Η “Δίκη των έξι”… “Αθώοι”… Λόγω εθνικής συναίνεσης

γράφει στο peripteron.eu ο Βαγγέλης Πάλλας, ∆ηµοσιογράφος – Ερευνητής – Αναλυτής IFJ / SPJ

Η εκτέλεση των έξι στο Γουδί αποτελεί συλλογικό «τραύμα» της Ελληνικής Αστικής τάξης και μια πολύ αρνητική για την ίδια παρακαταθήκη για το μέλλον. Το αστικό πολιτικό κατεστημένο πρέπει να είναι προφυλαγμένο.

Η πρώτη μεγάλη προδοσία της ηγεσίας της αντιβενιζελικής παράταξης είναι ότι «πούλησε» το αντιπολεμικό λαϊκό αίσθημα που την ανέδειξε στην εξουσία. Διεκδικώντας για τον εαυτό της τις δάφνες του αντιπάλου, θέλησε να α­ποδείξει πως μπορεί να εκφράσει καλύτε­ρα τα συμφέροντα του μεγάλου ελληνικού κεφαλαίου και να φτάσει την Ελλάδα ακό­μη πιο μακριά. Στη συνέχεια θα μπορούσε κανείς να αναζητήσει δεκάδες περιπτώ­σεις μεγαλύτερων ή μικρότερων «προδο­σιών», παραλείψεων, αστοχιών -με βάση τα εθνικά, διπλωματικά και στρατιωτικά κριτήρια- με αποκορύφωμα τη διαταγή της απαγόρευσης εξόδου από την Ανατολή όλων των Ελλήνων και την παράδοση τους στο έλεος του ε­χθρού, τη στιγμή μάλιστα που απο­φάσισαν τη στρατιωτική εγκατάλει­ψη της Μικράς Ασίας (Ιούλιος 1922), Η κοινή συνισταμένη όλων αυτών των «προδοσιών» ήταν η πραγματική αδιαφορία για τους κάθε λογής «από κάτω»: στρατιώτες, υπαλλήλους, ερ­γάτες, χριστιανούς μικρασιάτες, έχο­ντας ως μοναδικό πολιτικό κριτήριο την πραγματικότητα όμως και παρά τις αστοχίες των αντιβενιζελικών κυ­βερνήσεων στο στρατιωτικό – διπλωματικό πεδίο, η πραγματική αιτία της ήττας ήταν ακριβώς ότι αυτοί που πολεμούσαν δεν καταλάβαιναν την αξία αυτού του πολέμου. Αντίθε­τα, ο εχθρός ήταν εξαιρετικά πεισμένος για το δικό του πραγματικά εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα εναντίον των ελλήνων κατακτητών. Αυ­τοί λοιπόν που διέταξαν και καθοδή­γησαν τη Μικρασιατική Εκστρατεία ήταν καθαρά καιροσκόποι και εξαιτίας τους καταστράφηκαν ενάμισι εκατομμύριο άνθρωποι και μαζί τους ολόκληρη η κοινωνία μπήκε σε μια εξαιρετικά δύσκολη διαδικασία ανοικοδόμησης.

Για όλους αυτούς τους «προδομένους» στρατιώτες, ξεσπιτωμένους «πρόσφυγες» και τις οικογένειες χωρίς γιους, συζύγους και πατεράδες δεν χρειαζόταν καμία δίκη που θα αποδείκνυε εκείνο που όλοι γνώρι­ζαν και βίωναν. Γι’ αυτό το λόγο, τον Αύ­γουστο του 1922 δεν κατέρρευσε μόνο το μέτωπο, αλλά κατέρρευσε μερικώς και το ίδιο το κράτος – ριζοσπαστικοποιώντας πο­λιτικά τα λαϊκά στρώματα. Και πράγματι οι βενιζελικοί αξιωματικοί που ανέλαβαν τη διακυβέρνηση ήταν σε θέση να αντιλη­φθούν τον τεράστιο κίνδυνο που ενδεχομέ­νως να αντιμετώπιζε το αστικό καθεστώς συνολικά. Γι’ αυτό όσο το δυνατόν πιο γρή­γορα και βιαστικά έπρεπε οι υπαίτιοι να δικαστούν, να καταδικαστούν και να εκτε­λεστούν. Και ίσως να είχαν δίκιο να φο­βούνται, καθώς το φάντασμα του κομμου­νισμού πλανιόταν επικίνδυνα μετά το 1917, ενώ θεωρητικά το ΣΕΚΕ/ΚΚΕ θα μπορού­σε να εκμεταλλευτεί την κατάσταση.

Δεν είναι όμως μια απλή υπόθεση η εκτέλεση τριών πρωθυπουργών, δύο υπουρ­γών και ενός αρχιστρατήγου. Οι αστικές . πολιτικές ηγεσίες, όπως παλιότερα και οι βασιλιάδες, ενώ εύκολα αποφασίζουν για -πολέμους, βίαιη καταστολή εξεγέρσεων και θανατική καταδίκη των εξεγερμένων ή των απλών εγκληματιών και γενικότερα των κάθε λογής «από κάτω», πολύ δύσκο­λα συναινούν στην εκτέλεση ισοτίμων τους. Συνήθως, επικρατεί, ακόμα και στους φα­νατικότερους εχθρούς, ενός είδους ταξική αλληλεγγύη. Σε όλο το μεσοπόλεμο χιλιά­δες εργάτες σοσιαλιστές, κομμουνιστές του Αρχειομαρξισμού και του ΚΚΕ φυλακί­στηκαν, εκτοπίστηκαν, σάπισαν από αρρώ­στιες για τα πιο μικρά «παραπτώματα» με την κατηγορία ότι στρέφονταν εναντίον του κοινωνικού καθεστώτος. Αντίθετα, πο­λιτικοί και στρατιωτικοί εκατέρωθεν των δύο αστικών στρατοπέδων και εν μέσω ό­ξυνσης του εθνικού διχασμού πολύ εύκολα έδιναν χάρη ο ένας στον άλλο εν ονόματι της εθνικής συμφιλίωσης, ενώ όλοι είχαν σχεδόν συμμετάσχει σε ένα τουλάχιστον πραγματικό πραξικόπημα ή κάποια άλλη κίνηση εναντίον του πολιτεύματος. Το 1944, ακόμα και η ηγεσία του ΚΚΕ, ηττη­μένη στα Δεκεμβριανά, κατάφερε να εξαι­ρεθεί (στη Συμφωνία της Βάρκιζας) από ενδεχόμενες εκδικητικές κινήσεις των νι­κητών, ενώ η ΕΑΜική βάση παρέμενε έκ­θετη. Ακόμη και ο συνεργάτης των Γερμα­νών Ιωάννης Ράλλης καταδικάστηκε α­πλώς σε ισόβια στις δίκες των δοσιλόγων. Όχι τυχαία, ο ίδιος ο Ελ. Βενιζέλος είχε στείλει επιστολή με την οποία διαφωνούσε με την εκτέλεση των έξι.

Η ελληνική αστική τάξη, επανενοποιημένη μεταπολεμικά υπό την ηγεμονία της Δεξιάς και μεταπολιτευτικά υπό τη σχετι­κή ηγεμονία της κεντροαριστεράς, βίωνε την αναγκαστική αυτή εκτέλεση μελών της υπό την πίεση του λαϊκού παράγοντα, ως ένα εξαιρετικά μεγάλο συλλογικό τραύμα. Εκατοντάδες κείμενα, άρθρα σε εφημερίδες, δεκάδες βιογραφίες και ιστορίες, ιδιαίτερα όσα προέρχονταν από αστούς πολιτικούς, εδώ και δεκαετίες καλλιεργούν το «καλό» πρόσωπο των ε­κτελεσθέντων, αλλά και την αδικία που διαπράχθηκε σε βάρος τους. Με αυτόν τον τρόπο η κίνηση για αναψηλάφηση της δίκης των έξι και η θετική απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου δεν είναι κεραυνός εν αιθρία, καθώς το έδαφος έχει εδώ και καιρό προλει­ανθεί. Εξάλλου, σήμερα η συναίνεση και η ομοφωνία της αστικής τάξης βρίσκεται σε πρωτοφανή βαθμό, σε σχέση με το ιστορικό παρελθόν και διευκολύνει εξαι­ρετικά μια τέτοια αναθεώρηση της ιστορίας. Σε μια χώρα όπου σε όλη την ιστορία της οι «άρχο­ντες» της παραμένουν παραδειγ­ματικά ατιμώρητοι για τις πολιτι­κές τους, έξι εκτελέσεις συνιστούν μια σοβαρή παραφωνία και μια παρακαταθήκη, η οποία καλό θα ήταν να επανεξεταστεί, καθώς οι καιροί μπορεί να ξαναγίνουν δύσκολοι για τις αστικές τάξεις. Δεν είναι τυχαίο ότι ιδεολογικός ταγός της αναψηλάφησης δεν είναι άλλος από τον Θάνο Βερέμη, η ιστορική οπτική του οποίου είναι καθαρά από τη μεριά του αστισμού.

Τέλος, δεν είναι άσχετη η υπό­θεση αυτή εν γένει με τη σχέση Μικρασιατικής Καταστροφής και σύγχρονου ελληνικού κράτους. Οι ευθύνες του αστισμού σε αυ­τήν τη μεγάλη λαϊκή καταστροφή, επέφεραν την υποχρέωση του να φροντίσει για την υλική αποκατά­σταση και αναπαραγωγή των λαϊκών στρωμάτων, διαμορφώνοντας έτσι το σύγ­χρονο κοινωνικό κράτος. Εάν λοιπόν η Μικρασιατική Καταστροφή δεν είναι πα­ρά ένας «συνωστισμός», οι υπεύθυνοι αυ­τού του «συνωστισμού» δεν υπήρχε λόγος να πληρώσουν με τη ζωή τους, ενώ βέ­βαια συνολικά η αστική τάξη δεν είναι υ­ποχρεωμένη να μοιράζεται τον πλούτο της με κανέναν άλλον. Δεν είναι άνευ τα­ξικού πρόσημου η συνολική αυτή προ­σπάθεια αναθεώρησης της επίσημης ιστο­ρίας στο όνομα της εθνικής και κοινωνι­κής συναίνεσης.

Είναι πραγματικά προκλητικό, όταν χι­λιάδες δίκες της περιόδου του εμφυλίου ή δίκες κομμουνιστών, όπως του Μπελογιάν­νη, του Πλουμπίδη κ.ά. δεν έχουν αναθεω­ρηθεί, όταν δίκες αθωωμένων δοσίλογων δεν έχουν αναψηλαφησθεί, όταν η δίκη του Γρηγόρη Στακτόπουλου για την υπόθεση Πολκ δεν έχει αναθεωρηθεί, το σημερινό αστικό κράτος να ανοίγει την υπόθεση των έξι που είναι καταφανούς υπεύθυνοι.