Οι «αριστεροί» καθολικοί ξαναβρίσκουν τη δεξιά φλέβα τους
H παντοκρατορία της νεοφασίστριας πρωθυπουργού της Ιταλίας Τζόρτζια Μελόνι, ενισχυμένη πλέον από τη στενή σχέση της με τον Ντόναλντ Τραμπ και η επιβεβαιωμένη ενίσχυση του ακροδεξιού πολιτικού κέρατος στην Ευρώπη, επισπεύδει στους κόλπους της Αριστεράς κινήσεις, που με το πρόσχημα της εξαναγκασμένης αλλαγής πλεύσης και του ρεφορμισμού επαναλαμβάνουν τα σφάλματα του παρελθόντος.
Ο πανικός που συνοδεύει αυτή τη μεταβολή της ηγεμονίας, της ανακατανομής της ισχύος και του συσχετισμού των πολιτικών δυνάμεων, προς όφελος του νεοφασισμού που ευνοεί τα μονοπώλια, οδηγεί πολλές ομάδες στα «προοδευτικά» κόμματα, όπως το ιταλικό Δημοκρατικό Κόμμα (Pd), να αναζητήσουν έναν μικροκομματικό συντονισμό με τις κυρίαρχες εκλογικές (και δευτερευόντως κοινωνικές) τάσεις, κλίνοντας προς τα δεξιά ή το προφασιζόμενο ως φύλλο συκής της δεξιάς στροφής τους, «κέντρο».
Ήδη από τα μέσα Ιανουαρίου, με πρωτοβουλία του γερουσιαστή του Pd Γκρατσιάνο Ντελ Ρίο και με τις ευλογίες του ομογάλακτου πρώην πρωθυπουργού Ντάριο Φραντσεσκίνι (και σιωπηρά του Ρομάνο Πρόντι ή ακόμη και του Πάολο Τζεντιλόνι) η ομάδα των καθολικών Dem ξεκίνησε τις διαδικασίες για τη σύσταση ενός νέου ρεύματος μέσα στο πρώην κομμουνιστικό κόμμα της Ιταλίας, που θα αμφισβητήσει εκ των έσω την (αμφιταλαντευόμενη, αλήθεια και χωρίς πυξίδα) αρχηγία της Έλι Σλάιν κατά πρώτον λόγο. Δευτερευόντως δε, θα επιδιώξει τη σύνθεση ενός κεντρώου χώρου, προσκείμενου στην ευρωπαϊκή ταυτότητα της παρούσας πλειοψηφίας στην ΕΕ και κυρίως θα κόβει κάθε γέφυρα συνεννόησης στο πεδίο του προοδευτικού χώρου, ιδίως με το «Κίνημα 5 Αστέρων» του Πάολο Κόντε, μετακινώντας τον ιδεολογικό άξονα του Pd.
Οι πολλαπλασιαζόμενες εκδηλώσεις για την εξακόντιση και προώθηση αυτής της τάσης και της προβολής των ονομάτων που θα αναλάβουν την ηγεσία του χώρου αυτού (όπως του πρώην διοικητή της ιταλικής ΑΑΔΕ Ενρίκο Μαρία Ρουφίνι ), αλλά κυρίως η στάση κι οι αυξανόμενες πολιτικές κινήσεις του Φραντσεσκίνι, δείχνουν πως το κεντρώο συνθετικό κομμάτι της νεότευκτης Δημοκρατικής Κοινότητας στο σύμπαν του πάλαι ποτέ ομογενούς Pd, λίγο απέχει από το να πετάξει το γάντι στη Σλάιν για την ηγεσία.
Η διαλυτική τούτη κίνηση από στοιχεία που κατέληξαν στον προοδευτικό χώρο προερχόμενα από τη αριστερή, λαϊκή πτέρυγα της Χριστιανοδημοκρατίας και τις ευκαιριακές εκλογικές συνενώσεις απέναντι στην πολιτική απόκλιση του Μπερλουσκόνι, υπονομεύει το ενωτικό μέλλον του Pd. Κυρίως αποτελεί μία τυφλή καιροσκοπική επιδίωξη, που αγνοεί ότι στερεί όποια επιτυχία θα μπορούσε να έχει ένας συντεταγμένος χώρος απέναντι στην ακροδεξιά κι υπερσυντηρητική πλημμυρίδα.
Βέβαια, η συντηρητικοποίηση των προοδευτικών κομμάτων, δηλ. όχι μόνον των Σοσιαλδημοκρατών, ως απάντηση στην πολιτική επιτυχία της δεξιάς ριζοσπαστικοποίησης είναι μία από τις παιδικές ασθένειες της παράταξης. Ιδίως είναι συστατικό της «ψευδούς συνείδησης» της βούλησής της για ηγεμονία που αποδιαλεκτικοποιεί τον πολιτικό αγώνα και των κοινωνικών στρωμάτων που επιζητούν την αλλαγή, οντικοποιώντας το μέλλον σε μία μερική, τεχνοκρατική και ψυχολογική αντίληψη, στοχεύοντας όχι το συνολικό ιδεολογικό περίβλημα του αντιπάλου, αλλά κάποιες πεποιθήσεις του -όπως στην παρούσα περίσταση. Ακολουθεί τη λανθασμένη, αφηρημένη και πιότερο «εργολαβική» πολιτική που κατέκρινε στο Πρόγραμμα της Γκότα ο Μαρξ, που σαφώς προειδοποιούσε για τις «εκπτώσεις» σε δεξιόστροφες πολιτικές, προς όφελος μίας δημοσιοϋπαλληλικής αντίληψης του πολιτικού αγώνα.
Κριτική σε μία προσχωσιγένεια σε δεξιές πολιτικές, που δυστυχώς στα επόμενα χρόνια έμελλε να επιβεβαιωθεί: ακόμη και στη μη καρποφόρα στροφή που έκαναν τα πρώην ΚΚ σε Ιταλία, Ισπανία, Γαλλία, η στροφή του ΣΥΡΙΖΑ ή προσπάθειες σαν της Ζάρα Βάγκεχνετ στη Γερμανία να συστρωματώσει αριστερό και ακροδεξιό λαϊκισμό για εκλογικά κέρδη, που αποδείχθηκαν απλά ευσεβείς πόθοι.
Οι κεντρώοι στο Pd μοιάζουν να μη διαβάζουν τα μηνύματα των καιρών, θεωρώντας πως η κατάρρευση των Σοσιαλδημοκρατικών, στην ουσία αστικών κομμάτων, αντανακλά τη βούληση της κοινωνίας. Αγνοεί τη συστράτευση που υπήρξε στη Γαλλία ή ακόμη και τα καλά αποτελέσματα του ίδιου του κόμματος στις τελευταίες ευρωεκλογές.
Ίσως ακόμη βέβαια είναι πρόωρο να μιλάμε για διάσπαση του Pd και σχηματισμού ενός νεόυ κεντρώου φιλοευρωπαϊκού κόμματος. Η σημερινή κατάσταση της αντιπολίτευσης στην Ιταλία δεν είναι σε θέση να αμφισβητήσει τη Μελόνι και τη δεξιά συμμαχία της. Ενδεχομένως η κίνηση τούτη εμπεριέχει τον στόχο για αλλαγή ηγεσίας στο κόμμα και την απενεργοποίηση εκείνης της, νεανικής και πιο αυθόρμητης στην πλειονότητά της, βάση του κόμματος που έφερε τη Σλάιν στην ηγεσία του. Για τους περισσότερους παρατηρητές, είναι ένα σημάδι όχι μόνο ότι αποκλείουν το όνομα της Σλάιν για το κυβερνητικό Palazzo Chigi, αλλά και ότι αμφισβητείται η ίδια της η ηγεσία. Όχι τόσο από τις ζυμώσεις στα αριστερά (γιατί όλα περιστρέφονται εξωκοινοβουλευτικά με άξονα συνδικάτα και τον ηγέτη της CGIL Λαντίνι), αλλά πάνω από όλα στο ευαίσθητο για τη συνοχή του κόμματος και της κοινοβουλευτικής ομάδας κέντρο του. Η επιχείρηση που στήνεται γύρω από τον πρώην γενικό διευθυντή της Υπηρεσίας Εσόδων Ερνέστο Μαρία Ρουφίνι μπορεί να μην έχει τον αντίκτυπο και τη δυναμική που θα ήθελε η καθολική πτέρυγα, εκφράζει ωστόσο την εκλογική της φιλοδοξία να αναδειχθεί ως μία πιθανή γέφυρα του τρομαγμένου ψηφοφόρου ανάμεσα σε αδύναμη αριστερά και ριζοσπαστικοποιημένη δεξιά-ακροδεξιά. Με μεγάλο χειριστή τον έμπειρο σε τέτοιου είδους ‘μαγειρέματα’ Φραντσεσκίνι, που λόγω και του παρελθόντος του θα μπορούσε να φέρει τον χώρο σε προσέγγιση και με τους φιλοευρωπαϊστές της Forza Italia, που τώρα εγκλιματίζονται στην συμμαχία της Μελόνι.
Σε πρώτη φάση, μοιάζει η κίνηση αυτή να επιδιώκει μία παλιννόστηση των παλιών γνωστών ονομάτων της γενιάς του Φραντσεσκίνι, όπως οι Πάολο Τζεντιλόνι κι ο αντίπαλος της Σλάιν στις εσωκομματικές εκλογές Μπονατσίνι. Αλλά και φυσικά κάποιο άλλο, νέο στην κομματική ηγεσιακή πραγματικότητα που με βάση τον κατεστημένο επικοινωνιακό κανόνα -που και σ’ αυτόν, άλλωστε, είχε στηριχθεί κι η υποψηφιότητα της Σλάιν- ενδεχομένως θα είχε μεγαλύτερη απήχηση και θα δημιουργούσε νέα δυναμική.
Η Σλάιν είναι βέβαια ενήμερη γι’ αυτά, όμως δεν μοιάζει και ν’ αντιδρά. Ακόμη συνεχίζει να δρέπει τους καρπούς της καλής απόδοσης στις ευρωεκλογές (που την έχει σταθεροποιήσει γύρω στο 22% σε σύγκριση με το 19% των βουλευτικών εκλογών του 2022) κι εξακολουθεί να πιστεύει πως η αντιπολιτευτική της τακτική θα αποδώσει. Το πρόβλημα είναι πως το πρόγραμμά της για σύγκλιση της αριστεράς (που περιλαμβάνει προσέγγιση με τον Κόντε και την Avs), το οποίο θα αποτελούσε μία εναλλακτική δυναμιτίζεται από τα θετικά σχόλια για τον Τραμπ από τον παλιό του γνώριμο «Τζουζέπι» (Κόντε) για τον ρόλο του στην Ουκρανία, που συγκρούονται με την επίθεση που κάνει η Σλάιν στη Μελόνι, καλώντας την να αποφασίσει «εάν θα είναι με την Ε.Ε. ή θα αποτελεί το άθυρμα του Τραμπ».
Από την άλλη, η καθαρά ασαφής ηγεσία της Σλάιν βρίσκεται σε ευθεία σύγκρουση και με τη ριζοσπαστική πτέρυγά της κι ιδίως με τα συνδικάτα, που ελλείψει μίας ουσιαστικής θεσμικής κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης έχουν αναλάβει να σηκώσουν στο δρόμο τη σημαία της αντίστασης στην απορρύθμιση και τη μεταβολή των συσχετισμών δυνάμεων και της κρίσης της κομματικής εκπροσώπησης που ευνοεί την επικράτηση της ακροδεξιάς. Η Σλάιν τήρησε στάση Πόντιου Πιλάτου αρχικά στο θέμα του δημοψηφίσματος για το Jobs Act , τον φρικαλέο εργατικό νόμο που ψήφισε το ίδιο το Pd επί Ματέο Ρέντσι. Αλλά ακόμη κι εάν το έκανε, με αρκετή καθυστέρηση και παρασυρμένη από τις εξελίξεις και πάλι δεν κινητοποίησε τους μηχανισμούς του κόμματος για τη συλλογή των απαραίτητων υπογραφών, αλλά και για την προώθηση του δημοσψηφίσματος -πράγμα το οποίο υποβαθμίζει τις πιθανότητες για υπερψήφισή του.
Η εικόνα του Pd έτοιμου να σπαραχθεί και να μοιάζει μη συμπαγές -όχι τόσο ως προς τις ομάδες του, όσο ως προς την επιρροή τους στη διαμόρφωση μίας εναλλακτικής πολιτικής πρότασης στη Μελόνι- αυξάνει το χάσμα μέσα στο προοδευτικό στρατόπεδο και μειώνει την αξιοπιστία του μεγαλύτερου κόμματος της αντιπολίτευσης. Μία CatoDem εσωκομματική ομάδα, με θέσεις πιο κοντά στον νεοφιλελεύθερο ευρωπαϊσμό και τη συντηρητική πολιτική, αλλοιώνει τη φυσιογνωμία και τον ρόλο που πρέπει να παίζει για τη συσπείρωση του προοδευτικού κόσμου ένα κόμμα της αριστεράς. Ήδη η φιλοαμερικανική και φιλοπόλεμη στάση του Pd στην Ουκρανία επί Λέτα ως κύριο έρεισμα της κυβέρνησης Ντράγκι, αλλά και επί της ηγεσία της Σλάιν, έχει απομακρύνει πολλούς ψηφοφόρους, που βλέπουν ότι οι ευρωπαϊκές και νεοφασιστικές πολιτικές στην κοινωνία, την εργασία, το μεταναστευτικό, την υπονόμευση του δημόσιου χαρακτήρα της υγείας και της παιδείας, να επευλαύνουν.
Μία επιρροή καθολικών ρεφορμιστών θα μεταμορφώσει ακόμη περισσότερο το Pd σε ένα δεξιό Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. Αλλά κυρίως, εν είδει καταλυτικού Δούρειου Ίππου του συντηρητισμού μέσα στην προοδευτική παράταξη, δημιουργεί την εντύπωση για μια αντιπολίτευση τόσο διχασμένη που φαίνεται δύσκολο να συνδυαστεί για να αμφισβητήσει τη Μελόνι με οποιαδήποτε πιθανότητα νίκης.








