Για την πατρίδα που αγαπώ… Αλλά με πληγώνει 6
γράφει στο peripteron.eu ο Βαγγέλης Πάλλας, Δημοσιογράφος – Ερευνητής – Αναλυτής IFJ/SPJ
Όλα για την πατρίδα. Να πάει μπροστά και εσύ μαζί της. Θυμάσαι στις εθνικές γιορτές που αναρτούσες στο μπαλκόνι σου τη γαλανόλευκη που κυμάτιζε περήφανα για σένα. Όλα πήγαιναν καλά. Αλλά ξαφνικά έχασες τη δουλειά σου και το σπίτι σου. Μετά δρόμος και συσσίτιο. Αναρωτιέσαι “γιατί όλα αυτά” και απάντηση δεν παίρνεις. Βρέθηκες στο νοσοκομείο με χαρτί απορίας. Δεν το κατάλαβες. Ήρθα να σε δω παλιέ μου σύντροφε, αλλά δεν με γνώρισες. “Δεν έχεις επαφή με το περιβάλλον” είπε ο γιατρός. Σε κοιτούσα που έσβηνες και σκέφτηκα βλάσφημα για όλα αυτά τα χρόνια που ζήσαμε μαζί “είχες άραγε ποτέ επαφή με το περιβάλλον;”
Σε νίκησαν, αυτοί που δεν ζούσαν όταν εσύ παρίστανες πως το κάνεις. Σε σπρώξαν στην άκρη εκείνοι που μπήκαν στη ζωή σου, ξαφνικά από το πουθενά.
Γιατί αυτοί δούλευαν χρόνια τώρα, σταθερά, με επιμονή, με σχέδιο για να σε ξεφτυλίσουν. Ήξεραν πως όλο αυτό το πλήθος που ήθελε τα πάντα, μπορούσαν να το χειριστούν κατάλληλα, δίνοντάς του τα πάντα που εκείνοι επέλεξαν και πείθοντάς τους πως αυτά ήταν που ζητούσαν. Σου πρόσφεραν φύκια για μεταξωτές κορδέλες και τσίμπησες.
Είναι φυσικό να θέλεις να πιστέψεις κάπου γιατί το ξέρουμε όλοι μας πια, ότι οι ανθρώπινες αντοχές είναι τεράστιες και εσύ δεν θέλεις να δεις που φθάνουν οι δικές σου. Ζήσε λοιπόν και την διορισμένη ελπίδα. Είναι και αυτό κομμάτι του παζλ. Είναι και αυτό μέρος του σήριαλ που πρέπει να δούμε, θέλουμε δεν θέλουμε.
Να μην ξεχάσεις ότι επέζησες μέσα σε ένα βομβαρδισμένο τοπίο, χωρίς όπλα, χωρίς συμμάχους, χωρίς υποστήριξη. Να μην ξεχάσεις ότι σε ξέχασαν όλοι.
Εμείς δεν θα πεθάνουμε. Ένας χορός κρητικός θα είναι η τελευταία μας μάχη. Ο ένας δεμένος στις φλέβες του άλλου. Εμείς δεν θα πεθάνουμε. Η τελευταία μας μεταλαβια θα είναι το βλέμμα του συντρόφου μας που μέσα σε ένα δάκρυ χωράει όλες τις ελπίδες μας.
Ζούμε το χειρότερο, αυτό μην το ξεχνάς. Κάθε μέρα που περνά γινόμαστε μάρτυρες αφόρητης κατάθλιψης, κάθε μέρα αποχαιρετάμε κι έναν Έλληνα που δεν αντέχει να ζήσει το παρακάτω. Κάθε λεπτό αγωνιούμε, κάθε στιγμή παρακολουθούμε τις ειδήσεις σαν να διαβάζουμε μια λίστα που θα έχει το δικό μας όνομα ως μελλοντικού καταδικασμένου. Κάθε μέρα ζούμε το αφόρητο.
Είναι στιγμές που θέλεις το έδαφος να καταρρεύσει, να τελειώνει αυτή η ιστορία, αυτός ο εφιάλτης που σε έβαλαν να διαβείς.
Οι φοβισμένοι χρειάζονται σωτήρες. Οι μέτριοι χρειάζονται ήρωες. Οι άπληστοι χρειάζονται νόμους. Οι ελεύθεροι χώρο και αυτοί οι τελευταίοι, οι πολύ λίγοι ανάμεσα στους πολλούς, είναι αυτοί που τους κυνηγούν ανελέητα απ’ όλους τους προηγούμενους από τους βολεμένους. Αρνούμαι . Αυτούς που βλέπεις πάλι θα τους ξαναϊδείς, θα τους γνωρίσεις πάλι, άλλον θα λένε Κωνσταντή κι άλλον Μιχάλη. Αυτούς που βλέπεις θα τους ξαναϊδείς, θα τους γνωρίσεις πάλι σ’αυτόν τον κόσμο θα γυρνούν με περηφάνια πιο μεγάλη…
Απέναντι σε όλες αυτές τις ερινύες. Η γενιά μας ύψωσε το άπαρτο οχυρό άμυνας. Την άρνηση, όχι αυτή της παραίτησης, αλλά της οργής … που γίνεται πείσμα. όχι για το πείσμα χωρίς αιτία, χωρίς θέση, χωρίς πνεύμα, χωρίς σθένος, χωρίς ψυχή αλλά με θέληση να γκρεμίσει τα κάστρα, να χτίσει νέα οικοδομήματα, πιο όμορφα, πιο συναρπαστικά, στη φύση του ίδιου, αλλά και όλων των άλλων συντρόφων που έχασαν την παιδική τους ηλικία μέσα στα τρομερά γρανάζια της ανθρώπινης μηχανής. Μου είπαν πως φοβήθηκες. Φορούσες χειροπέδες στα χέρια και πήγαινες για εκτέλεση.
Ποιόν θα εκτελούσαν μέσα στη νύχτα; Στον τοίχο στήνουν ξημερώματα λίγο πριν την ανατολή να βλέπεις το φως που έρχεται και να ζηλεύεις την ελευθερία. Ελευθερία και φως. Μαζί πορεύονται κι αυτά. Άκουσες ποτέ να φαντάστηκε κάποιος την ελευθερία στα σκοτάδια; Κανείς.
















