Πίσω απο την κουρτίνα 2

γράφει στο peripteron.eu ο Βαγγέλης Πάλλας, Δημοσιογράφος – Ερευνητής – Αναλυτής IFJ/SPJ

Λέγεται πως την Ιστορία την κατασκευάζουν οι νικητές. Οι κάθε είδους νικητές που ενσαρκώνουν, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, την εξουσία διαχρονικά. Νικητές που, συχνά πυκνά, εκκινούν από το μετερίζι των καταπιεσμένων, για να καταλήξουν, ανερυθρίαστα, καταπιεστές, συνήθως χαρακτηριστικά σκληρότεροι από αυτούς που μέχρι πρότινος μέμφονταν. Αυτοί «γράφουν» την Ιστορία, με κεφαλαίο, αυτοί ορίζουν με ακρίβεια το «αληθές», αυτοί διαχειρίζονται την προκρούστεια κλίνη του damnati memoriae, άλλοτε με επιτυχία κι άλλοτε όχι.

Αν το καλοσκεφτούμε, οι ανωτέρω βίαια κατακτημένες δυνατότητες δίνουν στους εξουσιαστές, παράλληλα, και το «δικαίωμα» να δομήσουν το παρελθόν, αυτό που ονομάζουμε μνήμη, κατά το κέφι τους. Και είναι σαφές πως όποιος δύναται σε μεγάλο βαθμό να ελέγξει τη μνήμη του παρελθόντος, μπορεί να κάνει το ίδιο και για το παρόν, αλλά και να διαμορφώσει κατά το δοκούν το μέλλον. Με άλλα λόγια, αυτό που καταφανώς αδόκιμα και αφηρημένα αποκαλούμε «πραγματικότητα» είναι αποτέλεσμα συστηματικής στρέβλωσης, μεγέθυνσης και, κυρίως, αφαίρεσης.

Ωστόσο, πέρα από την Ιστορία ή, πιο εύστοχα, έξω από αυτήν, ζουν και αναπνέουν οι ιστορίες, οι κάθε είδους αφηγήσεις, μικρές και μεγάλες, που σπανίως συναντάς σε βιβλία, άρθρα, έντυπα ή ηλεκτρονικά μέσα εν γένει. Οι ιστορίες που δεν είναι Ιστορία, που τις γεννά η κοινωνία και όχι η εξουσία, γιατί ενώ αποτελούν ανθρώπινο κεφάλαιο δεν διαθέτουν κεφαλαίο γράμμα. Οι ιστορίες που περνούν από στόμα σε αυτί, από τότε που υπάρχει λόγος, λογική, συναίσθημα και ανθρώπινη ομάδα, που υπάρχουν για να υπάρχουν, για να εισπράττει ο καθείς τα νομιζόμενο όπως αυτοβούλως κρίνει κι όχι για να αποτελέσουν εκμαγείο για ανδράποδα.

Ας επιτρέψουμε, λοιπόν, και πάλι στην Ιστορία να βυθιστεί αναπαυτικά στις «αλήθειες» της και ας μείνουμε στις ιστορίες του καθένα μας, που γίνεται ταυτοχρόνως όλοι και κανένας, μέσα από την αφήγηση. Αυτές για τις οποίες οι αφηγητές τους, είτε υπήρξαν πρωταγωνιστές είτε όχι, δεν έχουν υστερόβουλα συναισθήματα και διαθέσεις, παρά μόνον την ανάγκη να εκφράσουν, προφορικά ή γραπτά, όσα βίωσαν, ένιωσαν, μοιράστηκαν, σκέφτηκαν.

«Όμως, ας σοβαρευτούμε. Η κρατική καταστολή δεν υπήρξε ποτέ απλή υπόθεση ή επιλογή του όποιου Δροσογιάνvη ή Μπάλκοu. Αποτελεί πάντα ακρογωνιαίο λίθο της συνολικής κρατικής λειτουργίας και -αντίθετα με όσα προσπαθούν να μας πείσουν τα «προοδευτικά» καθημερινά αναγνώσματα – ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπίζεται. Πολύ περισσότερο που σήμερα δεν έχουμε να κάνουμε απλώς με μια όξυνση της αστυνομικής βίας και καταστολής, αλλά κυρίως με την «ποινικοποίηση» (με «μοχλό» βέβαια την κυβερνητική «βούληση», αλλά με «αυτουργό» την ανεξάρτητη δικαιοσύνη) ενός εuρύτατοu φάσματος πρακτικών που μέχρι πρότινος εθεωρούντο απλώς πολιτική δράση. Ακόμα παραπέρα, ο κατασταλτικός μηχανισμός επιχειρεί σήμερα να αποδώσει στην όποια «παραβατικότητα» απορρέει από την πολιτική δράση και τη σύγκρουση με την κυβερνητική πολιτική, ιδιαίτερα βαρείες, ει δυνατόν κακουργηματικές κατηγορίες. Η φυσική παρουσία στο χώρο μιας διαδήλωσης που ήρθε σε σύγκρουση με την αστυνομία επέσυρε το 1975 ελαφρότατες ποινές, στη χειρότερη των περιπτώσεων. Σήμερα οι διωκτικές αρχές επιφυλάσσουν για την ίδια πράξη κατηγορίες που επισύρουν ποινές κακουργήματος. Ομοίως ενεργοποιούνται σήμερα για πρώτη φορά οι διατάξεις και οι μηχανισμοί ώστε να παραπέμπονται στα δικαστήρια με κατηγορίες κακουργήματος όσοι εργαζόμενοι αντιστέκονται στο μέτρο της πολιτικής επιστράτευσης. (Απεργία πιλότων. Άνοιξη 1986, απεργία εργατών καθαριότητος, Δεκέμβριος 1986).» Πολιτική εξουσία, δίκαιο και κρατική καταστολή, Αντιγόνη Μαυρομάτη, Γιάννης Μηλιάς, Θέσεις, Τεύχος 18, περίοδος: Ιανουάριος-Μάρτιος 1987.