Ευαγγελία Αταμιάν (Μαρίκα Νίνου 1922-1957)
Στις 23 Φεβρουαρίου του 2021 συμπληρώθηκαν 64 χρόνια από το θάνατο της Μαρίκας Νίνου και για το γεγονός αυτό, αφιερώνουμε το παρακάτω άρθρο – έρευνα στην μνήμη της. Λίγοι γνωρίζουν ότι η Μαρίκα Νίνου ήταν αρμενικής καταγωγής και θα το εμπεδώσουμε καλύτερα μέσα από την αφήγηση της ανιψιάς της κας Γκιούλας Αταμιάν – Ανσεριάν.
ΤΑΞΙΔΙ ΠΡΟΣ ΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΤΥΧΙΑ
«Της Σμύρνης ήρθανε παιδιά και της Μικράς Ασίας απομεινάργια της φωτιάς, της αιματοχυσίας»
Η οικογένεια κατάγεται από την Καισαρεία.
Ο παππούς μου ήταν ωρολογοποιός, αλλά έπαιζε και ούτι.
Ο παππούς μου ονομάζονταν Χάικ και η γιαγιά μου Σίμα-Γκιούλ. Είχαν αποκτήσει τρία παιδιά -η θεία Μαρίκα γεννήθηκε αργότερα – την Αρσαγκουή, την μεγαλύτερη, την Κοαρίκ και τον Μπαρκέβ. Μετά τη γενοκτονία των Αρμενίων του 1915, η οικογένεια βρέθηκε στη Σμύρνη. Η μικρασιατική καταστροφή του 1922 ήταν μοιραία και γι’ αυτούς, διότι ο μεν πατέρας Χάικ σφαγιάσθηκε από τους Τούρκους, ενώ η μητέρα Σίμα-Γκιούλ με τα τρία μεγαλύτερα παιδιά της και σε κατάσταση εγκυμοσύνης η ίδια, πήρε το δρόμο της προσφυγιάς.
Έτσι, η θεία έμελλε να κάνει το πρώτο ταξίδι της ζωής της – προς τη ζωή – πριν ακόμα γεννηθεί. Το πλοίο «Ευαγγελίστρια» ήταν η σωτήρια κιβωτός τους και το πρώτο λίκνο του τέταρτου παιδιού που έφερε στον κόσμο μεσοπέλαγα η γιαγιά μου. Στο κοριτσάκι που γεννήθηκε ο ανάδοχος καπετάνιος, ως είθισται, έδωσε το όνομα του πλοίου και το ονόμασε Ευαγγελία. Δυόμισι δεκαετίες αργότερα, θα κατέπλησσε το Πανελλήνιο με την ιδιαίτερα χαρισματική φωνή της και όλοι πλέον θα μιλούν για τη σπουδαία λαϊκή τραγουδίστρια Μαρίκα Νίνου. Το πλοίο λοιπόν, έφθασε στον Πειραιά και η οικογένεια Αταμιάν εγκαταστάθηκε στην Παλιά Κοκκινιά (σήμερα Νίκαια), στην οδό Μεγάρων 50.
Τα πρώτα δύσκολα χρόνια της προσφυγιάς, η γιαγιά μου, προκειμένου ν’ αναθρέψει τα παιδιά της, εργαζόταν σ’ ένα εργαστήριο αρμενίων συμπατριωτών όπου έφτιαχναν πλιγούρι, ενώ ο «άντρας» της οικογένειας – ο μικρός Μπαρκέβ -δούλευε όπου μπορούσε, κάνοντας άπειρες δουλειές και βοηθούσε έτσι για την επιβίωση τους. Τα παιδιά λοιπόν μεγάλωσαν μέσα στην αρμενική κοινότητα της Κοκκινιάς. Η μικρή Ευαγγελία πήγε στο αρμενικό δημοτικό σχολείο «Ασκαΐν Βαρζαράν». Στην αρμενική εκκλησία του «Σουρπ Αγκόπ» αποκαλύπτει τα φωνητικά της χαρίσματα ψέλνοντας εξαιρετικά.
Παραμένει μνημειώδης η ερμηνεία της του θρησκευτικού άσματος «Ούρ γες μάιρ ίμ;» (Πού είσαι μητέρα μου;), το οποίο, όπως γνωρίζουν όλοι οι Αρμένιοι, ακούγεται στην εκκλησία μας, κάθε Μεγάλη Πέμπτη στο αποκορύφωμα του Θείου δράματος, όταν ο Χριστός επικαλείται την βοήθεια της Παναγίας μητέρας του περιγράφοντας της, τα μαρτύρια του λίγο πριν το τέλος του. Στο σχολείο, στο μάθημα της μουσικής είναι άριστη και με την παρότρυνση του δασκάλου της μαθαίνει και μαντολίνο. Μάλιστα, όταν η θεία Μαρίκα πήγε στην Αμερική ήθελε να επισκεφθεί το δάσκαλο της, ο οποίος ζούσε τότε εκεί, αλλά όπως εξομολογήθηκε στη μητέρα μου ντράπηκε, διότι ήταν λαϊκή τραγουδίστρια. Περίπου στα 17 της χρόνια παντρεύτηκε τον Χάικ Μεσροπιάν με τον οποίον απέκτησε το μονάκριβο παιδί της, Οβαννές.
Λίγα χρόνια μετά ανέκυψαν κάποια προβλήματα στο ζευγάρι και χώρισαν. Ο Χάικ έφυγε, μάλλον για την τότε Σοβιετική Αρμενία. Ο πατέρας μου ο Μπαρκέβ. έγινε προστάτης της, πράγμα το οποίο η θεία Μαρίκα αναγνωρίζει και τον ευγνωμονεί στα μετέπειτα γράμματα προς τον αδελφό της, επειδή την στήριξε και δεν την άφησε να δουλέψει στα εργοστάσια, όπως έλεγε.
Κάποια στιγμή γνωρίστηκε με το δεύτερο της σύζυγο, τον ηθοποιό Νίκο Νικολαΐδη, ο οποίος ήταν γνωστός με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Νίκος Νίνο και τον ακολουθούσε στα διάφορα μπουλούκια.
Επειδή ήταν πολύ έξυπνη, την έβαζαν στο ταμείο. Κατόπιν, σιγά-σιγά. δημιούργησαν το ακροβατικό «Ντούο Νίνο» το οποίο μετονομάζεται στο γνωστό «δυόμισι Νίνο», όταν ενέταξαν λίγο αργότερα σ’ αυτό και τον μικρό Οβαννές.
Το 1948, είχαν πάει στη Σαλαμίνα, στο ναύσταθμο και εκεί βρισκόταν μία παρέα ηθοποιών, μεταξύ των οποίων και ο Πέτρος Κυριάκος. Κάποιος από την παρέα είχε ακούσει ότι η θεία Μαρίκα είχε καλή φωνή και την πίεσαν να τραγουδήσει. Είπε λοιπόν ένα τραγουδάκι, άρεσε στον Πέτρο Κυριάκο, ο οποίος εξετίμησε τις ικανότητές της και τη σύστησε στον μπουζουκτζή Ανέστη Αθανασίου (τον επονομαζόμενο «γύφτο»), ο οποίος με τη σειρά του την σύστησε στον Στελλάκη Περπινιάδη.
Έτσι ξεκίνησε δειλά-δειλά να τραγουδάει επαγγελματικά.
Ο Ανέστης Αθανασίου ήταν αυτός, που μετά από πολλές προσπάθειες, πείθει και τον Βασίλη Τσιτσάνη να την ακούσει, ο οποίος ξετρελάθηκε και δημιουργήθηκε το πασίγνωστο δίδυμο το οποίο γνωρίζει όλος ο κόσμος και κυριολεκτικά κάνει «μπαμ».
Πρέπει να σας πω όμως, απαντώντας και στη σχετική ερώτηση σας, ότι όταν η θεία Μαρίκα έγινε τραγουδίστρια αρχικά αντιμετώπισε την αντίδραση της οικογένειάς της. Ο πατέρας μου προσπάθησε να την αποτρέψει, διότι ουσιαστικά εκείνος ήταν ο προστάτης της, αλλά όταν έγινε πρώτο όνομα και απέκτησε φήμη, καμάρωνε.
Εννοείται ότι στην αρχή και η αρμενική κοινότητα δεν την αποδέχονταν. Όταν όμως αναγνωρίσθηκε αρκετοί συμπατριώτες έλεγαν ότι ήταν συμμαθητές της, φίλοι της, μακρινοί συγγενείς της, κλπ.
Τι να γίνει συμβαίνουν αυτά.
Είναι γεγονός ότι, το λαϊκό τραγούδι εκείνη την εποχή ήταν παρεξηγημένο, όχι μόνο από τους Αρμένιους, αλλά και από σημαντική μερίδα Ελλήνων.
Όμως, τα ήθη και τα έθιμα μας στην Κοκκινιά ήταν πολύ αυστηρά. Ήταν φυσικό επόμενο να ξενίζει πολλούς ότι «μία δική μας – Αρμένισσα» έγινε λαϊκή τραγουδίστρια. Η αλήθεια είναι ότι και η θεία δεν μιλούσε για την καταγωγή της. Κακά τα ψέματα. Τότε, εάν έλεγε ότι ήταν Αρμένισσα θα την στιγμάτιζαν. Το ήξερε καλά αυτό και έλεγε ότι ήταν Πολίτισσα ή Μικρασιάτισσα. Μάλιστα, όταν το 1951 βρίσκονταν στην Κωνσταντινούπολη, για συγκεκριμένες εμφανίσεις, ο Βασίλης Τσιτσάνης της είχε απαγορεύσει να λέει ότι είναι Αρμένισσα. Όμως, όταν κάποιο βράδυ πήγε μία παρέα Αρμενίων για ν’ ακούσει τη θεία, δεν κρατήθηκε και εκδηλώθηκε λέγοντας τους: «Χάι εμ -Χάι εμ» (είμαι Αρμένισσα), διότι ήξερε αρμενικά και έγινε μεγάλο γλέντι. Πάντως λέγονται και γράφονται άπειρες ανακρίβειες για τη θεία, τόσο για την καταγωγή της όσο και για το χαρακτήρα της. Ο καθένας φτιάχνει και έναν μύθο. Γι’ αυτό κι εγώ υπερασπίζομαι τώρα τη μνήμη της.
Η καλλιτεχνική της αξία σήμερα αποτελεί σχολή, σημείο αναφοράς. Σύγχρονες τραγουδίστριες όπως π.χ. η Αρβανιτάκη, η Γλυκερία έχουν δηλώσει ότι έχουν επηρεασθεί από τη Μαρίκα Νίνου.
Η θεία μου ήταν σπουδαία, καλός άνθρωπος, γενναιόδωρη, χαρούμενη, έξω καρδιά, πάντα γελαστή παρ’ όλα τα προβλήματα της. Ήταν απλή. Εμφανιζόταν με μία φούστα – μία μπλούζα. Το πολύ – πολύ σε κάποια σημαντική πρεμιέρα να έραβε μία τουαλέτα. Κάποτε είχε ένα πανωφόρι. Το πρωί το φορούσε η μητέρα μου και το βράδυ η θεία. Κάποια μέρα η μητέρα μου δεν το βρήκε και ρώτησε τη θεία μου που είναι το πανωφόρι, η οποία της απάντησε: «Σους – μη μιλάς. Εγώ μοιάζω στον άντρα σου. Ξέρεις, ήρθε μία τραγουδίστρια και της το έδωσα γιατί είχε ανάγκη η καημένη». – Βρε Μαρίκα, κι εμείς τι θα φορέσουμε: -Σους γκζμ (σώπα κόρη μου – καθ’ ότι και τουρκόφωνη) – εμείς θα πάρουμε άλλο. Νοιαζόταν για όλους μας. Για εμάς, τα παιδιά, έστελνε δολάρια για να πάρουμε καραμέλες. Επιθυμούσε να εργασθεί και να κτίσει σπίτι και για εμάς – τ’ ανίψια της.
Το 1954 ταξίδεψε επαγγελματικά για πρώτη φορά στην Αμερική και άσχετα με ότι λέγεται, δεν υπήρχαν προβλήματα υγείας. Το 1956 πήγε για δεύτερη φορά και εργάσθηκε για κάποιο διάστημα, αλλά δυστυχώς τότε άρχισαν τα σοβαρά προβλήματα υγείας. Νοσηλεύτηκε στην Αμερική και οι συνάδελφοι της, η Ρένα Ντάλια – πολύ καλός άνθρωπος – και ο Κώστας Καπλάνης την βοήθησαν κάνοντας και κάποιο έρανο για να επιστέψει στην Ελλάδα.
Πέθανε στις 23 Φεβρουαρίου 1957 στο σπίτι της στο Αιγάλεω. Ετάφη στο Σχιστό, δίπλα στον τάφο του αδελφού της και πατέρα μου. Σήμερα όμως δεν έχει απομείνει τίποτα, εκεί στο νεκροταφείο, για να τους θυμίζει…
ΜΕ ΤΗΝ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΥ
Το 1948 είναι η περίοδος του εμφυλίου στην Ελλάδα, αλλά παράλληλα είναι η εποχή που η αστική έως μεγαλοαστική τάξη της εποχής ανακαλύπτει το λαϊκό τραγούδι, το οποίο είναι το τραγούδι της πλατιάς λαϊκής μάζας που εκείνη την εποχή αρχίζει να αποκτά λίγο και την αναγνώριση της μεγαλοαστικής τάξης. Ίσως επειδή τότε τα πράγματα είχαν παγιωθεί πολιτικά δεν φοβούνταν οι κρατούντες και πάρα πολύ, έτσι ώστε να αναγνωρίσουν και τη δυνατότητα του λαϊκού τραγουδιού να υπάρχει γενικότερα. Έχουμε και μαρτυρίες ότι προπολεμικά δεν ήταν τόσο περιθωριοποιημένο ως είδος, αλλά σίγουρα αμέσως μετά τον πόλεμο τα πράγματα δεν είναι καθόλου έτσι. Έχουμε μαρτυρίες ότι η Νίνου μαζί με τον Τσιτσάνη και την Ευαγγελία Μαργαρώνη, εμφανίζονται σε έξτρα παραστάσεις σε μεγαλοαστικά σπίτια της Αθήνας εκείνης της εποχής.
Μάλιστα, στο σπίτι του Μποδοσάκη – Αθανασιάδη την συναντάει η έγκριτη μουσικολόγος Σοφία Σπανούδη και γράφει, ένα πρωτοσέλιδο στα «Νέα» για τον Τσιτσάνη και την Νίνου, κάνοντας την πρόταση: «μήπως θα έπρεπε να βγουν να παίξουν στον «Παρνασσό» τα τραγούδια τους;». Ειρωνεύεται κιόλας την κατάσταση η οποία προϋπήρχε, λέγοντας ότι σίγουρα θα μάζευαν περισσότερο κόσμο απ’ ότι σε μετακλίσεις ξένων Ευρωπαίων καλλιτεχνών.
Τελικά βέβαια ήταν και λίγο προφήτης, διότι απ’ όσο ξέρουμε, το 1954 ο Τσιτσάνης και η Νίνου ηχογράφησαν στην αίθουσα του «Παρνασσού» το ρεσιτάλ το οποίο μετά έγινε δίσκος της Philips. Ήρθε η ολλανδική εταιρεία εδώ θέλοντας να ηχογραφήσει δίσκους με την νέα τεχνολογία της εποχής, την “high fidelity”. Νομίζω ότι η ηχογράφηση διήρκησε δύο ημέρες και μάλιστα υπάρχουν μαρτυρίες ότι μέρος της συναυλίας κινηματογραφήθηκε κιόλας, αλλά ποτέ δεν βρέθηκε οπτικό υλικό γύρω από τη Μαρίκα Νίνου.
Η Μ.Ν. ξεκινάει με τον Μανώλη Χιώτη, αλλά δεν τα πολυβρίσκουνε. Τέσσερα τραγούδια του ηχογραφούνται σε δίσκους. Με τον Στελλάκη Περπινιάδη δουλεύει στο κέντρο «Φλόριντα» όπου μέσω του μπουζουκτζή Ανέστη Αθανασίου γνωρίζεται με τον Βασίλη Τσιτσάνη, ο οποίος στα τέλη του 1948 της δίνει τα πρώτα του τραγούδια, τα οποία δισκογραφούνται και παράλληλα κάνουν μία κινηματογραφική εμφάνιση σε μια ταινία με τίτλο «Αμάρτησα για το παιδί μου» όπου η Νίνου ερμηνεύει το «Ξημερώνει και βραδιάζει» και το «Απόψε μεσ’ το καπηλειό που τα μπουζούκια κλαίνε».
Η Νίνου όμως είναι δυσαρεστημένη με το μεροκάματο των 25 δραχμών που παίρνει στο «Φλόριντα» και ζητά αύξηση, την οποία της αρνούνται. Ταυτόχρονα δέχεται πρόταση εκ μέρους του Τσιτσάνη για να δουλέψει μαζί του, στου «Τζίμη του Χοντρού» με μεροκάματο 90 δραχμές. Η Νίνου το ανακοινώνει στον Περπινιάδη, ο οποίος την παροτρύνει λέγοντας της ότι «ο Τσιτσάνης είναι καλός συνθέτης και θα σε βοηθήσει».
Έτσι αρχίζει η περίοδος του καλλιτεχνικού ζεύγους η οποία δεν διήρκεσε και πολύ. Δηλαδή ’50-‘51 κυκλοφορούν τα περισσότερα τραγούδια τους και παράλληλα εμφανίζονται πολύ μαζί. Μετά αρχίζουν τα πιο δύσκολα, διότι ναι μεν ηχογραφούν μέχρι το ‘52-‘53 και κάνουν επιτυχίες, αλλά είναι πολύ λιγότερα τα τραγούδια.
Ήταν οι ανατολίτικες καταβολές της Μ.Ν. Αυτές οι ανατολίτικες νταλκάντζες δεν ήταν ότι πιο συνηθισμένο στο λαϊκό τραγούδι της εποχής. Η Νίνου τις κουβαλούσε προφανώς από την πατρίδα της. Αυτό που στη συνέχεια ονομάστηκε «ανατολίτικο», αλλά ουσιαστικά είναι βυζαντινό, η Νίνου το κουβαλούσε από καταγωγής και τραγουδούσε με αυτόν τον τρόπο. Αυτό φαίνεται καλύτερα στις κατοπινές ηχογραφήσεις της όταν τραγουδά μόνη, η φωνή της βγαίνει προς τα έξω καθαρή. Στην πρώτη περίοδο των ηχογραφήσεων, δηλαδή την εποχή των 78 στροφών, η φωνή της χρησιμοποιείται μαζεμένα, μαζί με άλλες φωνές σε διφωνίες, τριφωνίες, τετραφωνίες, όπως συνηθιζόταν στην ελληνική δισκογραφία.
Στις ηχογραφήσεις όμως της Philips από τον «Παρνασσό» και σε κάποιες που είχε κάνει συνεργαζόμενη με τη δισκογραφική εταιρεία «Melody» του Αντώνη Πλωμαρίτη, που τροφοδοτούσε κυρίως την αγορά της Αλεξάνδρειας, η Νίνου τραγουδά περίπου τα ίδια τραγούδια της πρώτης φάσης, αλλά μόνη της.
Είναι το λαϊκό τραγούδι της εποχής. Του Τσιτσάνη κατ’ εξοχήν, αλλά και άλλων συνθετών: του Χιώτη, του Μητσάκη, του Παπαϊωάννου, δεύτερων συνθετών της εποχής εκείνης. Εκείνη την εποχή δεν ηχογράφησε καν ένα τουρκικό παραδοσιακό τραγούδι. Το μοναδικό τουρκικό τραγούδι το οποίο έχει καταγραφεί -και είναι ένα σπουδαίο ντοκουμέντο – προέρχεται από μία ζωντανή ηχογράφηση, η οποία έγινε ερασιτεχνικά από κάποιον θαμώνα στο μαγαζί του «Τζίμη του Χοντρού» και κυκλοφόρησε τριάντα χρόνια αργότερα το 77, αρχικά σε δίσκο βινιλίου και στη συνέχεια σε c.d.
Στην κυκλοφορία υπάρχει ένα μεγάλο μέρος των ηχογραφήσεων της και μάλιστα σε διάφορες εκδόσεις. Υπάρχουν όμως ακόμα τραγούδια τα οποία δεν έχουν περαστεί ποτέ σε νεότερες μορφές, δηλαδή σε βινίλιο πιο παλιά ή σε c.d. τώρα.
Πιθανότατα υπάρχουν τραγούδια στα χέρια κάποιων συλλεκτών, απλώς δεν έχουν κυκλοφορήσει, όπως όλα τ’ άλλα σε νεότερες μορφές. Νομίζω ότι σήμερα υπάρχει εκπληκτική εικόνα για το ποια ήταν η Μ.Ν. Πάντως όλη η καριέρα της ήταν γύρω στα 8 χρόνια και ακολουθούσε τον Τσιτσάνη στις δισκογραφικές εταιρείες, ο οποίος συνεργαζόταν με την «Columbia» αρχικά και κατόπιν με την «Odeon» όπου και εκεί έκαναν μεγάλες επιτυχίες όπως το « Έλα όπως είσαι», το «Γεννήθηκα για να πονώ».
Πιθανότατα να γράφτηκε ειδικά για την Μ.Ν. Η Μαρίκα Νίνου ερμήνευσε πολλά τραγούδια τα οποία πιθανόν να ενέχονται στην προσωπική της κατάσταση, δηλαδή και το «Τι σήμερα, τι αύριο, τι τώρα» είναι ένα πολύ χαρακτηριστικό τραγούδι ή από την Αμερική ακόμα λέει καταπληκτικά το «Γλυκοχαράζει ο αυγερινός κι εγώ είμαι ακόμα ζωντανός». Ίσως και να τα βλέπουμε εκ των υστέρων έτσι, με βάση τα δεδομένα που διαμορφώθηκαν, όμως η ερμηνεία της είναι συγκλονιστική σε πολλά τέτοια τραγούδια, όπως και το «Πες μου αν με βαρέθηκες» του Μανώλη Χιώτη το οποίο λέει σε 2η εκτέλεση στην Αμερική.
Απολύτως. Μα η Νίνου δεν είναι μόνον δραματική τραγουδίστρια. Ήταν και η εποχή που ζητούσε τα αισιόδοξα τραγούδια. Η Νίνου μετέφερα απόλυτη αισιοδοξία, π.χ. «Τα καβουράκια» ηχογραφήθηκαν σε 1η εκτέλεση με τον Τσιτσάνη, τον Μπίνη και την Μπέλλου και δεν έγιναν επιτυχία.
Στη συνέχεια τα ηχογραφεί με τη Νίνου και συνδέονται επιτυχώς με το όνομα της. Είναι λοιπόν απολύτως «διονυσιακή» όταν θέλει. Πιστεύω ότι είναι απολύτως αντίστοιχη, την εποχή εκείνη, με τη Σοφία Βέμπο, η οποία υπηρετεί το ελαφρό τραγούδι και κάνει ακριβώς το ίδιο.
Θεωρείται βέβαια από τους περισσότερους η τραγουδίστρια της Νίκης, αλλά η ίδια δεν έχει κανένα πρόβλημα σε ηλικία 50 ετών να ερμηνεύσει την «Κανελλιά». που για εκείνη την εποχή είναι απολύτως «ροκ» καταστάσεις.
ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΑΡΙΚΑ ΝΙΝΟΥ ΕΙΠΑΝ:
Μάνος Χατζηδάκης: (αφιερώνοντας της το δίσκο του «Πέριξ» 1974) «Όλη η εργασία αυτή αφιερώνεται στη μνήμη της ανεπανάληπτης Μαρίκας Νίνου, που δίχως να το ξέρει, με το μαχαίρι της φωνής της, χάραξε μέσα μας βαθιά τα ονόματα θεών της ταπεινοσύνης και της βυζαντινής παρακμής» (περιοδικό Δίφωνο. 11ος 2007 – τεύχος 146 – επιμέλεια Π. Σαββόπουλος).
Βασίλης Τσιτσάνης: «Η Μαρίκα Νίνου είχε μια ξεχωριστή ερμηνευτική ικανότητα, είχε το κάτι άλλο. Όταν τραγουδούσε κυριολεκτικά καθήλωνε τον κόσμο. Τραγουδούσε και δίδασκε κιόλας μαζί με το τραγούδι, όπως ο δάσκαλος που διδάσκει τους μαθητές. Αυτό ήταν έμφυτο. Ήταν γεννημένη για το πάλκο» (περιοδικό Δίφωνο. 11ος 2007 – τεύχος 146 – επιμέλεια Π. Σαββόπουλος).
Πάνος Σαββόπουλος: «Η Μαρίκα Νίνου ήταν η μεγαλύτερη γυναικεία φωνή που πέρασε από την Ελλάδα τα τελευταία εξήντα χρόνια. Ήταν η τραγουδίστρια που άφησε βαθιά τα σημάδια της στο νεότερο λαϊκό τραγούδι και μέχρι σήμερα θεωρείται αξεπέραστη. Έφτασαν μόνο οκτώ χρόνια «υπηρεσίας» της στα πάλκα και στη δισκογραφία για να αφήσει εποχή, κάτι που άλλοι δεν καταφέρνουν ούτε σε μία ζωή και παρά τα ραδιοτηλεοπτικά δεκανίκια που αφειδώς τους προσφέρουν» (περιοδικό Δίφωνο. 11ος 2007 – τεύχος 146 – επιμέλεια Π. Σαββόπουλος).
Πάνος Γεραμάνης: «Η παρουσία της Μαρίκας Νίνου σηματοδότησε νέα εποχή στην ερμηνεία του λαϊκού τραγουδιού και παράλληλα εδραίωσε μια καινούργια αντίληψη στη σκηνή των λαϊκών κέντρων της εποχής του ‘50» (περιοδικό Δίφωνο. 11ος 2007 – τεύχος 146 – επιμέλεια Π. Σαββόπουλος).
Γιώργος Ε. Παπαδάκης: «Ο μύθος της δεν ήταν η φωνή της, δεν ήταν η έκταση της σε οκτάβες, δεν ήταν οι τσαλκάντζες της. Ήταν η δυνατότητα της να προσωποποιεί το στίχο και να τον κάνει εικόνα. Να δίνει γυναικεία σάρκα και οστά στα τραγούδια του ρεμπέτικου» (περιοδικό Μουσική Βιβλιοθήκη – τεύχος 2 Echo and artis).
Ηλίας Πετρόπουλος: «Οι Έλληνες αγνοούν ότι η μεγαλύτερη τραγουδίστρια του ρεμπέτικου δεν ήταν Ελληνίδα. Η Μαρίκα Νίνου ήταν Αρμένισσα, από μάνα και πατέρα» (περιοδικό Μουσική Βιβλιοθήκη – τεύχος 2 Echo and artis)
Γράφει ο Βαγγέλης Πάλλας – Δημοσιογράφος
















