Απόφαση Ευρωδικαστηρίου για προσωπικά δεδομένα – Πότε επιτρέπεται η διατήρηση αρχείων

Οι κυβερνήσεις των χωρών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν μπορούν να διατηρούν αδιακρίτως προσωπικά δεδομένα εκτός εάν υπάρχει σοβαρή απειλή στην εθνική ασφάλεια, αποφάσισε το ανώτατο δικαστήριο της Ευρώπης.

Το Δικαστήριο επιβεβαιώνει ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν επιτρέπει τη γενική και χωρίς διάκριση διατήρηση των δεδομένων κίνησης και των δεδομένων θέσης, εκτός αν συντρέχει περίπτωση σοβαρής απειλής για την εθνική ασφάλεια.

Τα κράτη μέλη μπορούν πάντως, προς τον σκοπό της καταπολέμησης της σοβαρής εγκληματικότητας και υπό τον όρο της αυστηρής τήρησης της αρχής της αναλογικότητας, να προβλέπουν ειδικότερα στοχευμένη ή κατεπείγουσα διατήρηση των δεδομένων αυτών, καθώς και γενική και χωρίς διάκριση διατήρηση των διευθύνσεων IP

Ειδικότερα, όπως αναφέρεται σε σχετική απόφαση (C-793/19 | SpaceNet και C-794/19 | Telekom Deutschland)του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης η SpaceNet και η Telekom Deutschland παρέχουν, εντός της Γερμανίας, διαθέσιμες στο κοινό υπηρεσίες πρόσβασης στο Διαδίκτυο, ενώ η Telekom Deutschland παρέχει, επιπλέον, τηλεφωνικές υπηρεσίες. Οι εταιρίες αυτές προσέφυγαν ενώπιον των γερμανικών δικαστηρίων, αμφισβητώντας την υποχρέωση η οποία τους επιβάλλεται βάσει του γερμανικού νόμου περί τηλεπικοινωνιών (TKG) να διατηρούν, από 1ης Ιουλίου 2017, δεδομένα κίνησης και δεδομένα θέσης σχετικά με τις τηλεπικοινωνίες των πελατών τους.

Εκτός ορισμένων εξαιρέσεων, ο TKG επιβάλλει στους παρόχους διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, προς τους σκοπούς ιδίως της καταστολής σοβαρών ποινικών αδικημάτων ή της πρόληψης συγκεκριμένου κινδύνου που απειλεί την εθνική ασφάλεια, την υποχρέωση να διατηρούν γενικώς και αδιακρίτως, για χρονικό διάστημα αρκετών εβδομάδων, το μεγαλύτερο μέρος των δεδομένων κίνησης και των δεδομένων θέσης των τελικών χρηστών.

Το γερμανικό Ομοσπονδιακό Διοικητικό Δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί αν τέτοια εθνική νομοθεσία αντιβαίνει στο δίκαιο της Ένωσης, όπως έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο.

Οι αμφιβολίες του οφείλονται στο ότι η υποχρέωση διατήρησης την οποία προβλέπει ο TKG αφορά μικρότερο αριθμό δεδομένων και συντομότερο χρονικό διάστημα διατήρησης (4 ή 10 εβδομάδων) απ’ ό,τι προέβλεπαν οι επίμαχες εθνικές ρυθμίσεις στις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν οι προηγούμενες αποφάσεις. Λόγω των ιδιαιτεροτήτων αυτών, καθίσταται λιγότερο πιθανό το ενδεχόμενο να μπορούν από τα διατηρούμενα δεδομένα να συναχθούν ακριβέστατα συμπεράσματα σχετικά με την ιδιωτική ζωή των υποκειμένων των συγκεκριμένων δεδομένων. Επιπλέον, ο TKG διασφαλίζει, κατά το αιτούν δικαστήριο, αποτελεσματική προστασία των διατηρούμενων δεδομένων έναντι των κινδύνων κατάχρησης και παράνομης πρόσβασης.

Επίσης με δεύτερη απόφασή του (C-339/20 | VD και C-397/20 | SR) το Ευρωδικαστήριο επισημαίνει ότι η γενική και χωρίς διάκριση διατήρηση των δεδομένων κίνησης για ένα έτος από τη δημιουργία του σχετικού αρχείου από τους φορείς παροχής υπηρεσιών τηλεπικοινωνιών δεν επιτρέπεται για προληπτικούς λόγους που συνδέονται με την καταπολέμηση των αδικημάτων κατάχρησης της αγοράς, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η κατάχρηση προνομιακών πληροφοριών

Επιπλέον, εθνικό δικαστήριο δεν μπορεί να περιορίσει τα διαχρονικά αποτελέσματα της αποφάσεως με την οποία κρίνονται ανίσχυρες οι εθνικές νομοθετικές διατάξεις που προβλέπουν τέτοια διατήρηση

Στη Γαλλία, ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά των VD και SR για τα εγκλήματα της κατάχρησης προνομιακών πληροφοριών, της αποδοχής προϊόντων του ως άνω εγκλήματος, της συνέργειας, της δωροδοκίας και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Η κατηγορούσα αρχή είχε στηριχθεί σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα από τηλεφωνικές κλήσεις των VD και SR, τα οποία προέκυψαν στο πλαίσιο της παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και διαβιβάστηκαν στον ανακριτή από την Autorité des marchés financiers (γαλλική Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, AMF), κατόπιν έρευνας που διεξήγαγε η ίδια.

Οι VD και SR άσκησαν ενώπιον του Cour de cassation (Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, Γαλλία) αναίρεση κατά δύο αποφάσεων του cour d’appel de Paris (εφετείου Παρισίων), ενώπιον του οποίου επικαλέστηκαν τη νομολογία του Δικαστηρίου για να αμφισβητήσουν κατά πόσον η AMF μπορούσε νομίμως να προχωρήσει στη συλλογή των ως άνω δεδομένων βασιζόμενη σε εθνικές διατάξεις οι οποίες, αφενός, δεν ήταν σύμφωνες με το δίκαιο της Ένωσης, στον βαθμό που προέβλεπαν ότι τα δεδομένα σύνδεσης διατηρούνταν γενικώς και αδιακρίτως, και, αφετέρου, δεν έθεταν κανένα όριο στην εξουσία που αναγνωρίζεται στην AMF να απαιτεί, όταν διενεργεί έρευνες, να της κοινοποιούνται τα διατηρούμενα δεδομένα.

Το Cour de cassation υπέβαλε αίτηση προδικαστικής αποφάσεως με την οποία ερωτά, κατ’ ουσίαν, το Δικαστήριο πώς συμβιβάζονται οι κρίσιμες διατάξεις της οδηγίας «για την ιδιωτική ζωή και τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες», ερμηνευόμενες υπό το πρίσμα του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), με τις διατάξεις της οδηγίας «για την κατάχρηση αγοράς» και του κανονισμού για τις πρακτικές κατάχρησης της αγοράς στο πλαίσιο εθνικών νομοθετικών μέτρων που επιβάλλουν στους φορείς παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, για προληπτικούς λόγους σχετικούς με την καταπολέμηση των αδικημάτων κατάχρησης της αγοράς, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η κατάχρηση προνομιακών πληροφοριών, την υποχρέωση να διατηρούν γενικώς και αδιακρίτως τα δεδομένα κίνησης για ένα έτος από την ημέρα της δημιουργίας των αρχείων των δεδομένων. Σε περίπτωση που κριθεί ότι η επίμαχη εθνική νομοθεσία αντιβαίνει στο δίκαιο της Ένωσης, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν είναι δυνατόν να παραμείνουν προσωρινά σε ισχύ τα αποτελέσματά της προκειμένου να αποφευχθεί η ανασφάλεια δικαίου και να μπορέσουν τα δεδομένα τα οποία έχουν διατηρηθεί βάσει αυτής να χρησιμοποιηθούν για τον εντοπισμό και τη δίωξη πράξεων κατάχρησης προνομιακών πληροφοριών.

Με τη σημερινή του απόφαση, το Δικαστήριο διαπιστώνει, κατά πρώτον, ότι ούτε η οδηγία «για την κατάχρηση αγοράς» ούτε ο κανονισμός για τις πρακτικές κατάχρησης της αγοράς μπορούν να αποτελέσουν τη νομική βάση προς θεμελίωση μιας γενικής υποχρέωσης διατήρησης των αρχείων των δεδομένων κίνησης που τηρούνται από τους φορείς παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, για τις ανάγκες της άσκησης των εξουσιών τις οποίες οι προαναφερθείσες ενωσιακές ρυθμίσεις απονέμουν στις αρμόδιες αρχές του χρηματοπιστωτικού τομέα.

Κατά δεύτερον, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η οδηγία «για την ιδιωτική ζωή και τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες» συνιστά την πράξη αναφοράς σε σχέση με τη διατήρηση και, γενικότερα, με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Συνεπώς, η συγκεκριμένη οδηγία έχει εφαρμογή και επί των αρχείων των δεδομένων κίνησης που τηρούνται από τους φορείς παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και που μπορούν να ζητηθούν από τις αρμόδιες αρχές του χρηματοπιστωτικού τομέα, κατά την έννοια της οδηγίας «για την ιδιωτική ζωή και τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες» και του κανονισμού για τις πρακτικές κατάχρησης της αγοράς. Ως εκ τούτου, η νομιμότητα της επεξεργασίας των αρχείων που τηρούνται από τους φορείς παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα τις προϋποθέσεις τις οποίες προβλέπει η οδηγία «για την ιδιωτική ζωή και τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες», όπως ερμηνεύεται από το Δικαστήριο.

Κατόπιν των ανωτέρω, το Δικαστήριο αποφαίνεται ότι η οδηγία «για την κατάχρηση αγοράς» και ο κανονισμός για τις πρακτικές κατάχρησης της αγοράς, σε συνδυασμό με την οδηγία «για την ιδιωτική ζωή και τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες» και υπό το πρίσμα του Χάρτη, δεν επιτρέπουν να διατηρούνται γενικώς και αδιακρίτως, από τους φορείς παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, τα δεδομένα κίνησης και τα δεδομένα θέσης για ένα έτος από τη δημιουργία του σχετικού αρχείου, προς τον σκοπό της καταπολέμησης των αδικημάτων κατάχρησης της αγοράς, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η κατάχρηση προνομιακών πληροφοριών.

Κατά τρίτον, το Δικαστήριο επιβεβαιώνει τη νομολογία του σύμφωνα με την οποία το δίκαιο της Ένωσης δεν επιτρέπει σε εθνικό δικαστήριο να περιορίσει τα διαχρονικά αποτελέσματα της αποφάσεως την οποία οφείλει, βάσει του εθνικού δικαίου, να εκδώσει για να κηρύξει ανίσχυρες τις εθνικές νομοθετικές διατάξεις που επιβάλλουν στους παρόχους ηλεκτρονικών επικοινωνιών την υποχρέωση να διατηρούν γενικώς και αδιακρίτως τα δεδομένα κίνησης και τα δεδομένα θέσης, λόγω της ασυμβατότητας της νομοθεσίας αυτής με την οδηγία «για την ιδιωτική ζωή και τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες».

Το Δικαστήριο επισημαίνει πάντως ότι το κατά πόσον πρέπει να γίνουν δεκτά τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία έχουν αποκτηθεί μέσω μιας τέτοιας διατήρησης των δεδομένων αποτελεί, δυνάμει της αρχής της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών, ζήτημα το οποίο άπτεται του εθνικού δικαίου, υπό την επιφύλαξη της τήρησης, ειδικότερα, των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας. Βάσει της τελευταίας αυτής αρχής, ο εθνικός ποινικός δικαστής δεν πρέπει να λαμβάνει υπόψη πληροφοριακά και αποδεικτικά στοιχεία τα οποία έχουν αποκτηθεί μέσω αντίθετης προς το ενωσιακό δίκαιο διατήρησης όλων γενικώς και αδιακρίτως των δεδομένων, εφόσον οι ενδιαφερόμενοι δεν έχουν δυνατότητα αποτελεσματικής υποβολής παρατηρήσεων επί των πληροφοριακών και αποδεικτικών αυτών στοιχείων, τα οποία προέρχονται από τομέα που εκφεύγει της γνώσης των δικαστών και θα μπορούσαν να ασκήσουν καθοριστική επιρροή στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών.

Print Friendly, PDF & Email