ΣΠΙΓΚΕΛΓΚΡΟΥΝΤ… ΤΑ ΚΛΕΜΜΕΝΑ ΜΥΑΛΑ
ΠΑΛΛΑΣ ΒΑΓΓΕΛΗΣ – ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ – ΕΡΕΥΝΗΤΗΣ – ΑΝΑΛΥΤΗΣ AEJ/IFJ
Μια φρικιαστική υπόθεση ανθρώπινης θηριωδίας 400 κομματιασμένα παιδικά μυαλά βρίσκονται τακτοποιημένα στα ράφια μιας αυστριακής κλινικής. Είναι ότι απέμεινε από μια ακόμη αποτρόπαια ιστορία του Ναζισμού.
Η Χαλπ Βάλτραουντ, αδερφή της μικρής Άννα (02). Ανακάλυψε το ιατρικό ιστορικό της τετράχρονης αδερφής της στα υπόγεια της ψυχιατρικής κλινικής. Η Άννα ήταν απολύτως υγιής πριν τη θανατώσουν. Μάλιστα η αναφορά έγραφε ότι «είχε όρεξη». Το βάρος της όμως ήταν όσο ενός βρέφους, λόγω ασιτίας.
Στην Κρατική Ψυχιατρική Κλινική της Βιέννης μάταια θα ψάξεις να βρεις έστω και μια λεπτομέρεια που να «μυρίζει» σκάνδαλο. Το ίδρυμα μοιάζει παράδεισος γιατρών και ασθενών. Καλοβαμμένα κτίρια, γιατροί με παπιγιόν και αρκετούς τίτλους, ακόμη και συμπαθητικές νοσοκόμες. Αυτή είναι η εικόνα για όσους δεν ξέρουν και είναι τόσο καλή που μπορεί να παραπλανήσει ακόμη και όσους γνωρίζουν τι έχουν δει και ακούσει τα ντουβάρια αυτού του κτιριακού συγκροτήματος. Εξήντα χρόνια είναι πολλά, όμως με λίγη μπογιά παραπάνω ακόμη και η μνήμη μακιγιάρεται.
Χρειάζεται ν’ ανοίξεις την πόρτα που κρύβει ό,τι απέμεινε από το παλιό ίδρυμα Σπίγκελγκρουντ για να δεις. Να νιώσεις την αηδία από το θέαμα τετρακοσίων παιδικών εγκεφάλων σε βαζάκια. Να πιστέψεις πως μυρίζεις τη φορμόλη που στην πραγματικότητα δεν μυρίζει πια. Να ψάξεις απεγνωσμένα το θάρρος που δεν έχεις και την έξοδο που δεν βλέπεις για να καταλάβεις. Χρειάζεται να συναντήσεις τον Γιόχαν Γκρος, ένα από τα παιδιά-πειραματόζωα του Χίτλερ για να μάθεις. Για να ακούσεις πως στην Αυστρία κάποιοι προσπάθησαν με τη μυρωδιά του λούστρου και του ευπρεπισμού να καλύψουν αυτή της φορμόλης και του εγκλήματος.
Ο Γιόχαν Γκρος κουτσαίνει αισθητά. Μιλά ασθμαίνοντας. Είναι δύσκολο όμως να τον διακόψεις. Ολοκληρώνει τη φράση και περνά στην επόμενη. Το άγχος του γίνεται πιο αισθητό απ’ ό,τι η δυσκολία στην αναπνοή του. Βιάζεται να τα πει όλα. Και κυρίως αυτά που δεν θα καταλάβει κανείς αν δεν τα ζήσει.
Λες και κάποιος γιατρός συνεχίζει να τον κυνηγά ακόμη με ένα νυστέρι για να του πάρει τον εγκέφαλο και πρέπει να ολοκληρώσει πριν σταματήσει να σκέφτεται. Η αλήθεια είναι πως ο ίδιος κυνηγά μια ιστορία εξήντα χρόνων. Την ιστορία που έφερε τους βασανιστές του όχι στη φυλακή μα στα πρώτα αξιώματα της αυστριακής κοινωνίας. Την ιστορία που δεν έφερε τη δικαιοσύνη ως την πόρτα του Σπίγκελγκρουντ. Εκεί που η φορμόλη συντηρεί ακόμη τους εγκέφαλους-πειστήρια του εγκλήματος.
ΣΚΟΤΕΙΝΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ
«Το 1940 ήμουν δέκα χρόνων. Δεν είχα γονείς. Έτσι βρέθηκα σ’ ένα ίδρυμα. Κάποια στιγμή κατάφερα να το σκάσω. Με ξαναπιάσανε όμως και για τιμωρία με πήγανε στο Σπίγκελγκρουντ. Με ρίξανε σε ένα κελάρι με άλλους μαζί, που είχαν επίσης κάνει διάφορα αδικήματα. Φρόντισαν, μάλιστα, από την πρώτη στιγμή να καταλάβω πού είχα βρεθεί. Ήρθε ένας γιατρός και μου έκανε μια ένεση. Άρχισα να νιώθω φριχτούς πόνους. Να ουρλιάζω και να σέρνομαι στα τέσσερα. Νόμιζα ότι ήταν η τιμωρία μου. Έκανα λάθος. Ήταν μέρος των πειραμάτων. Όταν πηγαίναμε στην τραπεζαρία του ιδρύματος για να φάμε, ερχόταν ένας γιατρός και μια νοσοκόμα. Μας έκαναν μια ένεση στο πόδι. Ενεργούσε ύστερα από είκοσι λεπτά. Σφαδάζαμε. Μας έπιαναν κράμπες. Πέφταμε στο πάτωμα. Οι πιο μεγάλοι από μας κουβαλούσαν τους υπόλοιπους στους ώμους για να πάμε στο θάλαμο. Και οι γιατροί παρακολουθούσαν. Παρακολουθούσαν και σημείωναν».
Το Σπίγκελγκρουντ ήταν το ίδρυμα της ευθανασίας. Το 1939 ο Χίτλερ έδωσε άδεια για τη λειτουργία του. Εκεί οδηγούνταν αρχικά όσα παιδιά είχαν νοητικά ή κινητικά προβλήματα. Πριν τα θανατώσουν έκαναν πειράματα πάνω τους. Τους χορηγούσαν φάρμακα, τα εμβολίαζαν με μικρόβια για να δουν πώς αντιδρούν. «Μας έκαναν ηλεκτροσόκ και μας έβγαζαν στο κρύο για να δουν πόσο θα αντέξουμε. Όταν κάποιο παιδί πέθαινε, το άνοιγαν. Έπαιρναν τον εγκέφαλο του και έκαναν πειράματα. Τετρακόσιοι παιδικοί εγκέφαλοι παιδιών, όπως ήμουν εγώ τότε, υπάρχουν ακόμη στο ίδρυμα. Τα παιδιά με προβλήματα έπρεπε να πεθάνουν γιατί δεν είχαν θέση στην αρία φυλή. Αργότερα, στο ίδρυμα οδηγήθηκαν και υγιή παιδιά, ορφανά ή γόνοι αντιφρονούντων. Η τύχη τους ίδια. Τους έπαιρναν τον εγκέφαλο για να τον συγκρίνουν με τους υπόλοιπους, θυμάμαι πως όταν έπιανε πολύ κρύο βγάζανε τα κρεβάτια μας στο μπαλκόνι. Περιμέναμε το θάνατο, αλλά προσπαθούσαμε να μην πεθάνουμε, ξέραμε τι μας περιμένει. Η αυλή ήταν γεμάτη πτώματα. Μας πήγαιναν σ’ ένα σχολείο όπου μας έκαναν προπαγάνδα για τον Χίτλερ και στο δρόμο βλέπαμε νεκρά κορμιά. Η δασκάλα μάς έλεγε: «Κοιτάξτε τι θα πάθετε αν δεν κάθεστε καλά». Και καθόμασταν καλά. Καθόμασταν γύρω από ένα τραπέζι με σταυρωμένα τα χέρια, χωρίς να μιλάμε, χωρίς να ακούμε. Βρέφη, μικρά παιδιά, ακόμη και έφηβοι. Κάποιες ώρες μας έβγαζαν σε μια αυλή με τοίχο ολόγυρα και γυρνούσαμε γύρω-γύρω όπως οι φυλακισμένοι. Απαγορευόταν να μιλήσουμε ή να παίξουμε. Παιδιά εξαφανίζονταν από ανάμεσα μας και τότε μας έλεγαν ότι είναι έξω στην αυλή και πίνουν κακάο».
Είναι δύσκολο να διακόψεις την αφήγηση του Γκρος. Και άσκοπο. Όσο ο Γιόχαν Γκρος ζούσε στο ίδρυμα καταλάβαινε πως είχε μπει στη γειτονιά του θανάτου και πως έπρεπε να αντέχει τους πόνους. Αγνοούσε, όπως αγνοεί και η ανθρωπότητα ακόμη και σήμερα, πως ήταν μέρος ενός φρικιαστικού πειράματος. Αρχικώς το Σπίγκελγκρουντ ήταν ένας Καιάδας. Τσιγγανόπουλα και ανάπηρα παιδιά οδηγούνταν εκεί για να θανατωθούν. Από το 1940, όμως, οι γιατροί στο ίδρυμα του θανάτου Θεώρησαν πως πριν την ευθανασία έπρεπε να πειραματιστούν.
Χίλια πεντακόσια παιδιά ούρλιαξαν κάτω από το νυστέρι. Κάποια δεν είχαν δύναμη ν’ αφήσουν ούτε την τελευταία τους πνοή μέσα στο χιόνι. Ο Χίτλερ ήθελε πληροφορίες για το πόσο μπορούν να αντέξουν οι στρατιώτες του χωρίς φαΤ στο τσουχτερό κρύο του ανατολικού μετώπου της Σοβιετικής Ένωσης. Και οι γιατροί του Σπίγκελγκρουντ του πρόσφεραν τις πληροφορίες που ήθελε σκοτώνοντας παιδιά. Ο Μέγκελε ήθελε πληροφορίες για τη δημιουργία της αρίας φυλής. Και οι δήμιοι του Σπίγκελγκρουντ έκαναν τα πάντα για να το πετύχουν κομματιάζοντας παιδικά κορμιά και εγκέφαλους. Ο Γκέρινγκ ήθελε μια στρατιά που να αντέχει τους πόνους του πολέμου. Και οι υπάνθρωποι μετρούσαν τον πόνο και την αντοχή πάνω σε κορμιά μερικών εκατοστών.
Ο Γιόχαν Γκρος μορφάζει ακόμη ασυναίσθητα όταν τον ρωτήσεις ποια ήταν η πιο μαύρη του στιγμή στο ίδρυμα: «Θυμάμαι μια μέρα που ήρθαν οι νοσοκόμες και μου έκαναν δύο ενέσεις πόνου ταυτόχρονα. Μια στο χέρι και μια στο πόδι. Λίγη ώρα αργότερα νόμιζα ότι αυτό ήταν, θα πέθαινα. Κυλιόμουν στο πάτωμα. Συνέχεια και συνέχεια. Χτυπιόμουν, σφάδαζα, δεν θυμάμαι για πόσες ώρες. Δεν ξέρω πώς έζησα».
ΔΗΜΙΟΙ ΜΕ ΠΑΡΑΣΗΜΑ
Ο Γκρος έζησε, όπως και κάποια άλλα παιδιά του Σπίγκελγκρουντ. Λίγο πριν μπουν οι Σοβιετικοί στην Αυστρία, μεταφέρθηκε σε άλλο ίδρυμα. Στρατιωτικό: Κάποια μέρα ένας αξιωματικός, χωρίς να το ξέρει, έσωσε τον Γκρος. Ρώτησε ποιος θέλει να μάθει να βάφει. Και ο Γιόχαν Γκρος κατάφερε να σηκώσει το κοκαλιασμένο του χέρι. Έγινε μπογιατζής. Μετά μπήκε ο Κόκκινος Στρατός και ο Γιόχαν Γκρος κέρδισε ένα ακόμη στοίχημα με το θάνατο. Τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του ανακάτευε χρώματα, κρατώντας παράλληλα στα χέρια του μερικά χαρτιά που κατάφερε να βρει στα αρχεία του Σπίγκελγκρουντ μετά την απελευθέρωση. Μου τα δείχνει. Τα έχει σε πολλά φωτοαντίγραφα για να είναι σίγουρος πως δεν θα χαθούν. Τα απλώνει στα τραπέζι και μου δείχνει με το δάχτυλο το τέλος μιας ιατρικής αναφοράς. Κάτω από τη φράση «Χάιλ Χίτλερ» υπογράφει ο γιατρός Χάινριχ Γκρος. Η μόνη σχέση του με τον Γιόχαν Γκρος είναι το κοινό επίθετο. Αλλά ακόμη και αν υπήρχε συγγενική σχέση, ο γιατρός Γκρος μάλλον θα έκανε τα ίδια στον μικρό Γιόχαν.
«Το βλέπεις το όνομα. Είναι ο γιατρός που μας έκανε τις ενέσεις. Μετά την απελευθέρωση από τους Σοβιετικούς έγινε μια δίκη-παρωδία για τους υπεύθυνους του Σπίγκελγκρουντ. Μια νοσοκόμα δικάστηκε, αλλά όχι ο Γκρος, ο οποίος τότε είχε ισχυριστεί ότι απλώς δούλευε στο ίδρυμα. Η αλήθεια είναι ότι τεμάχιζε εγκέφαλους και έκανε τα πειράματα. Το δικαστήριο είπε πως δεν υπήρχαν στοιχεία. Τότε εμείς δεν είχαμε αυτά τα έγγραφα στα χέρια μας.
Ο Γκρος παραδόθηκε σαν λευκό περιστέρι στην κοινωνία. Έγινε στέλεχος του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Ο ναζί ξεχάστηκε. Σε μερικά χρόνια έγινε ο πιο διάσημος ιατρικός πραγματογνώμονας, ιατροδικαστής της Αυστρίας. Βλέπετε, είχε αποκτήσει μεγάλη πείρα κομματιάζοντας μας. Έγινε πλούσιος καθηγητής και δούλευε σε κλινικές κάνοντας πειράματα ως και τη δεκαετία του ’90. Του απονεμήθηκαν βραβεία και το χρυσό μετάλλιο από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Κανένας δικαστής δεν επιχείρησε να τον δικάσει. Και πώς να το κάνει άλλωστε. Πολλοί από τους δικαστές ήταν και οι ίδιοι ναζί. Κανένας στην Αυστρία δεν δικάστηκε για εγκλήματα πολέμου. Γιατί να δικαστεί ο Γκρος;»
Τα φρεσκοβαμμένα κτίρια της κλινικής (02) κρύβουν τη φρίκη στα υπόγεια τους (04).Τα έγγραφα του Επίγκελγκρουνι (01 03) αποτελούν αδιαμφισβήτητο μάρτυρα των εγκλημάτων, ενώ η υπογραφή του «γιατρού» Γκρος, ένα ισχυρό αποδεικτικό στοιχείο που η αυστριακή δικαιοσύνη προκλητικό αγνοεί.
Η ΠΥΛΗ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΗΣ
Στην είσοδο του ψυχιατρικού νοσοκομείου της Βιέννης μια μπάρα και ένας ευγενικός φύλακας σε προϊδεάζουν πως μπαίνεις σ’ ένα σύγχρονο συγκρότημα. Παντού πράσινο και όλα προσεγμένα. Νοσοκόμες με γαλάζιες φόρμες κινούνται στο χώρο, ένας μεσήλικας με πορτοκαλιά φόρμα μιλά στον αέρα, ένας άλλος γελά συνέχεια. Ασθενείς ενταγμένοι σ’ ένα φαινομενικά τέλειο σύστημα νοσηλείας. Ελάχιστοι, ακόμη και από τους γιατρούς, ξέρουν πως στα ίδιο κτίριο πριν από εξήντα χρόνια στεγαζόταν το τρομερό πρόγραμμα ευθανασίας Σπίγκελγκρουντ.
Στα παβιλιόν 15 και 16, τα πιο περιποιημένα κτίρια του συγκροτήματος, ανυποψίαστες γριούλες χαμογελούν στους επισκέπτες. Τα χαμόγελα αντικατέστησαν τις κραυγές του τραγικού παρελθόντος. Ο χρόνος θεραπεύει τη μνήμη. Και η πολλή μπογιά επίσης. Αυτά τα δύο χρειάστηκαν για να γίνει το Σπίγκελγκρουντ ψυχιατρική κλινική. Η σημερινή εικόνα δείχνει να έχει τόση σχέση με το παρελθόν όση δείχνει να έχει ο γιατρός Γκρος με τον ναζί εαυτό του. Όσοι ξέρουν ανατριχιάζουν.
Τα πλακάκια, διαβεβαιώνει ένας φύλακας που μας συνοδεύει, είναι τα ίδια. «Ήταν όμορφα και δεν τα άλλαξαν». Τα ίδια ακριβώς όμορφα πλακάκια πάνω στα οποία σύρθηκαν, μάτωσαν και ξεψύχησαν χιλιάδες παιδιά, Στα υπόγεια δεν υπάρχουν πλέον εργαστήρια θανάτου. Ένας ηλεκτρολόγος μονώνει δυο γυμνά καλώδια. Πριν από πενήντα πέντε χρόνια απλώς θα τα προσάρμοζε σε κάποιον παιδικό εγκέφαλο. Οι νοσοκόμες μάς ζητούν να μην τραβήξουμε φωτογραφίες στις οποίες μπορεί να φανεί κάποιος ασθενής. Η ιατρική δεοντολογία κυριαρχεί εκεί που ο θάνατος είχε συνάψει συμφωνίες με τους δήμιους του Χίτλερ. Ίσως σε μερικά χρόνια η λέξη «Σπίγκελγκρουντ» να μην σημαίνει τίποτα άλλο από την πραγματική της μετάφραση: «Η βάση του καθρέφτη». Κανένας δεν θα θυμάται πώς ήταν ο καθρέφτης της Αυστρίας, όταν αυτή θεωρούσε αναγκαίο έναν Καιάδα.
Μόνο σε ένα μικρό κτίριο της ψυχιατρικής κλινικής, εκεί όπου τώρα στεγάζεται το παθολογικό τμήμα, μια πόρτο σε οδηγεί αλλού. Η γερμανική οργανωτικότητα έχει τακτοποιήσει σε ράφια τετρακόσια βαζάκια με εγκέφαλους μικρών παιδιών. Ένα κίτρινο υγρό συντηρεί τα πειστήρια εγκλημάτων μιας μαύρης εποχής. Καφέ χαρτάκια αναγράφουν τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες. Ο Γιόχαν ήταν τριών χρόνων. Η Άννα δύο. Ο Χάινριχ πέντε. Έπασχαν από φυματίωση. Ήταν όμως καλά πειραματόζωα. Από ένα σημείο και μετά δεν ενοχλούσαν καν, ίσως επειδή δεν είχαν δύναμη να φωνάξουν.
Πολλοί Αυστριακοί γιατροί μέχρι πρόσφατα θεωρούσαν ότι τα τετρακόσια αυτά βάζα ήταν αντικείμενο κάποιας παλιότερης μελέτης και όχι απόδειξη ενός απ’ τα πιο μεγάλα και άγνωστα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Στην ίδια αίθουσα, εξήντα χρόνια τώρα, συνυπάρχουν δύο εγκλήματα: αυτό των ναζί και το άλλο της λήθης.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΕΓΚΕΦΑΛΟΥ
Πριν από δυο χρόνια η Χαλπ Βάλτραουντ σήκωσε το ακουστικό του τηλεφώνου κάνοντας μια κίνηση που σήμερα θεωρεί πως μάλλον ήταν κάτι μεταφυσικό. Κάλεσε την ψυχιατρική κλινική και ζήτησε πληροφορίες για την αδερφή της, η οποία έξι δεκαετίες πριν είχε πεθάνει στο: ίδρυμα. «Ήταν κάτι σαν διαίσθηση. Μου απάντησε στο τηλέφωνο η γραμματέας της κλινικής. Της εξήγησα ότι η αδερφή μου είχε πεθάνει το 1942. Μου ζήτησε το όνομα της. Της έδωσα τα στοιχεία και μου είπε: «Δυστυχώς, κυρία μου, η αδερφή σας είναι απ’ αυτές που τους αφαίρεσαν τον εγκέφαλο. Μπορείτε, αν θέλετε, να έρθετε στην κλινική να το διαπιστώσετε». Πήγα. Ο εγκέφαλος της Άννα Μαρί ήταν σ’ ένα βάζο με τα στοιχεία της. Υπήρχαν και πολλές εκθέσεις γιατρών. Η Άννα Μαρί ήταν υγιής όταν ο Γκρος και οι άλλοι γιατροί τη θανάτωσαν. Αυτό έγραφε το ιστορικό της. Μέσα στα πρακτικά δεν υπήρχε καμιά συνταγή φαρμακευτικής αγωγής. Το παιδί μάλιστα είχε όρεξη, όπως έγραφαν οι νοσοκόμες. Αυτό που δεν είχε ήταν φαγητό. Όταν πέθανε, είχε βάρος βρέφους.
Θυμάμαι το 1942, όταν κάποιος είχε έρθει στο σπίτι και είπε ότι η Άννα Μαρί πέθανε, η μητέρα μου ξέσπασε σε κλάματα λέγοντας τη φράση «πειραματικό κουνέλι». Τώρα καταλαβαίνω τι εννοούσε. Ο πατέρας μου είχε πάει ένα χρόνο πριν την αδερφή μου στο νοσοκομείο γιατί έβηχε. Την κράτησαν και την οδήγησαν στο Σπίγκελγκρουντ. Είχαν μάθει, εξετάζοντας το ιστορικό, πως κάποιο παιδί της οικογένειας του παππού μου είχε υδροκεφαλία. Από εκείνη τη στιγμή η Άννα Μαρί ήταν χαμένη και κανείς δεν μπορούσε να αντισταθεί για να τη γλιτώσει. Μια άλλη κοπέλα, δεκαοχτώ χρόνων, είχε πάει το άρρωστο παιδί της στο νοσοκομείο. Της είπαν πως πρέπει να οδηγηθεί στο Σπίγκελγκρουντ. Εκείνη αρνήθηκε αρχικά, λέγοντας πως μπορεί να το φροντίσει. Την απείλησαν πως θα στείλουν το παιδί σε νοσοκομείο στο μέτωπο. Αναγκάστηκε να υποχωρήσει, Το παιδί της είχε την τύχη της Άννα Μαρί. Γι’ αυτούς τα παιδιά ήταν απλώς υλικό για πειράματα. Όταν πέθαιναν, ο γιατρός Χάινριχ Γκρος έστελνε μια επιστολή στην οποία έγραφε πως το παιδί απεβίωσε λόγω ασθένειας. Σκότωναν τα παιδιά για τους εγκέφαλους τους. Ξέρετε τι σημασία είχε η έρευνα του DNA για τους ναζί».
ΤΟ «ΓΕΡΟΝΤΑΚΙ»
Λίγες μέρες μετά την επίσκεψη στο Σπίγκελγκρουντ, το δελτίο ειδήσεων της αυστριακής τηλεόρασης έδειξε ένα αξιολύπητο γεροντάκι να σέρνεται μπροστά στα δικαστικά έδρανα. Μοίραζε φιλιά στους δημοσιογράφους και χαμόγελα στους δικαστές. Ήταν ο γιατρός Χάινριχ Γκρος. Στα ογδόντα τέσσερα χρόνια του, εξήντα χρόνια μετά τα εγκλήματα στο Σπίγκελγκρουντ, ο γιατρός Γκρος έφτασε στο εδώλιο ύστερα από μήνυση των θυμάτων του. Για να φύγει, όμως, λίγο αργότερα. Η δίκη αναβλήθηκε για τρίτη φορά. Ο γιατρός Γκρος, είπαν οι δικαστές, δεν έχει επαφή με την πραγματικότητα. Προτίμησαν προφανώς να αφήσουν τη ζωή να κρίνει τον Γκρος παρά να τον δικάσουν οι ίδιοι.
Ο γιατρός Γκρος έδινε το τελευταίο φιλί στην κάμερα, όταν θυμήθηκα τα λόγια του συνονόματου του, του θύματος. «Μην περιμένεις να δικαστεί ο Γκρος. Εμείς απλώς κάνουμε το καθήκον μας. Να μάθει ο κόσμος. Όσο για μένα, το μόνο που θέλω πλέον είναι να μην χρειαστεί να μπω ποτέ σε γηροκομείο. Άρχισα τη ζωή μου σε ένα ίδρυμα. Δεν θέλω να τελειώσει έτσι». Ο Γιόχαν Γκρος, μετά τη συνάντηση μας, ξαναμπήκε στο νοσοκομείο με δυσκολίες στην αναπνοή. Ίσως να είναι το άσθμα, ίσως το άγχος του να μαθευτεί η αλήθεια. Τουλάχιστον, στα εβδομήντα του χρόνια μπορεί να βλέπει γιατρούς που δεν θέλουν το κακό του.








