«Μέτρα προστασίας των αδύνατων και αποκατάστασης κοινωνικής ισορροπίας και όχι λόγια και πομπώδης διακηρύξεις»

γράφει στο peripteron.eu ο Πάμπης Κυρίτσης, Γενικός Γραμματέας ΠΕΟ

Είναι φανερό ότι μετά την κρίση του 2013, η οποία έχει φορτωθεί πλήρως πάνω στους εργαζόμενους και γενικότερα τους αδύνατους της κοινωνίας, το ίδιο επιχειρείται να επαναληφθεί και σήμερα.

Όποιος κοιτάξει τις εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το Ευρωπαϊκό εξάμηνο, αλλά και τις στατιστικές αναλύσεις της Eurostat, θα δει ότι στην Κύπρο από το 2013 και μετά, η διεύρυνση της κοινωνικής ανισότητας είναι δραματική. Οι νεοφιλελεύθερες μνημονιακές πολιτικές, τις οποίες η κυβέρνηση έχει υιοθετήσει ως φιλοσοφία αντιμετώπισης της τραπεζικής κρίσης, οδήγησαν σε μια βίαιη ανακατανομή του πλούτου.

Η κατανομή του εθνικού εισοδήματος, με βάση τους εθνικούς λογαριασμούς, έχει ανατραπεί άρδην σε βάρος της εργασίας. Τα εισοδήματα από μισθούς έχουν υποχωρήσει πάνω από 5% ενώ τα εισοδήματα από κέρδη και προσόδους έχουν ενισχυθεί πάνω από 5%. Η απόσταση μεταξύ των δυο μεγεθών – κερδών και μισθών – έχει διευρυνθεί αρνητικά για τους μισθούς κατά πάνω από 10 εκατοστιαίες μονάδες.

Αυτή η ραγδαία διεύρυνση της κοινωνικής ανισότητας, επιδεινώνεται και διευρύνεται ακόμα περισσότερο με το ουσιαστικό ξήλωμα του κοινωνικού κράτους, τις ιδιωτικοποιήσεις, την επέκταση του ορίου αφυπηρέτησης και άλλα μέτρα που υποβαθμίζουν τον ρόλο του κράτους στην δικαιότερη ανακατανομή του εθνικού εισοδήματος.

Η τάση αυτή είναι ολοφάνερο ότι θα συνεχιστεί και θα ενταθεί μετά και τη νέα κρίση της πανδημίας, αφού οι ίδιες πολιτικές συνεχίζουν να κυριαρχούν στην φιλοσοφία της διαχείρισης της και οι ίδιες κατευθύνσεις κυριαρχούν στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι οι εργοδοτικοί σύνδεσμοι με κάθε ευκαιρία ακόμα και την ώρα που στηρίζονται πλουσιοπάροχα από το κράτος, επιχειρούν να κρατούν ψηλά τον μπαμπούλα των απολύσεων και ουσιαστικά να προετοιμάζουν τη κοινή γνώμη για ένα νέο κύμα επιθέσεων στους μισθούς και τα δικαιώματα των εργαζομένων.

Βασικό εργαλείο των εργοδοτών, είναι ασφαλώς ο φόβος και η ανασφάλεια μπροστά στο ενδεχόμενο της ανεργίας. Η ολοφάνερη ανατροπή του συσχετισμού ισχύος σε βάρος της εργασίας, απορυθμίζει τις εργασιακές σχέσεις, υποσκάπτει τη συνδικαλιστική οργάνωση και διαπραγμάτευση, ευνοεί την αυθαιρεσία και δημιουργεί για τους εργοδότες απίστευτες δυνατότητες για εκμετάλλευση των εργαζομένων.

Για την αντιμετώπιση αυτής της πραγματικότητας, είναι ξεκάθαρο ότι για τους εργαζόμενους και τα συνδικάτα τους δεν είναι αρκετά τα κυβερνητικά ευχολόγια και οι πομπώδεις διακηρύξεις καλών προθέσεων. Αν η κυβέρνηση θέλει να συμβάλει στην προστασία των αδυνάτων και την διατήρηση της κοινωνικής συνοχής θα έπρεπε ήδη πρωταρχική κοινωνική προτεραιότητα του κράτους να αποτελεί η διαμόρφωση ενός νομοθετικά κατοχυρωμένου ελάχιστου πλαισίου εργασιακών δικαιωμάτων για κάθε εργαζόμενο, με τον κατώτατο μισθό ως κύριο συστατικό αυτών των ελάχιστων δικαιωμάτων.

Για τα συνδικάτα είναι αυτονόητο ότι στους τομείς που καλύπτονται από συλλογικές συμβάσεις, ο κατώτατος μισθός όπως και τα υπόλοιπα ωφελήματα είναι καθορισμένος. Κατά συνέπεια εκείνο που πρέπει να νομοθετηθεί είναι η υποχρέωση όλων των εργοδοτών ενός κλάδου ο οποίος έχει συμφωνημένη συλλογική σύμβαση, να εφαρμόζουν αυτή τη σύμβαση για όλους. Τα δε προσωπικά συμβόλαια ή άλλης μορφής προσωπικές συμφωνίες, μόνο τότε να μπορούν να έχουν νομική ισχύ, όταν είναι καλύτερα από τη συλλογική σύμβαση και όχι υποδεέστερα. Το κράτος οφείλει να παρέμβει ώστε να σταματήσει η χρησιμοποίηση των λεγόμενων «ευέλικτων» μορφών απασχόλησης ως μέσο εκμετάλλευσης των εργαζομένων και απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων.

Στους δε κλάδους οι οποίοι για διάφορους λόγους δεν καλύπτονται από συλλογική σύμβαση, το ύψος του κατώτατου μισθού πρέπει και εκεί να προκύπτει ως αποτέλεσμα συλλογικής διαπραγμάτευσης με τη συμμετοχή των αντιπροσωπευτικών φορέων των κοινωνικών εταίρων και όχι να καθορίζεται εκ των άνω, αυθαίρετα και ανάλογα με τους εκάστοτε συσχετισμούς στα πολιτειακά όργανα. Και ασφαλώς θα πρέπει να περιλάβει και άλλα βασικά ωφελήματα όπως ωράριο, υπερωρίες, αργίες και ταμείο προνοίας.

Η θέση της κυβέρνησης, ότι ο διάλογος για την καθιέρωση κατώτατων μισθών θα ξεκινήσει όταν δημιουργηθούν συνθήκες πλήρους απασχόλησης, είναι εντελώς απαράδεκτη και ουσιαστικά παραπέμπει το θέμα στις ελληνικές καλένδες. Υιοθετώντας τις αντιδραστικές νεοφιλελεύθερες δοξασίες, το μήνυμα που στέλνει με αυτή την τοποθέτηση είναι ότι τους απαράδεκτα χαμηλούς μισθούς, την αυθαιρεσία και την απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, τα αντιλαμβάνεται ως τα εργαλεία μείωσης της ανεργίας. Όμως η νομοθετική κατοχύρωση ελάχιστων δικαιωμάτων για όλους τους εργαζόμενους, δεν είναι στις περιόδους ανάπτυξης και πλήρους απασχόλησης που είναι περισσότερο απαραίτητη, αλλά στις κρίσεις. Όπου λόγω του φόβου και της ανασφάλειας των εργαζομένων για την εργασία τους, δημιουργούνται συνθήκες αυθαιρεσίας, ασυδοσίας και απορρύθμισης στις εργασιακές σχέσεις.

Για μια στοιχειώδη επαναφορά μιας ανεκτής κοινωνικής ισορροπίας είναι απαραίτητα και μέτρα ουσιαστικής ενίσχυσης του κοινωνικού κράτους. Μέτρα στήριξης των ευάλωτων ομάδων του πληθυσμού και δικαιότερης κατανομής του παραγόμενου πλούτου προς όφελος των πολλών. Τέτοια μέτρα είναι η επάρκεια των συντάξεων και η κατάργηση του πέναλτι 12% για όσους συνταξιοδοτούνται στα 63, η εισαγωγή σχεδίου πληρωμένης γονικής άδειας, η στήριξη του δημόσιου τομέα της υγείας και η αντιμετώπιση των προβλημάτων των χαμηλοσυνταξιούχων.

Η δημιουργία ενός ολοκληρωμένου δικτύου παροχής υπηρεσιών φροντίδας σε παιδιά και βρέφη, δημιουργία υποδομών μακροχρόνιας φροντίδας για ηλικιωμένους και ανάπηρα άτομα, προγράμματα κοινωνικής στέγης καθώς και αποτελεσματικά μέτρα αποτροπής εκποιήσεων από τις τράπεζες της πρώτης κατοικίας και της μικρής επαγγελματικής στέγης.

Η κυβέρνηση, αν πραγματικά ενδιαφέρεται για τους πολλούς και όχι μόνο για τους λίγους, οφείλει να ξεκινήσει άμεσα το διάλογο με το συνδικαλιστικό κίνημα για ένα σύγχρονο και προοδευτικό κοινωνικό μοντέλο, όπου τα ελάχιστα δικαιώματα για τον κάθε εργαζόμενο να είναι κατοχυρωμένα και το κράτος να είναι κράτος πρόνοιας και διασφάλισης κοινωνικής συνοχής και όχι κράτος που με τις αποφάσεις του να ευνοεί ώστε οι πλούσιοι να γίνονται πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι.

Print Friendly, PDF & Email