Ο ρατσισμός της παγκοσμιοποίησης

γράφει στο peripteron.eu ο Βαγγέλης Πάλλας, ∆ηµοσιογράφος – Ερευνητής – Αναλυτής IFJ / SPJ

Στον τομέα της διεθνούς μετανάστευσης, οι αντιφάσεις των σύγχρονων θεσμών είναι ιδιαίτερα εμφανείς. Η μετανάστευση κά­ποτε ήταν μια μονόδρομη διαδικασία και οι μετανάστες μπορού­σαν να συμπεριληφθούν εννοιολογικά στο κράτος καταγωγής τους ή προορισμού τους. Σήμερα ένα σημαντικό ποσοστό των μετανα­στών πηγαινοέρχεται ανάμεσα στις χώρες προέλευσης και προορι­σμού. Οι κοινωνικοί δεσμοί τους τούς συνδέουν με δυο ή περισσό­τερες χώρες και σε μερικές περιπτώσεις αναπτύσσεται και ένα τρί­τος (διεθνικός) κοινωνικός χώρος. Επομένως, αμφισβητείται η κλασική άποψη ότι κάθε άτο­μο ανήκει σαφώς σε μια επικράτεια η οποία συμπίπτει με μια δι­οικητική οντότητα και μια συλλογική ταυτότητα. Γίνεται όλο και πιο δύσκολο να υποστηριχτεί ο μύθος μιας ξεκάθαρης εθνικής υ­πηκοότητας του πολίτη.

Πώς μπορούν οι δημοκρατίες να καθορίσουν τα όρια της συμ­μετοχής σε έναν κόσμο, στον οποίο οι συλλογικές αποφάσεις μπο­ρεί να έχουν επιπτώσεις στον καθένα; Πώς μπορούν τα έθνη-κράτη να αποφασίσουν σχετικά με τα πολιτικά δικαιώματα, όταν πολ­λοί άνθρωποι ζουν σε διεθνικούς κοινωνικούς χώρους; Αυτά τα ε­ρωτήματα συσχετίζονται και περιγράφουν ένα δίλημμα κοινό στους σύγχρονους θεσμούς: ακολουθούν νόρμες καθολικού χαρα­κτήρα και έχουν λειτουργήσει ως παράγοντες διεύρυνσης των δια­δικασιών της παγκοσμιοποίησης. Ωστόσο, τα σύνορα είναι απα­ραίτητα για τη λειτουργία τους και είναι όλο και πιο δύσκολο να αιτιολογηθεί ο επιλεκτικός χαρακτήρας που παρατηρείται στις πρακτικές ενσωμάτωσης που ακολουθούν.

Έπειτα από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, άνθρωποι γερμανικής καταγωγής από τα κράτη που είχαν αποκτήσει πρό­σφατα την ανεξαρτησία τους άρχισαν να καταφτάνουν στη Γερμα­νία με αυξανόμενους ρυθμούς. Επίσημα αναγνωρίζονταν ως πολί­τες. Πρακτικά, η εθνική τους ταυτότητα διέφερε από αυτή των γη­γενών Γερμανών. Αυτό σήμαινε ότι αντιμετωπίζονταν ως πολίτες με πλήρη δικαιώματα από το κράτος, όμως βίωναν κοινωνικά προ­βλήματα παρόμοια με εκείνα των «φιλοξενούμενων εργαζομένων» και των προσφύγων.

Ως αποτέλεσμα της εθνοσοσιαλιστικής θηριωδίας, ο όρος «φυ­λή» δεν χρησιμοποιείται πλέον στη Γερμανία αναφορικά με αν­θρώπους. Οι καθημερινές και επιστημονικές έννοιες του «ρατσι­σμού» τείνουν να περιοριστούν στη βία ενάντια στις ορατές μειο­νότητες. Οι ορατές μειονότητες αποτελούν μόνο ένα μικρό αριθμό «αλλοδαπών», ωστόσο, μιλώντας ποσοτικά, η εχθρότητα και η διά­κριση ενάντια στις πολύ μεγαλύτερες μουσουλμανικές και, ιδιαίτε­ρα, στις τουρκικές μειονότητες αποτελούν σημαντικότατο πρόβλη­μα. Σε αυτήν την κατάσταση ο κυρίαρχος επιστημονικός λόγος υ­ποστηρίζει ότι η βία προς τους αλλοδαπούς θα πρέπει να θεωρη­θεί μια σύγκρουση μεταξύ εθνοτήτων που χαρακτηρίζεται από ξε­νοφοβία (Alchoff 1998, Dollase et al. 1999, Stolz 2000, Wahl et al. 2001, για κριτική βλέπε Koopmans 2001). Καθώς οι Τούρκοι δεν χαρακτηρίζονται με βάση βιολογικά κριτήρια, οι ενέργειες ενά­ντια τους δεν θα αντιμετωπίζονταν ως ρατσισμός. Αυτή η άποψη συμπίπτει με το επιχείρημα του Miles για έναν αναλυτικό ορισμό του ρατσισμού, ο οποίος θέτει έναν αυστηρό διαχωρισμό ανάμεσα στην εθνοτική και τη φυλετική σύγκρουση.

Όταν τα έθνη-κράτη δημιουργούν ένα «όριο έναρξης της ανι­σότητας», όταν οι οικονομικοί οργανισμοί επιλέγουν τους υπαλλή­λους τους σύμφωνα με οικονομικά, πολιτισμικά, κοινωνικά και συμβολικά κριτήρια, όταν οι άνθρωποι αισθάνονται μίσος προς «τους αλλοδαπούς», τότε παρατηρούμε τα σύνθετα συστήματα της κυριαρχίας, τα οποία είναι εν μέρει ορθολογικά, εν μέρει παραδο­σιακά και εν μέρει εχθρικά. Δεν μπορούν να χαρακτηριστούν από ένα κοινό περιεχόμενο. Αλλά εξετάζουν ένα διαδεδομένο πρόβλη­μα: την ιδιαίτερη ολοκλήρωση των παγκόσμιων σύγχρονων θε­σμών. Η προσωπική μου άποψη είναι ότι ο δομικός ρατσισμός ε­πεμβαίνει όπου δεν καταφέρνουν οι επίσημοι και νομιμοποιημέ­νοι λόγοι να αιτιολογήσουν την κοινωνική ολοκλήρωση. Ο δομικός ρατσισμός είναι ένα σύστημα σιωπηρής κυριαρχίας, η οποία μπο­ρεί να σταθεροποιήσει τα όρια της κινητικότητας σε έναν κόσμο παγκοσμιοποίησης.