24… Χρόνια από το έγκλημα του ΝΑΤΟ στη Γιουγκοσλαβία
Επιμέλεια: Βαγγέλης Πάλλας, Δημοσιογράφος – Ερευνητής – Αναλυτής IFJ/SPJ
Στις 10 Ιουνίου συμπληρώθηκαν 24 χρόνια από τη λήξη της ιμπεριαλιστικής επίθεσης του ΝΑΤΟ στη Γιουγκοσλαβία που ξεκίνησε στις 25 Μαρτίου του 1999 και που επί 78 μερόνυχτα δολοφονούσε γυναικόπαιδα και γερόντους, ισοπέδωνε σπίτια, υποδομές, εργοστάσια, παιδικούς σταθμούς.
Εκατοντάδες χιλιάδες ήταν τα βλήματα και οι βόμβες κάθε τύπου που ρίχτηκαν και πάνω από 1000 οι πύραυλοι «Κρουζ». Και είθισται σε αυτές τις περιπτώσεις, το αίμα δεν αρκεί για το κεφάλαιο. Θέλει να εξαφανίσει και την ψυχή των λαών: Τα μνημεία τους.
Από μια άποψη, αυτό που συνέβει στην πολιτιστική κληρονομιά της πρώην Γιουγκοσλαβίας το 1999, μπορεί να «αναγνωριστεί» και ως ένα είδος «γενικής πρόβας» για την αντιμετώπιση της συλλογικής μνήμης από τον ιμπεριαλισμό μετά την επικράτηση της αντεπανάστασης στην ΕΣΣΔ και τις άλλες σοσιαλιστικές χώρες. Ακολούθησε το Αφγανιστάν, το Ιράκ, το Κόσοβο και οι μασκαρεμένες με το «φερετζέ» των «αντικαθεστωτικών κινημάτων» επεμβάσεις στις χώρες της Μ. Ανατολής.
Δεν είναι όμως επετειακός και ιστορικός ο λόγος μιας απόπειρας να επανέλθει στο προσκήνιο η πολιτισμική καταστροφή στην πρώην Γιουγκοσλαβία. Είναι και ηθικός. Διότι τέτοιου είδους εγκλήματα δεν «παραγράφονται». Έχει άραγε ημερομηνία «παραγραφής» η καταστροφή του μισού Παρθενώνα από τα κανόνια του Μοροζίνι;
Στο τεύχος 2067 του «Ενημερωτικού Δελτίου» του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας (Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου 1999) δημοσιεύθηκαν τα αποτελέσματα της αποστολής του Ελληνικού Τμήματος του ICOMOS (Διεθνές Συμβούλιο Μνημείων και Τοποθεσιών υπό την UNESCO) στη Γιουγκοσλαβία, ελάχιστους μήνες μετά το πέρας των βομβαρδισμών. Εν μέσω εκείνου του καλοκαιριού, τμήματα αυτής της αναφοράς είχαν δει και το φως της δημοσιότητας.
Η αποστολή των ειδικών επιστημόνων του ελληνικού ICOMOS πραγματοποιήθηκε αμέσως μετά τη λήξη των βομβαρδισμών και διήρκησε πέντε μέρες (23-27/6/1999) γεγονός που συνιστά ένα ακόμη τεκμήριο της σοβαρότητας του εγχειρήματος. «Μοιραία» τα αποτελέσματα αναφέρονται και σε καταστροφές σύγχρονων υποδομών της χώρας, ωστόσο, το παρόν κείμενο θα ασχοληθεί με το πολιτισμικό κομμάτι.
«Στην περιοχή της Vranja» αναφέρουν οι επιστήμονες «διαπιστώθηκαν πολλές επιμέρους καταστροφές σε κτίρια του ιστορικού της πυρήνα. Ολοκληρωτική είναι η καταστροφή του μεγάλων διαστάσεων παραδοσιακού κτιρίου του παλιού Στρατώνα (1830), που βρίσκεται μέσα στα όρια του σημερινού στρατοπέδου. Βομβαρδίστηκε ακόμη και ο αρχαιολογικός χώρος Pavlovac, σε γειτονική περιοχή εκτός της πόλης.
Στο Βελιγράδι, στην έδρα του Ινστιτούτου για την Προστασία των Πολιτιστικών Μνημείων, η αποστολή είχε την ευκαιρία να ενημερωθεί για την κατάσταση της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας της πρώην Γιουγκοσλαβίας και των μνημείων της. Έμαθαν λοιπόν ότι τότε το Ινστιτούτο αποτελούνταν από 15 περιφερειακές υπηρεσίες. Απασχολούσε περίπου 400 μονίμους υπαλλήλους, εκ των οποίων οι 250 πανεπιστημιακού επιπέδου. Μέχρι το 1999 σε ολόκληρη τη χώρα ήταν καταλογογραφημένα και τεκμηριωμένα περισσότερα από 4.000 μνημεία, ιστορικά κτίρια και ιστορικοί-αρχαιολογικοί χώροι.
«Χάρη στις έγκαιρες και οργανωμένες ενέργειες των συναδέλφων του Ινστιτούτου απομακρύνθηκαν και διαφυλάχθηκαν σε ασφαλείς χώρους οι σημαντικότερες μουσειακές συλλογές της χώρας, αλλά και πολλά κινητά αντικείμενα τέχνης από μνημεία που θα βρίσκονταν στο έλεος των βομβαρδισμών, ιδιαίτερα στο Κόσοβο» αναφέρει η αποστολή. Επαναφέροντας έτσι στη μνήμη τον αγώνα των αρχαιολόγων κάθε εποχής για τη διάσωση πολιτιστικών θησαυρών, όπως κατά τον αποκλεισμό του Λένινγκραντ από τους ναζί, αλλά και τους δικούς μας επιστήμονες κατά την εισβολή των ναζί στην Αθήνα.
Το ίδιο έκαναν και οι Γιουγκοσλάβοι συνάδελφοί τους, ενώ παράλληλα κατέγραφαν και τις καταστροφές. Μέχρι λοιπόν και το τέλος του Ιουνίου του 1999, το ΝΑΤΟ είχε επιφέρει ζημιές κάθε είδους και σοβαρότητας σε περίπου 160 μνημεία. Συγκεκριμένα: 25 μοναστήρια, 34 εκκλησίες, 1 τζαμί, 40 οικιστικά σύνολα, 3 ιστορικά κέντρα πόλεως (Djakovica, Pec, Pristina), 20 παλιές αγορές, 7 μεμονωμένα παραδοσιακά κτίρια, 16 δημόσια μνημεία και 13 αρχαιολογικούς χώρους. «Από τα παραπάνω, 24 θεωρούνται πλήρως κατεστραμμένα, 78 χτυπημένα σε μεγάλο βαθμό και 58 με μικρότερες ζημιές», σημειώνεται στην αναφορά.
Για το Κόσοβο-στο οποίο θα γίνει ιδιαίτερη αναφορά στη συνέχεια-τα στοιχεία ήταν λίγα «επειδή είναι δύσκολη η προσπέλασή της από τους ειδικούς». «Σε κάθε περίπτωση όμως, εκεί εντοπίζονται οι μεγαλύτερες καταστροφές, όχι μόνο από τους βομβαρδισμούς, αλλά (μετά την αποχώρηση των σερβικών στρατευμάτων) και από πυροβόλα όπλα, εμπρησμούς, λεηλασίες, τυμβωρυχίες».
Η λίστα της καταστροφής…
Κατόπιν ακολουθούν οι καταστροφές στο Βελιγράδι και στις υπόλοιπες περιοχές της Σερβίας.
Ενδεικτικά αναφέρονται: η μονή της Αγίας Τριάδας (14ος αι.) στο Prizren, η μονή του Αγίου Μάρκου (14ος αι.) στην περιοχή Korisa, η περίφημη μονή της Gracanica (β’ δεκαετία 14ου αι.), το μοναστηριακό συγκρότημα του Devic, στην περιοχή Drenica.
Στο Βελιγράδι η αποστολή επισκέφθηκε στο Δημαρχείο, την έκθεση για τα βομβαρδισμένα μνημεία της πόλης που έχει οργανωθεί με την Αρχιτεκτονική Σχολή του Πανεπιστημίου του Βελιγραδιού και με τον Ινστιτούτο για την Προστασία των Πολιτιστικών Μνημείων της πόλης. Οι βομβαρδισμοί έχουν κάνει τεράστιες ζημιές στην υποδομή ή έχουν ολοκληρωτικά καταστρέψει σημαντικό αριθμό κτιρίων συνδεδεμένων με την ιστορική μνήμη της πόλης. Αναφέρουμε τα σημαντικότερα:
- Το διατηρητέο κτίριο του παλιού υπουργείου Άμυνας (1928).
- Το κτίριο του υπουργείου Εξωτερικών (1928).
- Το διατηρητέο μέγαρο της κυβέρνησης της Σερβικής Δημοκρατίας (1928-38).
- Το παλαιό κέντρο επιχειρήσεων της Αεροπορίας της Γιουγκοσλαβίας (1935), στο παλιό ιστορικό κέντρο Ζέμουν του Βελιγραδιού.
- Το κτίριο της Σερβικής Ραδιοφωνίας και Τηλεόρασης (1940).
- Το κτίριο του ομοσπονδιακού υπουργείου των Εσωτερικών (1951).
- Το ξενοδοχείο «Γιουγκοσλαβία» στο Ν. Βελιγράδι (1961).
- Το κτίριο του ομοσπονδιακού υπουργείου Αμυνας, (1963).
- Το εμπορικό κέντρο Usce, πρώην γραφεία Κομμουνιστικού Κόμματος (1965).
- Το Βιομηχανικό Συγκρότημα Κεντρικής θέρμανσης (1965).
- Ο Πύργος της Τηλεόρασης, ύψους 200 μ., στο ύψωμα Avala (1966).
- Το Κέντρο Νεότητας και θέατρο «D. Radovic» (1963).
- Το κτίριο του υπουργείου των Εσωτερικών της Σερβικής Δημοκρατίας (1983).
- Στα περίχωρα της πόλης (θέρετρο Topcider) έχει καταστραφεί το παλάτι του πρίγκιπα Milos Obrenovic, διατηρητέο εθνικό μνημείο (1831-34), στο οποίο στεγαζόταν η μόνιμη έκθεση του Ιστορικού Μουσείου της Σερβίας.
- Στα περίχωρα της πόλης έχει ισοπεδωθεί το συγκρότημα Senzak– Topcinder-Dedinje. Από το 1948 και μετά υπήρξε η έδρα της προεδρίας της Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας.
- Η ιστορική Μονή Rakovica (των Αρχαγγέλων, 16ου αι.) και κηρυγμένο μνημείο, στα περίχωρα του Βελιγραδιού. Από τους γειτονικούς βομβαρδισμούς προκλήθηκαν ρηγματώσεις στη βάση των εξωτερικών τοίχων και των τοίχων αντιστήριξης της μονής, καταστροφές στη στέγη, σε πόρτες και παράθυρα».
Στην περιοχή Fruska Gora του Novi Sad «είναι συγκλονιστικό το θέαμα που παρουσιάζουν οι τρεις γέφυρες που ένωναν άλλοτε το Novi Sad με το Petrovaradin. Οι βομβαρδισμοί τις έχουν καταστρέψει ολοκληρωτικά. Μεταξύ αυτών και την παλαιά μνημειακή σιδηρά γέφυρα του Varadin, όπως και της σύγχρονης κατασκευής γέφυρα Zezelj με το διεθνή αυτοκινητόδρομο. Τα ερείπιά τους κείτονται μέσα στα νερά του ποταμού Δούναβη, δίπλα από τα βάθρα της γέφυρας που γκρέμισαν οι βομβαρδισμοί των ναζί στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου».
Στο Petrovaradin «διαπιστώθηκαν καταστροφές σε μεμονωμένα κτίσματα του παραδοσιακού οικισμού. Ακόμη, καταστροφές σημειώνονται και στα ιστορικά κτίρια του κάστρου όπου στεγάζονται σύγχρονες λειτουργίες.
Το σύγχρονο κτίριο του Μουσείου της Βοϊβοδίνας, που βρίσκεται στην απέναντι όχθη, κοντά στη μεγάλη γέφυρα του Δούναβη, έχει υποστεί μεγάλες ζημιές».
«Προφητικά» συμπεράσματα…
Στα συμπεράσματα το ελληνικό ICOMOS αναφέρει, μεταξύ άλλων:
«Τα μεγάλα χτυπήματα των βομβαρδισμών δεν φαίνεται να υπήρξαν καθόλου τυχαία, ούτε «τυφλά», αλλά προϊόν μίας σοβαρής επιλογής με στόχο να εξαρθρωθεί η κυβερνητική μηχανή, αλλά και να διαλυθεί ο λειτουργικός ιστός των μεγάλων πόλεων και να εξαφανισθούν παραδοσιακά κτίρια-σύμβολα αναφοράς. Έτσι χτυπήθηκαν υπουργεία, εργοστάσια, γέφυρες, αποθήκες, στρατόπεδα, αεροδρόμια αλλά και κτίρια που είχαν (και αυτό ήταν γνωστό) μόνο ιστορική σημασία ή εξυπηρετούσαν βασικές καθημερινές λειτουργίες της πόλης.
Οι διαπιστώσεις αυτές οδηγούν οτο συμπέρασμα ότι βρισκόμαστε σε μια νέα μορφή τοπικού πολέμου, με χαρακτηριστικά:
- Την ισοπεδωτική καταστροφή προσεκτικά επιλεγμένων στόχων, ακόμη και μνημείων, εκ του μακρόθεν και εκ του ασφαλούς.
- Τη χρήση πολυέξοδων, υψηλής τεχνολογίας τηλεκατευθυνόμενων πυραύλων, που ψάχνουν και βρίσκουν το στόχο.
- Την ενεργοποίηση πιλότων αποστασιοποιημένων από την πραγματικότητα, η οποία «φιλτράρεται» μέσα από απρόσωπες οθόνες, που θυμίζουν «ηλεκτρονικά παίγνια».
Σε ό,τι αφορά στα μνημεία:
- Στο Βελιγράδι, κυρίως, έχουν καταστροφεί πλήρως ή έχουν υποστεί σημαντικές ζημιές πολύ αξιόλογα κτίρια.
- Σημαντικές επίσης ζημίες έχουν υποστεί ιστορικά κέντρα πόλεων. Αυτές αφορούν είτε σε μεμονωμένα διατηρητέα κτίρια είτε σε μεγαλύτερες ομάδες κτιρίων.
- Μεμονωμένα μνημεία μεσαιωνικά ή περιόδου ύστερης Τουρκοκρατίας, έχουν υποστεί ζημιές σε ολόκληρη τη χώρα.
- Δεν πρέπει να υποτιμάται το γεγονός ότι ορισμένες από τις συνέπειες των κοντινών βομβαρδισμών μπορεί να μην είναι εκ πρώτης όψεως ορατές, όμως, οι μακροχρόνιες συνέπειές τους είναι πιθανόν να είναι πολύ σοβαρές-απρόβλεπτες σε ό,τι αφορά τη στατική συμπεριφορά των μνημείων σε μελλοντικές σεισμικές δονήσεις. Το ίδιο ισχύει και για τη διαχρονική κατάσταση των υποστρωμάτων των τοιχογραφιών από εδώ και στο εξής.
- Πρέπει να υπογραμμιστούν οι τεράστιες και μακροχρόνιες επιπτώσεις που θα έχουν οι βομβαρδισμοί επάνω στο φυσικό περιβάλλον, που τις περισσότερες μάλιστα φορές συνιστά και το φυσικό περίγυρο για τα ίδια τα μνημεία.
- Η παραγωγή μεγάλων ποσοτήτων ρύπων, τοξικών και επικίνδυνων ουσιών που διαχέονται στο άμεσο, στο γειτονικό και στο ευρύτερο περιβάλλον, θα έχει οπωσδήποτε συνέπειες στον ανθρώπινο και φυσικό παράγοντα, αλλά τελικώς και στα τοιχογραφικά σύνολα αυτών των μνημείων.
Επίσης: Οι βομβαρδισμοί ενάντια στην πολιτιστική κληρονομιά και την υλικοτεχνική υποδομή μιας ανεξάρτητης ευρωπαϊκής χώρας από τις δυνάμεις του ΝΑΤΟ μετά μάλιστα από δύο Παγκόσμιους Πολέμους, είχαν ως αποτέλεσμα να καταστραφούν αγαθά που χαρακτηρίζουν την ιστορία της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής και τέχνης. Η πολιτιστική αυτή κληρονομιά ανήκει σε μία περιοχή που έδωσε παραδείγματα συμβίωσης και οργανικής σύνθεσης διαφορετικών εθνικών πολιτιστικών στοιχείων σε ένα αμάλγαμα που συνιστά τη βαλκανική «πολυπολιτισμική» κοινότητα (…)».
«Δεν μπορούμε παρά να εκφράσουμε τη μεγάλη μας ανησυχία για την κατάσταση των μνημείων και των παραδοσιακών οικιστικών πυρήνων στην περιοχή Κοσόβου-Μετοχίων. Όχι μόνο λόγω των αποτελεσμάτων των βομβαρδισμών, αλλά κυρίως εξαιτίας του εθνικού και του θρησκευτικού φανατισμού που, αν και σταμάτησε ο πόλεμος, εντούτοις εξακολουθεί να κυριαρχεί στην περιοχή, επιτείνοντας το κλίμα ανασφάλειας και οδηγώντας σε άλλου είδους «μνημειακή εθνοκάθαρση».
Καθημερινά πληθαίνουν οι πληροφορίες, για καταστροφικές ενέργειες αντεκδίκησης επάνω σε μνημεία (…)».
Η καταστροφή δεν σταμάτησε
Λίγα χρόνια αργότερα και συγκεριμένα το Μάρτιο του 2004, αυτό που το ICOMOS χαρακτήρισε ως «μνημειακή εθνοκάθαρση», θα λάμβανε χώρα στο προτεκτοράτο του Κοσσόβου. Οχι όμως λόγω του θρησκευτικού φανατισμού. Αυτός είναι το «όπλο». Τη «σκανδάλη» πάτησε η συνεχιζόμενη ιμπεριαλιστική κατοχή του ΝΑΤΟ στο Κόσσοβο. Διότι, όπως πολύ εύστοχα σημείωνε ο «Ρ» (ένθετο «7 Μέρες», 10/7/2005) «η πολιτιστική κληρονομιά μιας τέτοιας πολυεθνικής περιοχής δε θα μπορούσε παρά να αποτελεί “ευχή” σε πραγματικά ειρηνικούς καιρούς, λόγω του πλούτου της και του «παλίμψηστου» των εποχών και της αισθητικής που καλύπτει, αλλά, συνάμα, και “κατάρα” στην εποχή του ενδοϊμπεριαλιστικού ανταγωνισμού».
Την άνοιξη του 2004 μεγάλος αριθμός μνημείων καταστράφηκε από «πογκρόμ» ενάντια σε μνημεία και κτίρια που «συμβόλιζαν» τη σερβική… «εξουσία» στην περιοχή. Στην έκθεση του διεθνούς ICOMOS για τα μνημεία που βρίσκονταν σε άμεσο κίνδυνο παγκοσμίως κατά το 2004-2005 σημειώνεται: «Η μοίρα της πολιτιστικής κληρονομιάς αναδεικνύεται ως φλέγον θέμα στα Βαλκάνια. Σαν σημάδι των μακροχρόνιων παραδόσεων και πολιτισμών όλης της περιοχής, είναι ένας στόχος της καταστροφής αλλά και της κακής χρήσης. Στις χώρες όπου οι διαφορετικές ομάδες παλεύουν βάσει του έθνους (σ.σ. ας μην περιμένουμε αντιιμπεριαλιστικές αναφορές από το ICOMOS), η κληρονομιά μπορεί να γίνει ένα όπλο και μια πρόκληση. Πολλά από τα μουσεία της περιοχής, βιβλιοθήκες, θρησκευτικά κτίρια, αρχαιολογικές περιοχές, και παρόμοια, έχουν καταστραφεί στην πρώην Γιουγκοσλαβία κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαπέντε ετών (…)».
Στις ταραχές του Μάρτη, «περίπου 35 εκκλησίες, παρεκκλήσια και μοναστήρια σε δεκαεφτά δήμους καταστράφηκαν ή βλάφτηκαν σε μόνο δύο ημέρες (…) Οι διεθνείς στρατιωτικές δυνάμεις (KFOR) των οποίων στόχος ήταν να προστατευτούν και οι λαοί του Κοσσόβου και η κληρονομιά τους (σ.σ. θυμίζουμε πως το ICOMOS, όσο σωστή στάση και να έχει κρατήσει σε ζητήματα προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς, παραμένει οργανισμός της UNESCO) δε φάνηκε να ξέρει πώς να αντιδράσει σε μια τέτοια άγρια κατάσταση. Ένα μεγάλο μέρος της καταστροφής θα μπορούσε να έχει αποφευχθεί εάν οι στρατιώτες ήταν προετοιμασμένοι καλύτερα. Σε πολλές περιπτώσεις ο όχλος επέστρεψε ακόμη και μια ημέρα ή δύο αργότερα για να συνεχίσει τη βία».
Ανεξάρτητα από την φανερή προσπάθεια του οργανισμού να «αποσυνδέσει» την ιμπεριαλιστική επέμβαση από την καταστροφή – κάτι το οποίο αποτελεί χρήσιμο συμπέρασμα για τα όρια των διεθνών οργανισμών, ανεξαρτήτως επιστημονικών προθέσεων, με αρνητικό συσχετισμό δύναμης σε βάρος των λαών – η αναφορά δείχνει ότι η καταστροφή των μνημείων των λαών της πρώην Γιουγκοσλαβίας δεν σταμάτησε με τους βομβαρδισμούς. Και όσο το «κορμί» των Βαλκανίων θα διαμελίζεται από τον ανταγωνισμό των ιμπεριαλιστών και των ντόπιων αστικών τάξεων, τίποτα δεν θα την εμποδίσει από το να ξανασυμβεί.

















