Ο Ξ. Κοντιάδης αποδομεί το κυβερνητικό νομοσχέδιο για τις παρακολουθήσεις

Το νέο νομοθετικό πλαίσιο για τις παρακολουθήσεις αφήνει στην διακριτική ευχέρεια της κυβέρνησης το αν θα ενημερώνει τα “θύματα”.

Το νομοθετικό πλαίσιο της Κυβέρνησης για τις παρακολουθήσεις που κατατέθηκε χθες για διαβούλευση, αποδομεί με τέσσερις παρατηρήσεις του, ο καθηγητής Δημοσίου Δικαίου και Κοινωνικής Διοίκησης του Παντείου Πανεπιστημίου, Ξενοφών Κοντιάδης.

Όπως ανέφερε χθες ο δημοσιογράφος Γεράσιμος Λιβιτσάνος στο News 24/7, το νομοσχέδιο που κατέθεσε σε δημόσια διαβούλευση η κυβέρνηση κινείται στην κατεύθυνση της θωράκισης του καθεστώτος παρακολούθησης πολιτικών προσώπων, και αδιαφάνειας στον τρόπο που λαμβάνονται τέτοιες αποφάσεις, δηλαδή τα στοιχεία που οδήγησαν στο σκάνδαλο των υποκλοπών.

Στο νομοσχέδιο περιέχονται τα μέτρα που είχε ανακοινώσει το καλοκαίρι ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης μετά την παραδοχή της παρακολούθησης του Νίκου Ανδρουλάκη. Όμως δεν περιλαμβάνεται καμία ουσιαστική ρύθμιση για την ενημέρωση των θυμάτων παρακολούθησης και τους λόγους που οδήγησαν σε αυτή.

Ειδικά για το ζήτημα – σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές – “προτείνεται η ενημέρωση του υποκειμένου υπό την προϋπόθεση ότι δεν διακυβεύεται ο σκοπός για τον οποίο διατάχθηκε η άρση και μετά την πάροδο 3 ετών από την παύση της”. Δηλαδή η ενημέρωση δύναται να συμβεί το νωρίτερο 3 χρόνια πιο μετά από τον χρόνο που θα διενεργηθεί ενώ ακόμη και αυτό βρίσκεται στην διακριτική ευχέρεια της εκάστοτε κυβέρνησης αφού δεν πρέπει να διακυβεύεται ο σκοπός για τον οποίο ξεκίνησε η παρακολούθηση. Επίσης, δεν γίνεται η παραμικρή αναφορά σε αναδρομική ισχύ της διάταξης και ως εκ τούτου από αυτή εξαιρείται η υπόθεση της παρακολούθησης του προέδρου του ΠΑΣΟΚ όπως και των δημοσιογράφων που τέθηκαν “σε επισύνδεση”.

Για τα πολιτικά πρόσωπα

Επίσης, στο νομοθέτημα προβλέπεται η άρση του απορρήτου της επικοινωνίας για πολιτικά πρόσωπα. Η διαφορά σε σχέση με το προηγούμενο καθεστώς είναι πως την σχετική εντολή επίσπευσης μπορεί να δώσει μόνον η ΕΥΠ, ενώ αίτημα μπορεί να καταθέσει και η Αντιτρομοκρατική Υπηρεσία. Ορίζεται επίσης ότι πρέπει να υπάρχει διπλή εισαγγελική υπογραφή σε αντίθεση με την πρόβλεψη για υπογραφή μόνον του εισαγγελέα της ΕΥΠ ενώ για την επισύνδεση ενημερώνεται και ο εκάστοτε πρόεδρος της Βουλής. Ακόμη, γίνεται μια αόριστη αναφορά για την προϋπόθεση του να υπάρχουν “συγκεκριμένα στοιχεία που καθιστούν άμεση και εξαιρετικά πιθανή τη διακινδύνευση της εθνικής ασφάλειας”. Στοιχείο όμως που κρίνεται και πάλι από την ΕΥΠ.

Στο ορισμό “πολιτικά πρόσωπα” περιλαμβάνονται η Πρόεδρος της Δημοκρατίας, οι υπουργοί – υφυπουργοί, οι βουλευτές & ευρωβουλευτές, οι αρχηγοί κομμάτων που εκπροσωπούνται στην Βουλή όπως και οι περιφερειάρχες – δήμαρχοι. Δηλαδή εξαιρούνται σειρά προσώπων όπως οι πρώην βουλευτές, εκπρόσωποι συνδικαλιστικών οργανώσεων, κομματικά στελέχη κ.λ.π.

Όσον αφορά τα τεκμήρια παρακολούθησης προβλέπεται “αυτόματη διαγραφή μετά την πάροδο 6μηνών από την παύση της άρσης. Για δε τον φάκελο με το υλικό τεκμηρίωσης για την άρση, προβλέπεται η καταστροφή του καταρχήν μετά την πάροδο 10 ετών από τη λήξη της άρσης”.

Η διαδικασία της άρσης απορρήτου

Στο νομοσχέδιο περιγράφεται αναλυτικά η διαδικασία άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών. Σύμφωνα με τις διατάξεις του η διαδικασία έχει ως εξής:

1. Απόσπασμα της διάταξης ή του βουλεύματος, που περιλαμβάνει το διατακτικό της (σ.σ της παρακολούθησης), παραδίδεται με ηλεκτρονικό κρυπτογραφημένο μήνυμα, το οποίο καλύπτει τις προϋποθέσεις ασφαλείας του απορρήτου του περιεχομένου:

α) Στον πρόεδρο ή το διοικητικό συμβούλιο ή τον γενικό διευθυντή ή τον εκπρόσωπο του νομικού προσώπου, στο οποίο υπάγεται το μέσο ανταπόκρισης ή επικοινωνίας. Σε περίπτωση ατομικής επιχείρησης, το ως άνω απόσπασμα παραδίδεται στον επιχειρηματία.

β) Στην περίπτωση δημοσίων υπηρεσιών ή νομικών προσώπων που υπάγονται στον έλεγχο ή την εποπτεία του κράτους, το ως άνω απόσπασμα παραδίδεται και στον Υπουργό που προΐσταται της δημόσιας υπηρεσίας ή στον Υπουργό που εποπτεύει το νομικό πρόσωπο.

2. Με ηλεκτρονικό κρυπτογραφημένο μήνυμα, το οποίο καλύπτει τις προϋποθέσεις ασφαλείας του απορρήτου του περιεχομένου, κοινοποιείται σε ηλεκτρονική μορφή (τύπου pdf) στην Α.Δ.Α.Ε. όλο το κείμενο της διάταξης που επιβάλλει την άρση του απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας. Οι διατάξεις που αποστέλλονται κατά τον ως άνω τρόπο στην Α.Δ.Α.Ε. αποθηκεύονται και τηρούνται σε ειδικό αρχείο, που βρίσκεται σε βάση δεδομένων συστήματος. Η βάση του δευτέρου εδαφίου δημιουργείται και λειτουργεί στην Α.Δ.Α.Ε. διαθέτει κρυπτογραφημένα στοιχεία, πιστοποιημένη πρόσβαση και αρχείο καταγραφής ενεργειών των χρηστών. Την αποθήκευση διενεργεί προσωπικό της Α.Δ.Α.Ε. ειδικά εξουσιοδοτημένο προς τούτο από την Ολομέλεια. Πρόσβαση στο εν λόγω αρχείο, καθώς και αναζήτηση στοιχείων στο πλαίσιο της άσκησης των αρμοδιοτήτων της Α.Δ.Α.Ε., από την κρυπτογραφημένη βάση δεδομένων, δύναται να πραγματοποιηθεί από τρία (3) τουλάχιστον μέλη της, ειδικά εξουσιοδοτημένα προς τούτο. Η ειδική εξουσιοδότηση για την πρόσβαση του προηγούμενου εδαφίου χορηγείται κάθε φορά με απόφαση της Ολομέλειας της Α.Δ.Α.Ε. και τα εξουσιοδοτούμενα μέλη της, από κοινού, διενεργούν την εν λόγω πρόσβαση. Τα αποτελέσματα της αναζήτησης παρουσιάζονται σε νεότερη συνεδρίαση της Ολομέλειας. Απαγορεύεται η εξαγωγή στοιχείων με οποιονδήποτε τρόπο από τη βάση δεδομένων, η δε παραβίαση της απαγόρευσης αυτής τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλη ποινική διάταξη.

3. Με απόφαση της Ολομέλειας της Α.Δ.Α.Ε., οι διατάξεις περί άρσης του απορρήτου, που έχουν αποθηκευτεί σε φυσικά αρχεία στην Αρχή από την ίδρυσή της, ψηφιοποιούνται σε ηλεκτρονικά αρχεία και αποθηκεύονται. Μετά την πάροδο τριών (3) μηνών από την ψηφιοποίηση, τα φυσικά αρχεία καταστρέφονται και συντάσσεται έκθεση για την καταστροφή τους.

4. Στην Ε.Υ.Π. δημιουργείται ηλεκτρονική πλατφόρμα παράδοσης της διάταξης για την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών για λόγους εθνικής ασφάλειας, με σκοπό την αποστολή και παράδοση αποσπασμάτων των διατάξεων με ηλεκτρονικό κρυπτογραφημένο μήνυμα στους αποδέκτες που ορίζονται στην παρ. 1 και την αποστολή και παράδοση ολόκληρου του κειμένου των διατάξεων στην Α.Δ.Α.Ε. Με απόφαση του Διοικητή της Ε.Υ.Π. καθορίζονται οι τεχνικές και διαδικαστικές λεπτομέρειες για τη θέση σε εφαρμογή και λειτουργία της ηλεκτρονικής πλατφόρμας και την εν γένει τήρηση της διαδικασίας της παρ. 2 ως την κατά τα ανωτέρω παράδοση των διατάξεων. Έως την έκδοση της απόφασης του προηγούμενου εδαφίου, καθώς και σε εξαιρετικά επείγουσα ή απρόβλεπτη ανάγκη, το απόσπασμα ή ολόκληρη η διάταξη αντίστοιχα, παραδίδεται με απόδειξη μέσα σε κλειστό φάκελο.

5. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Ψηφιακής Διακυβέρνησης, καθορίζονται οι τεχνικές και διαδικαστικές λεπτομέρειες για τη θέση σε εφαρμογή και λειτουργία της διαδικασίας ως προς την παράδοση, με ηλεκτρονικό κρυπτογραφημένο μήνυμα, του αποσπάσματος ή ολόκληρης της διάταξης ή του βουλεύματος αντίστοιχα σε ό,τι αφορά τις διατάξεις που εκδίδονται.

6. Ο Πρόεδρος της Α.Δ.Α.Ε. ενημερώνει για θέματα άρσεων απορρήτου επικοινωνιών τον Πρόεδρο της Βουλής, τους αρχηγούς των κομμάτων που εκπροσωπούνται στη Βουλή και τον Υπουργό Δικαιοσύνης.

7. Μετά την εκτέλεση της διάταξης συντάσσονται μία ή περισσότερες, κατά τις περιστάσεις, εκθέσεις από τον φορέα που διενήργησε τις πράξεις άρσης του απορρήτου. Οι εκθέσεις υπογράφονται από το εντεταλμένο όργανο της αιτούσας αρχής και σε αυτές αναφέρονται:

α) οι ενέργειες που έγιναν για την εκτέλεση της διάταξης,

β) ο τόπος, η ημερομηνία και ο τρόπος εκτέλεσης των πιο πάνω ενεργειών,

γ) το ονοματεπώνυμο των υπαλλήλων που τις διενήργησαν, εφόσον το κρίνει αναγκαίο το όργανο που εξέδωσε τη διάταξη.

Αντίγραφα των εκθέσεων αυτών διαβιβάζονται με απόδειξη, μέσα σε κλειστό φάκελο, στην αιτούσα αρχή, στη δικαστική αρχή που εξέδωσε τη διάταξη και στην Α.Δ.Α.Ε..

8. Η χρονική διάρκεια της άρσης του απορρήτου δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δύο (2) μήνες. Παρατάσεις της διάρκειάς της, οι οποίες δεν υπερβαίνουν κάθε φορά τους δύο (2) μήνες, μπορούν να διαταχθούν με τη διαδικασία, που προβλέπεται κατά περίσταση, για την επιβολή του μέτρου και υπό τον όρο ότι εξακολουθούν να υφίστανται οι λόγοι της άρσης. Σε κάθε περίπτωση οι παρατάσεις δεν μπορούν να υπερβαίνουν συνολικά τη διάρκεια των δέκα (10) μηνών.

Τέλος στο νομοσχέδιο προστίθεται η διακήρυξη που έχει ήδη κάνει η κυβέρνηση για την γενικευμένη απαγόρευση χρήσης παράνομων λογισμικών, όπως το Predator. Επισημαίνεται πως “ο κατάλογος απαγορευμένων λογισμικών ή συσκευών παρακολούθησης επικαιροποιείται με απόφαση του Διοικητή της ΕΥΠ το αργότερο κάθε 6 μήνες. Επιπλέον,με ανακοίνωση του Διοικητή της ΕΥΠ, που αναρτάται στον ιστοχώρο της Υπηρεσίας ενημερώνεται το κοινό για τα απαγορευμένα λογισμικά, τον τρόπο δράσης τους και τα μέτρα προστασίας που δύναται να λάβει έναντι αυτών”.

Η κριτική Κοντιάδη

Με ανάρτησή του στο Facebook ο Ξ. Κοντιάδης επισημαίνει:

Η δυνατότητα ενημέρωσης του παρακολουθούμενου 3 χρόνια μετά την παρακολούθηση είναι ασυμβατή με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι η καταστροφή του υλικού θα γίνεται μόλις 6 μήνες μετά την παύση ισχύος της σχετικής εισαγγελικής διάταξης, καθιστώντας την ενημέρωση αλυσιτελή.
Ο ορισμός της «εθνικής ασφάλειας» που προβλέπει το νομοσχέδιο είναι αντισυνταγματικός ως εξαιρετικά ευρύς, σε αντίθεση προς το άρθρο 19 παρ. 1 του Συντάγματος που επιτάσσει στενή ερμηνεία.
Η Αρχή Διασφάλισης Απορρήτου Επικοινωνιών δεν αποκτά τον συνταγματικά αρμόζοντα ρόλο στον έλεγχο της διαδικασίας άρσης του απορρήτου. Η ανεξάρτητη αρχή που συνέβαλε καθοριστικά στην αποκάλυψη του σκανδάλου των παρακολουθήσεων παραμένει υποβαθμισμένη, παρά τις σχετικές συνταγματικές ρυθμίσεις.
Το καθεστώς του ειδικού εισαγγελέα της ΕΥΠ διατηρείται ως έχει: «Iδρυματοποιημένος» και πρακτικά ενσωματωμένος στον μηχανισμό της. Οι οργανωτικές αλλαγές στην ΕΥΠ είναι επουσιώδεις, εκτός από την πρόβλεψη ότι καταργείται η δυνατότητα απόρρητων συμβάσεων στο διαβόητο Κέντρο Τεχνολογικής Υποστήριξης, Ανάπτυξης και Καινοτομίας.

πηγή: rosa.gr

 

Print Friendly, PDF & Email