«Γενναίες δημόσιες πολιτικές και ριζοσπαστικές κοινωνικές τομές για το δίκαιο και βιώσιμο μοντέλο ανάπτυξης που έχει ανάγκη η χώρα»
γράφει στο peripteron.eu o Αλέξης Χαρίτσης, Βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ
Η διπλή εμπειρία της πανδημίας και της ενεργειακής και πληθωριστική κρίσης, έχει οδηγήσει σε μια παραγωγική και ριζοσπαστική συζήτηση γύρω από την ανάγκη ενός διαφορετικού μοντέλου ανάπτυξης. Οι έννοιες του δημόσιου σχεδιασμού, της κρατικής παρέμβασης, της καταπολέμησης των ανισοτήτων επανεμφανίζονται, καθώς έχει γίνει
αντιληπτό πλέον σε διεθνές επίπεδο ότι το «αόρατο χέρι» της αγοράς δεν μπορεί ούτε τη δημόσια υγεία να πραστατέψει, ούτε την ενεργειακή ασφάλεια να εξασφαλίσει ούτε την ύφεση να εμποδίσει.
Δυστυχώς η ελληνική κυβέρνηση δεν συμμετέχει σε αυτή την συζήτηση. Κάνει μάλιστα το ακριβώς αντίθετο: την στιγμή που άλλες χώρες στην Ευρώπη αυξάνουν σημαντικά τον βασικό μισθό, όπως η Γερμανία, θέτουν πλαφόν στην τιμή του ηλεκτρικού, όπως η Ισπανία και η Πορτογαλία, ανακτούν τον δημόσιο έλεγχο στις επιχειρήσεις ενέργειας, όπως η Γαλλία και αξιοποιούν τα ευρωπαϊκά κονδύλια για την προστασία της κοινωνικής συνοχής, όπως η Πορτογαλία, ο κ. Μητσοτάκης επιμένει σε καταστροφικές και παρωχημένες νεοφιλεύθερες δοξασίες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η άρνηση της κυβέρνησης να υλοποιήσει αυτονόητα μέτρα που προτάθηκαν μέσα από την εργαλειοθήκη της Κομισιόν για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης, ήδη από τον προηγούμενο Οκτώβριο. Την εισαγωγή πλαφόν στις τιμές ενέργειας, την μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης σε καύσιμα και φυσικό αέριο και την φορολόγηση των υπερκερδών των εταιρειών ενέργειας.
Τουναντίον, η κυβέρνηση Μητσοτάκη επέλεξε να αντιμετωπίσει την κρίση ως ευκαιρία για λεηλασία του δημόσιου συμφέροντος, με τις ιδιωτικοποιήσεις, όπως η ΔΕΗ και τα δίκτυα, τη συνειδητή υποβάθμισή του περιβάλλοντος, την διάλυση των εργασιακών σχέσεων.
Οι επιλογές αυτές αποτυπώνονται στην κατάσταση της ελληνικής οικονομίας με τον πιο δραματικό τρόπο. Έχουμε την υψηλότερη τιμή βενζίνης στην Ευρώπη, συνεχείς πρωτιές στην χονδρεμπορική τιμή του ρεύματος, εκρηκτικό υψηλό δεκαετιών στον πληθωρισμό – πολύ πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης – και την ίδια στιγμή, σύμφωνα με την Eurostat, οι μισθοί είναι καθηλωμένοι στα επίπεδα του 2010. Η πολιτική της κυβέρνησης διαλύει την κοινωνική συνοχή και υπονομεύει κάθε προοπτική ανάκαμψης της πραγματικής οικονομίας.
Απέναντι σε αυτό το ιστορικά παρωχημένο και βαθιά αναποτελεσματικό μοντέλο ανάπτυξης που οραματίζεται η κυβέρνηση Μητσοτάκη, η δικιά μας αντίληψη επιμένει ότι χρειαζόμαστε ισχυρό κοινωνικό κράτος για την ανάπτυξη, αποφασιστική κρατική παρέμβαση για τη ρύθμιση των αγορών, ολοκληρωμένο πλαίσιο δημόσιων πολιτικών που να προστατεύει το περιβάλλον, να στηρίζει την εργασία ως βασικό συντελεστή της παραγωγικής διαδικασίας, με στόχο τη βιώσιμη και διατηρήσιμη ανάπτυξη.
Το πρώτο βήμα είναι η σύγκρουση με τον πυρήνα της ακρίβειας. Με αποφασιστική στήριξη του εισοδήματος των πολιτών, ελάφρυνση υποχρεώσεων όπως ΦΠΑ στα τρόφιμα και ειδικού φόρου κατανάλωσης στα καύσιμα και ρύθμιση των αγορών, ειδικά στην ενέργεια, με φορολόγηση των υπερκερδών των παραγωγών ενέργειας, με την πλήρη αναπροσαρμογή των τιμολογίων. Το πιο κρίσιμο όμως είναι η ανάκτηση του δημόσιου ελέγχου στους βασικούς πυλώνες άσκησης ενεργειακής πολιτικής που είναι η ΔΕΗ και τα Δίκτυα. Μόνο έτσι μπορούμε να θωρακίσουμε την χώρα απέναντι σε αυτήν και μελλοντικές ενεργειακές κρίσεις.
Δεν αρκούν όμως αυτά. Απαιτούνται ριζοσπαστικές τομές σε κρίσιμους τομείς, όπως στην ενέργεια και στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις στο δημογραφικό, την στεγαστική πολιτική και την στήριξη των νέων. Αν δεν εφαρμόσουμε ένα ολοκληρωμένο, συνεκτικό σχέδιο με στόχο την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής και την
αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου, δεν θα βγούμε από τον φαύλο κύκλο της αέναης μετάβασης από τη μία κρίση στην άλλη. Προς αυτό το σκοπό πρέπει να αξιοποιήσουμε κάθε χρηματοδοτική δυνατότητα, εθνική και ευρωπαϊκή, και πρωτίστως το Ταμείο Ανάκαμψης, προς όφελος της κοινωνικής πλειοψηφίας και με τρόπο που θα απαντά στις ανάγκες των μικρομεσαίων και των εργαζομένων, των Περιφερειών και των νέων.
Ισχυρή κρατική παρέμβαση ωστόσο, δεν σημαίνει ότι η ιδιωτική οικονομία δεν έχει σημαντικό ρόλο στην κοινή προσπάθεια για την αντιμετώπιση των μεγάλων προκλήσεων της εποχής μας. Ειδικά σε συνθήκες πρωτοφανούς κρίσης, όπως η σημερινή, η συνεισφορά όλων, ανάλογα με τις δυνατότητές τους, θα πρέπει να θεωρείται αυτονόητη. Η υπεύθυνη επιχειρηματική πρακτική, αξίζει να στηριχθεί και να διευρυνθεί, να συμπληρώνει τις κρατικές πολιτικές με διαχρονικό στόχο την ικανοποίηση των αναγκών του κοινωνικού συνόλου.
Πολύ περισσότερο, η κρίση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται από κανέναν ως πεδίο αισχροκέρδειας, τώρα που οι ανάγκες των συμπολιτών μας είναι πιο ζωτικές από ποτέ. Κι όμως, αυτό ακριβώς βλέπουμε στην σημερινή συγκυρία, με ευθύνη της κυβέρνησης Μητσοτάκη, που λόγω της πρόσδεσής της σε συγκεκριμένα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα και της εμμονικής της άρνησης να ρυθμίσει την αγορά, όχι μόνο δεν περιόρισε αλλά τροφοδοτεί την αισχροκέρδεια.
Ειδικά σε αυτές τις κρίσιμες συνθήκες, η πολιτική αλλαγή είναι πιο αναγκαία από ποτέ. Με προοδευτική κυβέρνηση που θα εξαντλήσει όλες τις υπαρκτές δυνατότητες για μια άλλη πορεία της χώρας. Μια κυβέρνηση με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ που θα αντιμετωπίσει αποφασιστικά την ακρίβεια, θα ξαναστήσει στο πόδια του το κοινωνικό κράτος και θα εφαρμόσει εκείνες τις δημόσιες πολιτικές που, σε αυτές τις εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, θα θωρακίσουν την οικονομία και την κοινωνία.










