Ο Ιβάν και οι ολιγάρχες

Μια αρχική παρατήρηση: είναι παράταιρο να γράφει κανείς για το ποδόσφαιρο, όταν γίνονται στον πλανήτη όσα εμείς βλέπουμε και όσα βιώνουν οι λαοί, όπως αυτός της Παλαιστίνης; Η απάντηση είναι «όχι». Πρώτον, επειδή το ποδόσφαιρο είναι κάτι πολύ σημαντικό και πολύ αναγκαίο σε υπαρξιακό επίπεδο για πολλούς ανθρώπους (άρα ταιριαστό με κάθε εποχή) και δεύτερον επειδή η υπόθεση Ιβάν Γιοβάνοβιτς-Γιάννη Αλαφούζου αποδεικνύεται χαρακτηριστική του τρόπου με τον οποίο κινούνται, οι εν Ελλάδι ολιγάρχες, όχι μόνο στο ποδόσφαιρο, αλλά παντού.

Ο Ιβάν Γιοβάνοβιτς έκλεψε, όχι τυχαία, τις καρδιές του κόσμου του Παναθηναϊκού. Ένας συνδυασμός ήθους που σπανίζει στο χώρο του ποδοσφαίρου και αγωνιστικών επιτυχιών, ανέδειξαν μια προσωπικότητα, με την οποία οι οπαδοί (και όχι μόνο) ήθελαν να ταυτίζονται ή τέλος πάντων να ταυτίζουν την ομάδα τους. Ο κόσμος ξαναθέλησε να πάει στο γήπεδο για να δει την ομάδα την οποία ο Ιβάν έφτιαξε. Ο Ιβάν έχει κάτι από τους λαϊκούς ποδοσφαιρικούς ήρωες του παρελθόντος. Μια σεμνότητα και αποφασιστικότητα, που φτιάχνει σενάρια για ταινίες γύρω από το ποδόσφαιρο και την ομαδικότητα. Σε μια χώρα δε, στην οποία η κυρίαρχη πολιτική σφαίρα «παράγει» καριερίστες της ίδιας κοπής και της μιας χρήσης, είναι οι άλλοι, μαζικοί κοινωνικοί χώροι αυτοί που (ίσως) δημιουργούν προσωπικότητες ικανές να συνομιλήσουν με το λαϊκό αίσθημα. Αυτή η συνεισφορά, για όσους νιώθουν την ειδική σχέση του οπαδού με την ομάδα δεν αποτιμάται ούτε σε τίτλους, ούτε σε έσοδα. Είναι η περηφάνια, στην αναζήτηση της οποίας συναντώνται αυτός που βρίσκεται μέσα στο γήπεδο και αυτός που βρίσκεται εκτός. Ή όπως λέει ο Τσιτάχ στο ομώνυμο θεατρικό του Βασίλη Κατσικονούρη, η αξιοπρέπεια.

Η παρουσία του Ιβάν Γιοβάνοβις στον πάγκο του Παναθηναϊκού επιτέλεσε λοιπόν έναν τριπλό θετικό ρόλο: στο πεδίο των αξιών, καθώς σήκωσε την ομάδα πιο ψηλά χάρη στη δική του παρουσία. Στο αγωνιστικό πεδίο, δεδομένου ότι κέρδισε τον πρώτο τίτλο της ομάδας μετά από χρόνια και ότι την ανέβασε σε ένα ανταγωνιστικό επίπεδο, στο οποίο είχε πάνω από μια δεκαετία να βρεθεί, φτιάχνοντας μια συμπαγή εντεκάδα. Και εν τέλει στο επιχειρηματικό επίπεδο, καθώς μέσα και από το δικό του ρόλο, η ομάδα έγινε πλουσιότερη και αποδοτικότερη. Η λογική λοιπόν λέει ότι είτε γιατί μοιράζεται έναν κώδικα αξιών (σπανιότερο), είτε γιατί κοιτάζει το μεσομακροπρόθεσμο καλό της ομάδας του (σπάνιο) ο μεγαλομέτοχος της ομάδας δεν θα άλλαζε τον προπονητή για αρκετό καιρό ακόμα και σίγουρα όχι πριν το τέλος της τρέχουσας σεζόν και τη λήξη του συμβολαίου του. Φαινόμενα άλλωστε, όπως του σερ Άλεξ Φέργκιουσον, ή στις μέρες μας του Πεπ και του Κλοπ δημιουργήθηκαν ακριβώς λόγω της μακράς παραμονής τους στους πάγκους των ομάδων τους, με διοικητικούς παράγοντες που καταλαβαίνουν τι θέλουν οι προπονητές να πετύχουν και τι εκφράζουν.

Όχι στην Ελλάδα των ολιγαρχών, όμως. Ο ολιγάρχης στην Ελλάδα είναι ο παλιός κοτζαμπάσης, σε νέα εκδοχή. Είναι ο άνθρωπος που ξέρει να βγάζει λεφτά, μέσα από ένα συνδυασμό επιχειρηματικών κινήσεων, οι οποίες καταλήγουν σε πολιτικές δοσοληψίες και πιέσεις. Ο άνθρωπος που διατηρεί μια νοοτροπία «χωραφιού του» για οτιδήποτε με το οποίο ασχολείται. Η ποδοσφαιρική ομάδα είναι ένα εργαλείο άσκησης πολιτικών πιέσεων, όπως και το μέσο ενημέρωσης. Ούτε η συμπύκνωση μιας κάποιας ιδέας, ούτε καν ένα αυτόνομο επιχειρηματικό σχέδιο, το οποίο σέβεται ως τέτοιο και υλοποιεί. Ο ολιγάρχης, λοιπόν, στο ποδόσφαιρο κινείται χωρίς να διαθέτει ιδιαίτερο ένστικτο επιβίωσης ως προς αυτό. Πληρώνει κάποιους από τους οργανωμένους, πληρώνει δημοσιογράφους και όσους τον λιβανίζουν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, πληρώνει μετεγγραφές, αλλά ταυτοχρόνως (και πολύ συχνά) μοιράζεται ελάχιστες από τις αξίες της ομάδας και συνήθως καταλαβαίνει ελάχιστα από ποδόσφαιρο. Συνήθως, προϊόντος του χρόνου την «ψωνίζει» και παριστάνει ότι ξέρει από ποδόσφαιρο. Υπάρχουν πάντα οι διπλανοί του που ξέρουν τι να του ψιθυρίσουν στο αυτί. Δεν υπάρχει χώρος για ήθος ή έστω επαγγελματικό σχεδιασμό, αφού άλλωστε το πρώτο εξαφανίζεται γρήγορα-γρήγορα από τους παράγοντες του ποδοσφαίρου, όχι μόνο εδώ αλλά και στο εξωτερικό. Φυσικά, απότομες αλλαγές στελεχών μιας ομάδας και μάλιστα προπονητών λαμβάνουν χώρα παντού στον κόσμο. Πολλές είναι ποδοσφαιρικά παράλογες ή και καταστροφικές. Απλώς εδώ, αυτό είναι το καθεστώς. Καθεστώς στο ποδόσφαιρο, καθεστώς και στον ευρύτερο δημόσιο βίο.

Ο Ιβάν Γιοβάνοβιτς έπεσε θύμα αυτού του μοντέλου, όπως και τόσοι άλλοι. Η εικόνα του ποδοσφαίρου όπως θα θέλαμε να είναι, απέναντι στην εικόνα του ποδοσφαίρου όπως είναι. Από τη μια ο Γιοβάνοβιτς που αγάπησε ο κόσμος του Παναθηναϊκού και από την άλλη ο Αλαφούζος που τον απεχθάνεται ο ίδιος κόσμος και ας του έχει κατσικωθεί στο σβέρκο. Μια ακόμα πτυχή του δημοσίου βίου στην Ελλάδα δηλαδή. Ιβάν καλή τύχη στις επόμενες περιπέτειές σου. Θα μας λείψεις.

Print Friendly, PDF & Email