή για να το πούμε διαφορετικά, έως και το 2014 είχε χαθεί λίγο παραπάνω από το 50% του κεφαλαίου των €49,7 δισ. που δανείστηκε το ελληνικό κράτος για το τραπεζικό μας σύστημα! Αυτά τα νούμερα είναι αδιαμφισβήτητα και λένε την ιστορία που “δεν ακούγεται” γιατί κανένας δεν τη παρουσιάζει. Και αν μια εικόνα είναι χίλιες λέξεις όπως λένε, τότε η παρακάτω εικόνα, που παρουσιάζει την μεταβολή των Ιδιων Κεφαλαίων του ΤΧΣ έως την 31/12/2014, αποτυπώνουν αυτές τις χίλιες λέξεις.

Και φτάνουμε στο έτος ορόσημο, με την μεγάλη πολιτική αλλαγή που πραγματοποιήθηκε στη χώρα, τις διαπραγματεύσεις Τσίπρα-Βαρουφάκη, το δημοψήφισμα, τα Capital Controls και την 3η κατά σειρά ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών. Το μαγικό έτος το 2015. Το Φεβρουάριο του 2015, μετά από εισήγηση του τότε υπουργού οικονομικών κ. Βαρουφάκη, το υπουργικό συμβούλιο της κυβέρνησης Τσίπρα αποφάσισε να επιτρέψει στον EFSF τα αδιάθετα ομόλογα που κατείχε ως κεφάλαιο το ΤΧΣ. Στις 27/02/2015 λοιπόν, επιστρέφονται ομόλογα ονομαστικής αξίας €10,9 δισ., μειώνοντας με αυτόν τον τρόπο το καταβεβλημένο κεφάλαιο στο ΤΧΣ από τα €49,7 δισ. στα €38,8 δισ. Αντίστοιχα μειώθηκε και το ύψος του δημοσίου χρέους κατά το ίδιο ποσό. Στη κίνηση αυτή βασίζεται η απάντηση που δίνει κατα καιρούς ο Γιάνης Βαρουφάκης, όταν τον κατηγορούν πως “κόστισε 100 δισ.” Ότι, όχι απλώς δεν είχε κόστος η υπουργία του αλλά κατά την θητεία του στο υπουργείο οικονομικών μείωσε το χρέος της χώρας περίπου €10 δισ. Κατά την διάρκεια του 2015 λοιπόν, εκτός όλων των άλλων που εξελέγχθηκαν σε αυτή τη χρονιά, είχαμε και διενέργεια άσκησης Stress Test, από τα αποτελέσματα του οποίου προέκυψε εκ νέου η ανάγκη για ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών συνολικού ύψους περίπου 12 δισ. Τα χρήματα αυτά συγκεντρώθηκαν και από ιδιωτικά κεφάλαια και με την συμμετοχή του δημοσίου. Το δημόσιο συγκεκριμένα μετείχε στις ΑΜΚ των ΕΤΕ και Πειραιώς με €5,4 δισ., τα οποία προέκυψαν με νεότερη ΑΜΚ του ΤΧΣ πάλι με ομόλογα του EFSF.

Μετά και με την 3η ανακεφαλαιοποίηση τα ποσοστά του δημοσίου, μέσω ΤΧΣ, στο μετοχικό κεφάλαιο των 4 συστημικών τραπεζών της χώρας στις 31/12/2015, διαμορφώθηκαν ως εξής: Alpha Bank 11%, Eurobank 2,4%, ETE40,4% και Πειραιώς 26,4%. Η αξία του μετοχικού χαρτοφυλακίου στο τέλος του 2015 έφτανε τα €2,4 δισ. Εκτός από τις μετοχές, το ΤΧΣ απέκτησε ως μέρος του ανταλλάγματος που έλαβε για την συμμετοχή του στην τελευταία ΑΜΚ στις ΕΤΕ και Πειραιώς το 2015, μετατρέψιμες ομολογίες (CoCos) που εξέδωσαν αυτές, ονομαστικής αξίας €2,026 δισ. και €2,034 δισ. αντίστοιχα. Τέλος, άλλα περίπου €2,05 δισ. ήταν οι απαιτήσεις που είχαν απομείνει από το ΤΧΣ προς τις τράπεζες υπό εκκαθάριση. Το άθροισμα όλων αυτών μας δίνει τα περίπου 8,8 δισ. ενεργητικού του ΤΧΣ το Δεκέμβρη του 2015. Αναφορικά με τα αποτελέσματα χρήσης, στο κλείσιμο του έτους το ΤΧΣ κατέγραψε ζημιές €9,3 δισ. από τις επενδύσεις του στις 4 τράπεζες, επιπλέον €280 εκατ. από τις τράπεζες υπό εκκαθάριση και €550 εκατ. ένα εφάπαξ έξοδο που αποτελούσε οφειλόμενα του ΤΧΣ προς το ελληνικό δημόσιο από το 2012. Συνολικά λοιπόν οι καθαρές ζημιές 2015 έφτασαν τα €10,16 δισ.

Συνοψίζοντας, μετά και τις αυξομειώσεις κεφαλαίου του ΤΧΣ εντός 2015, τα καθαρά κεφάλαια που δανείστηκε ο ελληνικός λαός μέσω του Ταμείου και διοχετεύτηκαν προς το τραπεζικό σύστημα ήταν €44,2 δισ. Οι αθροιστικές ζημιές που κατέγραψε το ΤΧΣ από το 2012 έως και το 2015 έφτασαν στο ύψος των €35,4 δισ. Δηλαδή ‘12-’15 χάθηκε το 80% των κεφαλαίων. Όμως, το 71% των ζημιών (€25,2 δισ.) δημιουργήθηκαν κατά την περίοδο Σαμαρά-Βενιζέλου και μόλις το 29% (€10,2 δισ., με τα €550 εκατ. εξ’ αυτών να πηγαίνουν πάλι στο δημόσιο) ήταν το περίφημο “κόστος διαπραγμάτευσης” του Τσίπρα, σύμφωνα πάντα με την προσέγγιση που εξετάζουμε. Η συνολική εικόνα των παραπάνω αποτυπώνεται στον παρακάτω πίνακα με την μεταβολή των Ιδίων Κεφαλαίων του ΤΧΣ εως και την 31/12/2015.

Και όλα αυτά όπως είπαμε στην αρχή, αποτελούν μια προσπάθεια προσέγγισης του όποιου κόστους. Αυτό δεν σημαίνει πως είναι και η σωστή προσέγγιση! Καθώς, για τις παραπάνω ανεπανάληπτες (ελπίζω τουλάχιστον) ζημιές που προκλήθηκαν στις ελληνικές τράπεζες δεν φταίει κανένας Βαρουφάκης, κανένας κεφαλαιακός περιορισμός και σίγουρα κανένα δημοψήφισμα! Η αξία των ελληνικών τραπεζών ουσιαστικά εξαϋλώθηκε εξαιτίας των μνημονιακών πολιτικών και την εφαρμογής τους στην ελληνική οικονομία και κοινωνία. Από την μια η απόφαση της συγκεκριμένης μορφής του PSI που διέγραψε δις τραπεζικών κεφαλαίων και από την άλλη οι αποφάσεις εφαρμογής πολιτικών εσωτερικής υποτίμησης, που προκάλεσαν την κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας. Αυτή η απότομη, άγρια και βάναυση “προσαρμογή” προκάλεσε την εκτόξευση του ποσοστού των “κόκκινων δανείων”, διαλύοντας ταυτόχρονα την αξία των ακινήτων, που χρησιμοποιούνταν ως κάλυμμα για τα δάνεια, απομειώνοντας συνεχώς έτσι τα τραπεζικά κεφάλαια και καταστώντας τις ανακεφαλαιοποιήσεις περίπου υποχρεωτικές. Αν κάποιος κάνει τον κόπο να επισκεφτεί την σελίδα της Τράπεζας της Ελλάδος, στο κεφάλαιο που αναφέρεται στην εξέλιξη των δανείων και καθυστερήσεων, θα δει ότι ως τις αρχές του 2009, όπου άρχισαν και να εμφανίζονται τα αποτελέσματα ακόμα μιας καταστροφικής οικονομικής πολιτικής της δεξιάς, του Καραμανλη “του νεώτερου” αυτή τη φορά ,στην χώρα, τα Μη Εξυπηρετούμενα Δάνεια ήταν μόλις το 6,8% του δανειακού χαρτοφυλακίου των τραπεζών και το απολυτό μέγεθος τους ήταν μόλις στα €17,5 δισ. Το Δεκέμβρη 2014 το ποσοστό αυτό είχε εκτοξευθεί στο 43.5% και το απόλυτο μέγεθος τους είχε φτάσει στα €97,7 δισ.! Στο “καταστροφικό 2015” τα προηγούμενα νούμερα αυξήθηκαν μόλις κατά 5% στο 48% και στα €106,5 δισ. αντίστοιχα…Όποιος πιστεύει πως ο Τσίπρας, ο Βαρουφάκης ή το δημοψήφισμα εξαΰλωσε την αξία των τραπεζών εξαιτίας των 9 δισ. παραπάνω κόκκινων δανείων το 2015, να με συγχωρείτε αλλά, χωρίς κανένα ενδοιασμό εκ μέρους μου, είναι βλάκας με πατέντα!

Θα συνιστούσα λοιπόν στους πάσης φύσεως λαϊκιστές να το ξανασκεφτούν δυο και τρεις φορές πριν ξαναεκτοξεύσουν τις αρλούμπες των “100-200-400 δισ.”. Το ίδιο ισχύει και για τους ήπιους υποτίθεται αναλυτές και δημοσιολόγους, που με ψέματα προσπαθούν να φορτώσουν τις αμαρτίες άλλων σε τρίτους και δη στον ελληνικό λαό επειδή τόλμησε για μια μέρα να σηκώσει κεφάλι. Επιπλέον, θα ήθελα να σημειώσω για τους #Δεν_ξεχνω των ημερών, ότι ούτε εμείς ξεχνάμε και επίσης λέμε ακόμα πιο δυνατά το “Ποτέ ξανά” σε εικόνες απελπισμένων τις τρίτης ηλικίας…Ποτέ ξανά μνημόνια. Ποτέ ξανά Τρόικα. Πότε ξανά εκβιασμοί ΕΚΤ αλλά λύσεις τύπου PEPP. Ποτέ ξανά εσωτερική υποτίμηση. Ποτέ ξανά αποπληθωρισμός. Πότε ξανά υποκατώτατος μισθός. Ποτέ ξανά κόψιμο μισθών και συντάξεων. Ποτέ ξανά παράδοση αυτονομίας κυρίαρχου κράτους σε δανειστές! Γιατί τον απελπισμένο γεράκο της φωτογραφίας που κυκλοφόρησε της τελευταίες μέρες, κάποιος τον έφερε σε αυτή τη θέση, να κάθεται στο πεζοδρόμιο κλαίγοντας δίπλα από το ΑΤΜ, γιατί δεν είχε πλέον καμία εμπιστοσύνη στο κράτος που του κούρεψε τη σύνταξη, του έκοψε τα δώρα και που άφησε άνεργο το παιδί του. Και δεν την ήρε ο Τσίπρας αυτή την εμπιστοσύνη…Αρκετά!

Αντώνης Βράϊλας

πηγή: rosa.gr

Print Friendly, PDF & Email