Βιβλία για το καλοκαίρι του 2023
Έντσο Τραβέρσο, Επανάσταση: Διανοητική και πολιτισμική ιστορία, μετ. Νίκος Κούρκουλος, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου
Αναζητώντας μία ρηξικέλευθη προσέγγιση στην ουσία της επανάστασης, μία έννοιας που σημάδεψε ανεξίτηλα τους δύο τελευταίους αιώνες, ο Έντσο Τραβέρσο καταφέρνει σε αυτό το έργο κάτι ξεχωριστό: Να συνδέσει τα βίαια συλλογικά ξεσπάσματα με την τεχνολογία, την τέχνη, τις κοινωνικές συνθήκες, τη σεξουαλικότητα και την πανσπερμία νεόκοπων ιδεών.
Κάπως έτσι οι ατμομηχανές, σύμβολα της τεχνολογικής εξέλιξης, γίνονται τα μέσα που μεταφέρουν τους αντάρτες του Ζαπάτα στο επαναστατημένο Μεξικό. Το οδόφραγμα είναι η εορταστική ανατροπή της τάξης που θα καταλήξει στη θυσία των υπερασπιστών του. Ο πίνακας του Ντελακρουά Η Ελευθερία οδηγεί τον λαόΗ Ελευθερία οδηγεί το Λαό απεικονίζει όλες τις μορφές των εξεγερμένων που τολμούν να πραγματώσουν την έφοδο στον ουρανό. Οι διανοούμενοι που σπέρνουν τον σπόρο της επανάστασης δεν είναι ασκητικοί βιβλιοφάγοι αλλά παθιασμένοι ρομαντικοί ακτιβιστές, τουλάχιστον τον 19ο αιώνα.
Αυτό που κάνει ιδιαίτερο το έργο του Ιταλού στοχαστή είναι ότι δεν διηγείται μία συμβατική γραμμική ιστορία των επαναστάσεων. Αντίθετα κάνει συνειρμικά άλματα, περνώντας από τους Λουδίτες, τους καταστροφείς των κλωστοϋφαντουργικών μηχανών, στις λαϊκές γιορτές της Κομμούνας του Παρισιού όπου βανδάλιζαν τα σύμβολα του Παλαιού Καθεστώτος. Η σεξουαλική επανάσταση που προπαγάνδιζαν οι Σουρεαλιστές συνδέεται με τα πρώτα χρόνια της Ρώσικης Επανάστασης όπου έγιναν οι προσπάθειες να θεσμοθετηθεί η γυναικεία απελευθέρωση. To Δικαίωμα στη τεμπελιάΤο δικαίωμα στην τεμπελιά | LiFO του Πολ Λαφάργκ, αυτό το φλεγόμενο απελευθερωτικό μανιφέστο, κονταροχτυπιέται με την ηθική της εργασίας του καθεστωτικού κομμουνισμού. Ο Τραβέρσο δεν αφήνει τίποτα έξω από τη μελέτη του. Στην έννοια της επανάστασης, του άλματος στο μέλλον, χωράνε ο μηδενιστής ΝετσάγιεφΣεργκέι Νετσάγιεφ και οι μπαρμπούδος του Φιντέλ Κάστρο, η Πρωτομαγιά του ΧέιμαρκετΕξέγερση του Χέιμαρκετ το 1886 στο Σικάγο και το κατειλημμένο από τους αναρχικούς Ηotel Ritz της Βαρκελώνης του 1936Post στο Facebook, τα γραπτά του Μαρξ και του Μαρκούζε, αλλά και της Χάνα Άρεντ και του Ζαν Πολ Σαρτρ.
Και μέσα σε αυτόν τον κυκεώνα προσώπων, μελετών, εικόνων και συγκρούσεων που φαίνεται να έχουν καταλαγιάσει στους καιρούς μας, ο Τραβέρσο θυμίζει: «Οι επαναστάσεις έρχονται πάντα απρόσμενα».
Ρούμενα Μπουζάροφκα, Δεν πάω πουθενά, μετ. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, Gutenberg
Η είσοδος της Ρούμενα ΜπουζάροφσκαΡούμενα Μπουζάροφσκα: «Όταν ερχόμουν στην Ελλάδα έπρεπε να λέω ψέματα για το από πού είμαι» | LiFO στην ελληνική εκδοτική παραγωγή με το βιβλίο Ο άντρας μουΣτις εκδόσεις Gutenberg (Gutenberg) υπήρξε ιδιαίτερα επιτυχημένη. Τα διηγήματά της ήταν μια διασκεδαστική κριτική για την πατριαρχία στη χώρα της, τη Βόρεια Μακεδονία, μέσα από ρεαλιστικές περιγραφές γυναικών για τη συναναστροφή, εμπλοκή και συμβίωση με άντρες κατώτερους των περιστάσεων. Στη νέα συλλογή διηγημάτων Δεν πάω πουθενά (κυκλοφόρησε πρόσφατα και πάλι στη σειρά Aldina των εκδόσεων Gutenberg) οι άντρες δεν έχουν πλέον τον πρωταρχικό ρόλο –αν και εδώ που τα λέμε ούτε στο προηγούμενο τον είχαν– καθώς γίνονταν το εφαλτήριο για να μιλήσουν οι γυναίκες για τις ίδιες τους τις ζωές.
Στο Δεν πάω πουθενά οι γυναίκες-αφηγήτριες μιλάνε πλέον ξεκάθαρα για τις ίδιες και για μύχιες, σκοτεινές πλευρές της φαινομενικά τακτικής και τακτοποιημένης ζωής τους. Ο ατόφιος φθόνος για εκείνη που έχει περισσότερα στη ζωή, κοινώς ένα παιδί και υλικά αγαθά, ο θαυμασμός που ενέχει ζήλεια και έμμεσες απόπειρες αποκαθήλωσης απέναντι σε εκείνη που κατάφερε να ξεφύγει από τον μικροαστισμό και την αφάνεια, η διατήρηση μιας εφηβικής φαντασίωσης ως καταφύγιο από την πλήξη και τη συμβιβασμένη ενήλικη ζωή, η ανάγκη επίδειξης ενός εξευρωπαϊσμένου status αφθονίας ως δείγμα κοινωνικής ανέλιξης και «επιτυχίας» εκεί που οι διαπροσωπικές σχέσεις έχουν αποτύχει προ πολλού. Με μεγάλη ειλικρίνεια και χιούμορ η Μπουζάροφσκα βάζει τις –συχνά επιφανειακές και όχι πάντα συμπαθείς αντιηρωίδες της– να ξεσκεπάζουν μεγάλο μέρος της γκάμας των αρνητικών συναισθημάτων που εδράζουν μέσα σε γυναίκες, οι οποίες ζώντας υπό την πατριαρχική «μπότα» εδώ και αιώνες και παρά τους τριγμούς του #Metoo, έχουν νομιμοποιήσει τελικά ως αναπόδραστο τον κανόνα ότι οι δυνατότητες και επιλογές στη ζωή θα δίνονται από το τέμπο του πατήματός της. Συνθλίβονται αλλά δεν μπορούν καν να το κατανοήσουν για να προσπαθήσουν να κάνουν την υπέρβαση.
Είναι βέβαια και το συγγραφικό ύφος της Μπουζάροφσκα που κάνει τα βιβλία της ακαταμάχητα. Ρεαλιστικές αφηγήσεις με εμβόλιμο εδώ κι εκεί το γκροτέσκο στοιχείο, το ανομολόγητο στο οποίο υποβόσκει μια απειλή και δεν υπάρχει πάντα μια κορύφωση – μια ελαφριά essence Ρέιμοντ Κάρβερ, ενός συγγραφικού της προτύπου όπως διάβαζα σε συνέντευξή της, αν και η Μπουζάροφσκα δεν διαθέτει ίδιες δόσεις συνθετικής ελλειπτικότητας: στην περίπτωση της οι σκελετοί δεν βρίσκονται στην ντουλάπα και το απειλητικό στοιχείο δεν μένει για πολύ υφέρπον. Δεν είναι τυχαίο ότι τα βιβλία αυτής της συγγραφέως από τη «μικρή» χώρα με τη «μικρή» γλώσσα, τέσσερις συλλογές διηγημάτων μέχρι στιγμής, έχουν βραβευτεί διεθνώς και έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες.
Πάτρικ Ράντεν Κιφ, Καθάρματα: Απατεώνες, δολοφόνοι, επαναστάτες και εγκληματίες – 12 αληθινές ιστορίες, μετ. Κωστής Πανσέληνος, Μεταίχμιο
Αν ανατρέξετε στις άλλες επιλογές που έχω κάνει για βιβλία στις αντίστοιχες συλλογές άλλων ετών του inside story, θα διαπιστώσετε ότι είμαι λάτρης του non-fiction. Έτσι, μόλις εκδόθηκε πριν από ένα μήνα το νέο βιβλίο του Πάτρικ Κιφ, Καθάρματα, από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, έτρεξα αμέσως να το προμηθευτώ. Το προηγούμενο του Μην πεις λέξηΣτο Μεταίχμιο, πάλι από το Μεταίχμιο, για τον ΙRA και τα σκληρά χρόνια στη Βόρεια Ιρλανδία με είχε συναρπάσει και για τον τρόπο γραφής αλλά και για τη δημοσιογραφική έρευνα, και με ενδιαφέρον μαθαίνω ότι πρόκειται να μεταφερθεί στην τηλεόραση από το FX. Πάντα ζήλευα τους δημοσιογράφους άλλων χωρών που έχουν τη δυνατότητα να επικεντρώνονται για μήνες σε ένα θέμα και ταυτόχρονα να μπορούν να ζήσουν. Αν ο Κιφ δημοσίευε δύο από τις ιστορίες του βιβλίου στο New Yorker σχεδόν θα είχε αποκομίσει τα προς το ζην του έτους. Στην Ελλάδα κάτι τέτοιο είναι αδιανόητο. Τόσο η δυνατότητα να ψάξεις ένα μόνο θέμα για 3-4 μήνες όσο και να λάβεις αμοιβή αντίστοιχη.
Το νέο βιβλίο του Κιφ έχει δώδεκα ιστορίες για τις οποίες ο δημοσιογράφος-συγγραφέας ξόδεψε χρόνο σε αρχεία και βιβλιοθήκες, ταξίδια και συνεντεύξεις. Και οι δώδεκα είναι συναρπαστικές. Διαβάζοντας την πρώτη, για τις φιάλες κρασί του Τόμας Τζέφερσον, έμεινα έκπληκτος που υπάρχουν άνθρωποι που δαπανούν περιουσίες για ένα τέτοιο μπουκάλι, το οποίο δεν ανοίγουν – κι αν τελικά ανοίξουν μπορεί να έχει μεταβληθεί σε ξίδι. Ή ότι μπορεί να έχουν δώσει εκατομμύρια για κάτι που τελικά είναι πλαστό (δεν λέω περισσότερα). Η δεύτερη ιστορία που διάβασα ήταν η συντριβή της πτήσης της PanamPan Am Flight 103 στο Λόκερμπι, μία υπόθεση που είχε μονοπωλήσει το ενδιαφέρον μας στα τέλη της δεκαετία του ’80. Το συναρπαστικό για μένα ήταν το γεγονός ότι ο συγγραφέας βρέθηκε στη Λιβύη για την έρευνά του περίπου τις ίδιες περιόδους που ήμουν κι εγώ για την επανάσταση εναντίον του Καντάφι. Η τρίτη ιστορία που έπιασα ήταν ο Άντονι Μπουρντέν, ο διάσημος για τις εξαιρετικές ντοκυμενταρίστικες εκπομπές του σεφ, ο οποίος νεότατος έδωσε τέλος στη ζωή του. Θα διαβάσετε ακόμη αν έλεγε παραμύθια αυτός που αποκάλυψε το ξέπλυμα χρημάτων σε ελβετική τράπεζα, θα μείνετε εμβρόντητοι με το προφίλ μιας serial killer, αλλά και με τον τρόπο που αναδεικνύεται η προσωπικότητα μιας δικηγόρου που υπερασπίζεται δολοφόνους.
Νίκος Καζαντζάκης, Ο Ανήφορος, Διόπτρα
«Μια λέξη πάντα, σε όλη μου τη ζωή, με τυραννούσε και με μαστίγωνε: η λέξη Ανήφορος: τον ανήφορο αυτό θα ’θελα εδώ, με αλήθεια μαζί και φαντασία, να παραστήσω και τις κόκκινες πατημασιές που άφηκε το ανηφόρισμα», έγραφε ο Καζαντζάκης στο Αναφορά στον ΓκρέκοΣτη Διόπτρα. H λέξη αυτή έγινε μυθιστόρημα, που παρέμενε ανέκδοτο 76 χρόνια και κυκλοφόρησε το 2022, στις 26 Οκτωβρίου, επέτειο θανάτου του συγγραφέα. Οι εκδόσεις Διόπτρα επανακυκλοφορούν όλα τα βιβλία του μεταφρασμένου παγκοσμίως Νεοέλληνα συγγραφέα σε μια σειρά που σχεδιάστηκε από τον Γιάννη ΚαρλόπουλοKarlopoulos&Associates | Facebook και τιμήθηκε πρόσφατα με το μεγάλο βραβείο των European Design AwardsXρυσό βραβείο στον Γιάννη Καρλόπουλο για τον σχεδιασμό των εξωφύλλων των έργων του Καζαντζάκη | Διόπτρα.
Ο Ανήφορος, ένα έργο με σαφέστατο αντιπολεμικό χαρακτήρα, γράφτηκε όσο ο Καζαντζάκης βρισκόταν στην Αγγλία, αμέσως μετά τη συγγραφή του Βίος και πολιτεία του Αλέξη ΖορμπάΒίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά | Διόπτρα και λίγο αφότου τελείωσε ο Β’ ΠΠ. Πρόκειται για την ιστορία του Κοσμά και της γυναίκας του, της εβραίας Νοεμή, που έχει βιώσει από κοντά τη φρίκη του Ολοκαυτώματος. Το ζευγάρι επιστρέφει από την Αγγλία στην Κρήτη, όπου αναμετριέται με τα «τέρατα» που έζησε το νησί κατά τη ναζιστική Κατοχή. Σε αντίθεση με το πιο διάσημο και «εξωστρεφές» μυθιστόρημά του, αυτό είναι ένα πιο μελαγχολικό έργο, που περιγράφει μια εποχή ταραγμένη, με την ανθρωπότητα να αντιμετωπίζει το συλλογικό τραύμα που άφησε πίσω του ο πόλεμος και την Ελλάδα να εισέρχεται στον δικό της εμφύλιο.
Ο Ανήφορος μού θύμισε την αγαπημένη μου ΑσκητικήΣτη Διόπτρα, γραμμένη ήδη από το 1923. Κι εδώ όλα οργανώνονται γύρω από την έννοια του χρέους: χρωστάς στην πατρίδα, τα παιδιά σου και τον πολιτισμό να αγωνιστείς για το υγιές πνεύμα και όχι για την ύλη. Ο Καζαντζάκης αναρωτιέται διαρκώς, όπως σε όλα τα βιβλία του, για τον σκοπό και τη δύναμη του ανθρώπου, για το νόημα της ζωής και της ύπαρξης: «Δεν με νοιάζει ο θάνατος, δεν με νοιάζει η φθορά: αυτή εξευτελίζει τον άνθρωπο. Αυτήν πρέπει να νικήσω».
Οι σκέψεις του για τη μεταπολεμική Ευρώπη βρίσκουν αναλογίες με τη σημερινή κατάσταση της Γηραιάς Ηπείρου, που κλυδωνίζεται από τον πόλεμο και την κρίση, περνώντας μια ακόμα κρίση, αυτή τη φορά ταυτότητας. Θα τα καταφέρει (και με ποιο τίμημα) να ανέβει τον Ανήφορο, όπως το ζευγάρι του μυθιστορήματος;
«Σκλάβοι γεννηθήκαμε και πολεμούμε όλη μας τη ζωή να γίνουμε ελεύτεροι».
Έμιλι Χένρι, Άνθρωποι που διαβάζουν στην παραλία, μετ. Μιχάλης Δελέγκος, Διόπτρα
Αν και παραδοσιακός λάτρης της sci-fi, της fantasy και της horror λογοτεχνίας, κανένα από τα βιβλία αυτών των κατηγοριών που έψαξα για το φετινό μου καλοκαιρινό «σύντροφο» δεν μου κίνησε την περιέργεια όσο η πλοκή του νέου μυθιστορήματος της Έμιλι Χένρι. Αν είσαι φαν της αισθηματικής λογοτεχνίας, τότε σίγουρα μπορείς να κρατήσεις μόνο αυτό το κομμάτι της ιστορίας και δεν θα απογοητευτείς. Αν είσαι σαν και μένα και χρειάζεσαι κάτι παραπάνω, η ιστορία έχει και ένα τόσο έντονο μετα-αφηγηματικό στοιχείο, που θα έλεγες ότι η συγγραφέας κάνει ερωτήσεις στον εαυτό της για την ίδια της την ύπαρξη.
Από πού προέρχεται η έμπνευση για να λέμε ιστορίες; Από τη ζωή μας όπως τη φανταζόμαστε; Από τη ζωή μας όπως είναι πραγματικά; Από έναν συνδυασμό των δύο; Ή από κάπου αλλού; Και από ποια πηγή αντλούμε για να γράψουμε κάτι χαρούμενο; Και ποια για κάτι λυπημένο; Τελικά γιατί μπαίνουμε καν στο κόπο να ακούσουμε, να γράψουμε ή να πούμε μια ιστορία; Tο Άνθρωποι που διαβάζουν στην παραλία εξερευνά όλα αυτά με πολύ καρδιά, χιούμορ, αλλά και μεγάλη ενσυναίσθηση προς τους χαρακτήρες.
Ακολουθώντας το ταξίδι της πρωταγωνίστριας Τζένιουαρι για να ξαναβρεί το πάθος που έχει χάσει για τη συγγραφή, τον ρομαντισμό και τη ζωή γενικότερα, βλέπεις την ίδια την Χένρι να προσπαθεί να εξορκίσει κάποιους από τους δικούς της συγγραφικούς δαίμονες. Αυτό το προσωπικό αποτύπωμα είναι που στηρίζει και τη χημεία των δύο πρωταγωνιστών, και τους επιτρέπει να γίνονται ευάλωτοι χωρίς ποτέ να γίνονται φορτικοί ή ενοχλητικοί. Η Χένρι δίνει αμεσότητα στους διαλόγους κάνοντας τους να ζωντανεύουν, και φροντίζει να δώσει, τουλάχιστον στα δικά μου μάτια, μια πολύ ζωηρή ματιά της γυναικείας ψυχοσύνθεσης.
Παράλληλα, ορισμένες κοινωνικές ανησυχίες που κρύβονται κάτω από την επιφάνεια, όπως ο βιοπορισμός από ένα καλλιτεχνικό/δημιουργικό επάγγελμα στην Αμερική των τελών της δεκαετίας του 2000 ή η απέλπιδα προσπάθεια να μην αντιμετωπίζεις τα παιδικά σου τραύματα ως νεαρός ενήλικας, αυξάνουν τα επίπεδα αλληλεπίδρασης που μπορεί να έχει κάποιος με το έργο. Όμως, πέρα από το πόσο ειρωνικό μπορεί να ακούγεται με αυτόν τον τίτλο, το Άνθρωποι που διαβάζουν στην παραλία παραμένει μια πολύ καλή επιλογή για καλοκαιρινό ανάλαφρο διάβασμα.
Φόλκερ Ούλριχ, Οκτώ μέρες του Μάη: Η τελευταία εβδομάδα του Γ΄ Ράιχ, μετ. Σίσσυ Παπαδάκη, Gutenberg
Εκείνη τη νύχτα το ραδιόφωνο έπαιζε αποσπάσματα από «Το λυκόϕως των θεών», τον «Τανχόιζερ» και το «Χρυσό του Ρήνου» του Βάγκνερ κι από την Έβδομη Συμφωνία του Μπρίκνερ, με μικρές διακοπές στα ενδιάμεσα για να ακουστεί το μήνυμα από τον ταραγμένο εκφωνητή: «Από το αρχηγείο του Φύρερ ανακοινώθηκε ότι ο Φύρερ μας, ο Αδόλφος Χίτλερ, έπεσε σήμερα το απόγευμα μαχόμενος μέχρι τελευταίας πνοής εναντίον του μπολσεβικισμού».
Τα ψέματα συνεχίζονταν, οι εναπομείναντες πιστοί στον Χίτλερ προσπαθούσαν να δικαιολογήσουν την αυτοκτονία αλλά ο γερμανικός λαός δεν ήταν σε θέση ακόμη να το γνωρίζει. Στις 30 Απριλίου του 1945 ο Κόκκινος Στρατός είχε καταλάβει το Βερολίνο δίνοντας τέλος στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο αλλά το χάος που επικρατούσε στη Γερμανία, οι συγκεχυμένες πληροφορίες, τα δραματικά γεγονότα –ιστορικά και ανθρώπινα – θα περνούσαν χρόνια για να γίνουν γνωστά, κι ίσως όχι όλα ακόμα, στο σύνολό τους.
Δεν υπάρχουν καλύτερα μυθιστορήματα «δράσης», κι ας μη θεωρηθεί μειωτικός ο όρος, από την ίδια την Ιστορία. Και οι Οκτώ μέρες του Μάη που υπογράφει ο ιστορικός και δημοσιογράφος Φόλκερ ΟύλριχVolker Ullrich, με βιογραφίες του Μπίσμαρκ, του Ναπολέοντα και του Χίτλερ, μεταξύ άλλων στο ενεργητικό του, είναι ακριβώς αυτό: Η Ιστορία γραμμένη σαν αστυνομικό μυθιστόρημα, με όλα τα στοιχεία του δράματος –τα εγκλήματα, τους νεκρούς, τις θηριωδίες, την εξαθλίωση – αλλά και περιστατικά, τεκμηριωμένα πάντα, που αφορούν ανθρώπους, ανώνυμους και επώνυμους, όπως τη Μάρλεν Ντίτριχ, τον νεαρό σοσιαλιστή Βίλλυ Μπραντ, τον Κόνραντ Αντενάουερ ή τον αιχμάλωτο πολέμου Χέλμουτ Σμιτ.
Όπως σημειώνει ο συγγραφέας, «την ίδια μέρα, που ο Αντενάουερ επανερχόταν στη θέση του δημάρχου της Κολωνίας, ένας νεαρός αξιωματικός, ο οποίος θα γινόταν επίσης καγκελάριος, ήταν φυλακισμένος σε ένα βρετανικό στρατόπεδο αιχμαλώτων στο Βέλγιο: ο Χέλμουτ Σμιτ. Και τις πρώτες μέρες του Μαΐου θα σημείωνε στο ημερολόγιό του: ‘‘Μερικοί ανακαλύπτουν τώρα ότι δεν υπήρξαν ποτέ ναζί· κάποιοι για λόγους οπορτουνισμού και άλλοι το λένε, επειδή αισθάνονται οι ίδιοι ένοχοι για τα δεινά του γερμανικού λαού’’».
Από τους πρώτους που θα έφθαναν στη Γερμανία όμως, ήταν μία εντυπωσιακή κυρία, ντυμένη με την στολή των Αμερικανών πεζικάριων. Συστήθηκε στον βρετανό υπολοχαγό Άρνολντ Χάργουελ, αναπληρωτή διοικητή του στρατοπέδου Μπέργκεν-Μπέλζεν ως «Κάπτεν Ντίτριχ» ενώ αποστολή της ήταν η αναζήτηση της αδελφής της, Λίζελ.
«Αμερικανός, της 44ης αμερικανικής Μεραρχίας Πεζικού, ο Φρεντ Σνάικερ, που επιχειρούσε στα σύνορα Βαυαρίας-Αυστρίας, είχε μείνει άναυδος όταν, το πρωί της 2ας Μαΐου, τον πλησίασε ένας Γερμανός με ποδήλατο, του συστήθηκε ως Μάγκνους ΜπράουνΒέρνερ φον Μπράουν και του είπε, ότι λίγο πιο πέρα, στα βουνά του Όμπεργιοχ βρίσκονταν οι εφευρέτες του πυραύλου V2 και ήθελαν να μιλήσουν στον στρατηγό Ντουάιτ Αϊζενχάουερ», γράφει ο Ούλριχ. Πράγματι η ομάδα των Βάλτερ ΝτόρνμπεργκερWalter Dornberger και Βέρνερ φον ΜπράουνΒέρνερ φον Μπράουν περνούσε τους τελευταίους μήνες του πολέμου ήρεμα, κάνοντας σπορ στο πολυτελές ξενοδοχείο Ίγκεμπουργκ, όπου ακούγοντας την είδηση του θανάτου του Χίτλερ θέλησαν αμέσως να παραδοθούν στον αμερικανικό στρατό. Ήταν σίγουροι ότι η τεχνογνωσία που κατείχαν θα ενδιέφερε τους Αμερικανούς. Κι όπως θα δήλωνε αργότερα από τις Ηνωμένες Πολιτείες ο Μπράουν, ποτέ δεν του πέρασε από το μυαλό ότι οι Αμερικανοί ήταν δυνατόν «να του φερθούν σαν να ήταν εγκληματίας πολέμου».
Στη σουρεαλιστική –πλην όλων των άλλων– στιγμή της Ιστορίας δεν λείπουν περιστατικά, όπως αυτό της φωτορεπόρτερ Λι Μίλερ, μαθήτριας του Μαν Ρέι, που φωτογραφήθηκε γυμνή μέσα στην μπανιέρα του Χίτλερ, με ένα πορτρέτο του δίπλα της. Ή της ομάδας των ένστολων ρωσίδων του ιατρικού σώματος του Κόκκινου Στρατού, που αναζήτησαν –και βρήκαν– στο καταφύγιο του Χίτλερ την γκαρνταρόμπα της Εύας Μπράουν.
Ένα συναρπαστικό χρονικό είναι εν τέλει αυτό το βιβλίο, που υποβοηθούμενο στα ελληνικά από την ρέουσα και ακριβέστατη μετάφραση της Σίσσυς Παπαδάκη, εκτυλίσσεται μέσα από πλήθος ημερολόγια, μαρτυρίες και ντοκουμέντα, δίνοντας την αληθινή εικόνα της χαώδους περιόδου ανάμεσα στον πόλεμο και στην ειρήνη. Άλλωστε, καθώς η Ιστορία γύριζε σελίδα, κανείς πια δεν ήταν εθνικοσοσιαλιστής στη Γερμανία.
«Κανείς δεν είναι ναζί. Κανείς δεν υπήρξε ποτέ ναζί…» παρατηρούσε η διάσημη αμερικανίδα, πολεμική ανταποκρίτρια Μάρθα Γκέλχορν Martha Gellhorn ενώ αναρωτιόταν πώς το ναζιστικό καθεστώς, το οποίο κανένας, υποτίθεται, δεν υποστήριζε, είχε καταφέρει να συνεχίζει πέντε ολόκληρα χρόνια τον πόλεμο. Εξάλλου τεράστια επιχείρηση έκδοσης πιστοποιητικών «καθαρού πολιτικού παρελθόντος» είχε αμέσως στηθεί, τα λεγόμενα «PersilscheinenPersilschein», από μια μάρκα απορρυπαντικού.
Ελίζαμπεθ Στράουτ, Όλιβ, ξανά, μετ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, Άγρα
Σε κάποιους δύσκολους καιρούς, που ίσως αισθανόμαστε ότι όλα είναι στον αέρα, είναι καλό να διαβάζεις ένα βιβλίο που επαναφέρει την πίστη σου στη ανθρωπότητα. Μια ανθρωπότητα όχι τέλεια, ούτε καν επαρκή, αλλά αντίθετα βαθιά προβληματική, χαμένη στις δικές της αναζητήσεις, γεμάτη αβεβαιότητα και ερωτηματικά. Κι ακριβώς γι αυτό, τελείως οικεία και παρηγορητική.
Αυτό είναι το σύμπαν της Ελίζαμπεθ Στράουτ, μια μικρή κοινότητα στο Μέιν των ΗΠΑ, που παρόλο που είναι γεμάτη αμερικανικά στερεότυπα, θα μπορούσε να βρίσκεται οπουδήποτε. Μια σειρά από ιστορίες, η κάθε μια της αυτόνομη, με μια λεπτή εύθραυστη κλωστή να τις διατρέχει και να τις ενώνει. Αυτή είναι τις περισσότερες φορές η Όλιβ Κίττριτζ, που ζει τη δύση της ζωής της στην κοινότητα που πάντα την περιλάμβανε, κι όμως είναι τόσο μόνη όσο και αγέρωχη, κι η καθαρότητα του πνεύματος της αλλά και oi αμφιβολίες της, την κάνουν μια κορυφαία πρωταγωνίστρια, εφάμιλλη των μεγάλων κλασικών. Σας προκαλώ να διαβάσετε αυτό το βιβλίο χωρίς να αισθανθείτε κάτι για την Όλιβ, χωρίς να δείτε κάτι από τη ζωή μας και την κοινωνία μας σε αυτήν τη δυσλειτουργική πόλη και κοινωνία του Μέιν. Οι συνηθισμένες αγωνίες, οι μεγάλοι πόνοι και οι μικρές νίκες, η ανησυχία του τι κάναμε ή όχι σωστά αλλά και η χαρά της απλής καθημερινότητας είναι η παλέτα της Στράουτ.
Και φυσικά, η αναζήτηση της αγάπης, ή τουλάχιστον της ανθρώπινης προσέγγισης, που πάνε χέρι χέρι με τον φόβο της απόρριψης. Η Όλιβ δεν έχει επισκεφθεί την εγγονή της από τότε που γεννήθηκε, κι αναρωτιέται ενδόμυχα αν την αγαπάνε τα παιδιά της, αλλά και πόσο κι αυτή τα αγαπάει. Ωστόσο περνάει ώρες σε ένα επαρχιακό καφέ να απαλύνει τις υπαρξιακές ανησυχίες μιας παλιάς μαθήτριάς της που δεν την θυμάται καν, ενώ προσφέρει την απόλυτη αφοσίωση ξεγεννώντας μια άγνωστη. Αντιφάσεις σαν κι αυτές είναι μέρος του ψυχισμού όλων των χαρακτήρων του βιβλίου, και αντί μας τους κάνουν παράξενους ή αντιπαθείς, μας καθησυχάζουν, γιατί η ματιά της συγγραφέως βουτάει βαθιά μέσα στην αδυναμία τους και τους εξιλεώνει. Εξαιρετική κι η μετάφραση της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου, που αποδίδει με τρυφερότητα κάθε πτυχή σε αυτή τη δαντέλα ανθρώπινων συναισθημάτων.
Οι καθημερινοί ήρωες της Στράουτ κουβαλάνε πολλά βαρίδια, όμως η αφοπλιστική τους διαφάνεια, και η προθυμία τους να τα μοιραστούν με κάποιους εντελώς ξένους –και ποιος είναι πιο ξένος από τον αναγνώστη;– δεν τα αφήνουν να τους παραλύσουν και να τους εξοντώσουν. Τελικά, αν κάτι μας μένει, είναι ότι δεν χρειάζεται όλα να βγάζουν νόημα, αρκεί να τολμήσουμε να κοιταχτούμε στον καθρέφτη.
Κορίν Πελλυσόν, Το μανιφέστο των ζώων: Η πολιτικοποίηση της υπεράσπισης των ζώων, Μελάνι
Τα αδέσποτα ζώα υπήρξαν ανέκαθεν ένα από τα κατατεθέν σήματα των χωρών του Νότου. Χρωματίζουν τις πόλεις μ’ έναν μοναδικό τρόπο: μια κεραμιδί γάτα ξαπλωμένη μέσα σε μια ζαρντινιέρα, μία άλλη κοιμάται πάνω σε μα καρέκλα έξω από ένα εστιατόριο, μια μαυρόασπρη στο πεζούλι του δρόμου, ένας χαρούμενος σκύλος σε μια πλατεία. Κάπως έτσι, οι χώρες αυτές έχουν εξοικειωθεί με την ύπαρξη των ζώων, ωσάν «συν-πολίτες» στην καθημερινότητα τους.
Μέσα στην καραντίνα, από τα πρώτα μελήματα, της δικιάς μου τουλάχιστον πόλης που γνωρίζω, ήταν η φροντίδα των αδέσποτων. Φωνές στα κοινωνικά δίκτυα βγήκαν σχεδόν άμεσα, θυμίζοντας μας πως αυτές οι ψυχές που μας χαρίζουν ζεστασιά καθημερινά, μας αναζητούν και μας χρειάζονται. Ένα πανελλαδικό δίκτυο ξεδιπλώθηκε με αναρτήσεις διαδρομών και φωτογραφιών διαγράφοντας τις περιοχές εκεί όπου το φαγητό είχε τακτοποιηθεί, εκεί όπου υπήρχε έλλειψη και ούτω καθεξής. Η ανθρωπιά και τρυφερότητα που δείξαμε σαν κοινωνία στα δυο αυτά δύσκολα χρόνια της Covid απέναντι στα ζώα με ξάφνιασε αλλά και μου έδωσε μεγάλη χαρά για τον συμπολίτη μου. Τα αδέσποτα έγιναν επισήμως αναπόσπαστο μέρος της κοινωνίας μας και αναγνωρίστηκε η σημασία της ύπαρξης τους ως μέρος του συνόλου μας.
Στο Μανιφέστο των Ζώων καταγράφεται η φωνή των ζώων. Όχι μόνο των αδέσποτων. Αλλά και των κατοικίδιων. Και των φυλακισμένων. Και των ελεύθερων. Μιλάει τόσο για την ευθύνη των ανθρώπων απέναντι τους όσο και για τα δικαιώματα των ιδίων. Καταγράφει με καθαρό τρόπο τον κόσμο τους σε συνάρτηση με τον δικό μας. Ξεχωρίζει πιθανές αγκυλώσεις, αδικίες, περιθώρια βελτίωσης τόσο σε θεσμικό επίπεδο όσο και σε ανθρώπινο. Θα μπορούσε κανείς να δει έναν παραλληλισμό με τις δικές μας κοινωνίες. Ακραίο; Ίσως. Αλλά όσοι έχουμε σώσει ή αγαπήσει ένα ζώο στο διάβα της ζωής μας, δεν μπορούμε παρά να προβληματιστούμε. Γιατί μια κοινωνία δίκαιη απέναντι σε κάποιον/κάτι πιο αδύναμο από τα ανθρώπινα μέλη της είναι μια πιο ανθρώπινη κοινωνία. Και ίσως την επόμενη φορά που βρεθούμε μπροστά σε κάποιο ζώο να το δούμε λίγο διαφορετικά. Και αυτό θα μας χαρίσει τη ζεστασιά του, με ένα του βλέμμα, με μια του κίνηση.
Vahit Tursun, Romeika: Karadeniz Rumcası ROMEİKA (Karadeniz Rumcası) | tozyayinlari.com (Τα ρωμέικα της Μαύρης Θάλασσας), Töz Yayınları
Λεξικό για την παραλία; Εντάξει, ίσως όχι (αν και ποτέ δεν ξέρεις), αλλά σίγουρα για τη βιβλιοθήκη σας, με πρώτους υποψήφιους α. τους Πόντιους και β. τους γλωσσολόγους, εθνολόγους ή Φιλοσοφικάριους γενικά, όσους τέλος πάντων έχουν, όπως εγώ, μεγάλη αγάπη στην ελληνική γλώσσα και την ιστορία της. Κι επειδή δεν είμαι αντικειμενική, αφού ο Βάιος είναι φίλος μου και του έχω απεριόριστη εκτίμηση για το πάθος με το οποίο σκύβει πάνω από αυτό που θεωρεί αποστολή του, τη «διάσωση» λέξεων και δομών της μητρικής του γλώσσας, θα αφήσω εδώ μεταφρασμένο το κείμενο του καθηγητή Τέντε ΚαλThede Kahl, Γερμανού εθνογλωσσολόγου-βαλκανολόγου και μέλους της Αυστριακής Ακαδημίας Επιστημών, από την εισαγωγή του βιβλίου.
«Τα ρωμέικα είναι αναμφίβολα μια γλώσσα υπό εξαφάνιση. Είναι μια από τις ελληνικές διαλέκτους που προέρχεται από την αρχαία, αναδιαμορφώθηκε τον μεσαίωνα και σώζεται μέχρι σήμερα. Ομιλούνταν κατά μήκος της νότιας ακτής της Μαύρης Θάλασσας από τον ιωνικό αποικισμό, δηλαδή από τον 7ο αιώνα π.Χ. Ενώ λέγεται «ρωμέικα» από τους ομιλητές της, είναι γνωστή ως «ρούμτζα» στα τουρκικά και «ποντιακά» στην Ελλάδα – ένας σχετικά νέος όρος που σημαίνει «ελληνικά της Μαύρης Θάλασσας».
Ο Βαχίτ Τουρσούν δεν είναι μόνο εξαιρετικά ειδικός στη δική του διάλεκτο, αλλά γνωρίζει καλά και άλλα ποντιακά ιδιώματα, καθώς και τη νεοελληνική και την τουρκική. Ο Τουρσούν προσπάθησε να συγκρίνει τη μητρική του γλώσσα αφενός με τα νεοελληνικά και αφετέρου με τα αρχαία ελληνικά, μέσα από γραμματικά παραδείγματα. Προχωρώντας παραπέρα, συγκρίνει διαφορετικά ιδιώματα του Πόντου μεταξύ τους καθώς και με άλλες ελληνικές διαλέκτους όπως τα κρητικά, τα θρακιώτικα και τα ελληνοκυπριακά.
Το αποτέλεσμα είναι μια απολύτως ξεχωριστή και εξαιρετικά πολύτιμη συλλογή γλωσσικού υλικού. Τα κείμενα συγκεντρώθηκαν από τοπικές πηγές, μεταγράφηκαν και τεκμηριώθηκαν για πρώτη φορά. Είναι μοναδικά, ανεκτίμητης αξίας ντοκουμέντα όχι μόνο για γλωσσολόγους, αλλά και για εθνολόγους, ανθρωπολόγους, ιστορικούς και λαογράφους».
Για τον Βάιο είχε γράψει στην εισαγωγή του μεγάλου λεξικού του από τα ρωμέικα στα τουρκικάΡωμαιικό – Τουρκικό Λεξικό | romeika.online ο σπουδαίος Βρετανός ελληνιστής, που πέθανε πέρυσι, Πήτερ ΜάκριτζΠήτερ Μάκριτζ: «Το λεξικό του Βαχίτ Τουρσούν είναι ένα πραγματικός θησαυρός της ποντιακής κουλτούρας. Μερικές από τις λέξεις που παρατίθενται προέρχονται από τα αρχαία ελληνικά και δεν έχουν καταγραφεί σε μελέτες οποιασδήποτε άλλης ελληνικής διαλέκτου, συμπεριλαμβανομένων των ποντιακών ελληνικών που μιλούσαν οι χριστιανοί. Μία από αυτές είναι το “ίρο” (ουράνιο τόξο), το οποίο προέρχεται από την Ίριδα, την αρχαία ελληνική θεά που συνδέθηκε με τα ουράνια τόξα […] Μια γλώσσα που απειλείται με εξαφάνιση είναι σαν ένα φυσικό είδος που κινδυνεύει […] Γι αυτό το λεξικό του Βαχίτ Τουρσούν είναι τόσο επίκαιρο. Διατηρεί το πολύτιμο θησαυροφυλάκιο του ελληνικού λεξιλογίου και γραμματικής αυτής της περιοχής και ενθαρρύνει όσους εξακολουθούν να μιλούν αυτή τη γλώσσα να συνεχίσουν να τη χρησιμοποιούν στην πλήρως αναπτυγμένη μορφή της».
Χρήστου Οικονόμου, Πες της, Πόλις
«Δεν μπορεί, στο τέλος κάτι θα γίνει». Αυτό έλεγα από μέσα μου διαβάζοντας τις 142 σελίδες του Πες της. Είναι το τελευταίο βιβλίο του τιμημένου με Κρατικό Βραβείο Διηγήματος Χρήστου Οικονόμου. Η κορύφωση που περίμενα δεν ήρθε και μάλλον εγώ έκανα λάθος. Ίσως το συγκεκριμένο να μην είναι πάντα ζητούμενο.
Το Πες της είναι οι ιστορίες μιας κούριερ που γυρνά τα μήκη και τα πλάτη της Ελλάδας. Άγνωστη μεταξύ αγνώστων κάνει αυτό που πλέον δεν κάνουμε: έστω και για λίγο, κοιτάζει τους ανθρώπους στα μάτια και επικοινωνεί. Στην post-covid εποχή, οι κούριερ είναι αναπόσπαστο κομμάτι του τρόπου που καταναλώνουμε αλλά παραμένουν αόρατοι. Στο βιβλίο αυτό, η κούριερ είναι ακριβώς το αντίθετο: μια άκρως απαραίτητη αφορμή πραγματικής – οπτικής και όχι μόνο– αλληλεπίδρασης για όσους τη συναντούν.
Πρόκειται για μια σπονδυλωτή αφήγηση. Τα λόγια μιας γυναίκας, της οποίας το όνομα δεν μαθαίνουμε ποτέ, όπως και τίποτα ουσιαστικού για εκείνη, επιχειρούν να μας μεταφέρουν μια σοφία για τις ανθρώπινες σχέσεις και για όσα είναι πανανθρώπινα: τη χαρά, τη μοναξιά, το θάνατο. Μέσα από σύντομες ιστορίες –ελάχιστες ξεπερνούν σε μέγεθος τη μια παράγραφο– και με αξιοσημείωτο ρυθμό, η αφηγήτρια μας κάνει κοινωνούς σε εκείνες τις στιγμές που παραδίνοντας ένα δέμα, γίνεται για λίγο μέρος του μικρόκοσμου των παραληπτών. Ιστορίες άλλοτε ρεαλιστικές και άλλοτε απίθανες ξεκινούν σχεδόν πάντα από το χτύπημα ενός κουδουνιού. Άνθρωποι της διπλανής πόρτας δεμένοι στα πάθη, τις αδυναμίες και τις ευαισθησίες τους τη βάζουν για λίγο στη ζωή τους σε μια προσπάθεια να νικήσουν τη μοναξιά, να μοιραστούν με μια άγνωστη εκείνα που δεν λένε σε κανέναν, για να πάρει μαζί της φεύγοντας λίγο από το βάρος που κουβαλάνε. Πολύ παραστατικά μεταφέρονται στον αναγνώστη εικόνες που συνθέτουν ένα μωσαϊκό αφηγήσεων για τη μιζέρια και το μεγαλείο της σύγχρονης ζωής, για τα αλλόκοτα χαρακτηριστικά της Ελλάδας του σήμερα, για τις πολύ μικρές και πολύ μεγάλες στιγμές των ανθρώπινων σχέσεων.
«Πες της σ’ αγαπώ πολύ και δεν θα το ξανακάνω». Αυτή είναι η φράση που φαίνεται να έδωσε τον τίτλο και επαναλαμβάνεται σε ανύποπτο χρόνο στη ροή των ιστοριών. Δεν ερμηνεύεται παρά μόνο στο τέλος. Πρόκειται για μια φράση από ένα επεισόδιο ψήγματα του οποίου παρεμβάλλονται ανάμεσα σε άλλες ιστορίες και δεν ξετυλίγεται παρά αποσπασματικά στις τελευταίες σελίδες. Το Πες της είναι μια νουβέλα συντεθειμένη από στιγμιότυπα καθημερινής ζωής που σε αφήνουν με μια αίσθηση ανολοκλήρωτου, αλλά ίσως αυτό να ήταν το ζητούμενο.
Ερνάν Ντίαζ, Παρακαταθήκη, μετ. Κάλλια Παπαδάκη, Μεταίχμιο
Κακά τα ψέματα,, δύο φορές τον χρόνο διαβάζω κάτι μόνο για να μπορώ να το προτείνω στο inside story και πέρυσι έπεφτα συνέχεια πάνω σε επαίνους για το Trust που κέρδισε το Πούλιτζερ και το Kirkus και ήταν σε όλες σχεδόν λίστες με τα βιβλία της χρονιάς (και του Ομπάμα, βεβαια) με (αρχικά) κεντρικούς ήρωες ένα ζευγάρι στη Νέα Υόρκη του 1920, τον Μπέντζαμιν που αποκτά μυθικό πλούτο στο Χρηματιστήριο και την αριστοκρατική σύζυγό του Έλεν που αποκτά στάτους ως προστάτιδα των τεχνών. Ι am a sucker για οτιδήποτε θυμίζει Φιτζέραλντ και έτσι φτάσαμε στην Παρακαταθήκη, όπως μεταφράστηκε φέτος στα ελληνικά.
Παρότι ο τίτλος του βιβλίου μεταφράστηκε σωστά (κατάθεση για φύλαξη χρημάτων, αλλά και πνευματική κληρονομιά), η λέξη trust κρύβει και ένα παιχνίδι που παίζει ο Ντίαζ με τους αναγνώστες του. Εκεί που έχεις εμπιστοσύνη στον εαυτό σου ότι έχεις καταλάβει τι είδους ιστορία διαβάζεις, όλα αλλάζουν. Θα διαβάσουμε συνολικά τέσσερις αφηγήσεις που γράφτηκαν σε τέσσερις διαφορετικές χρονικές περιόδους για την ίδια ιστορία, τέσσερα κείμενα που είναι σε διαφορετικό βαθμό ολοκληρωμένα. Το πρώτο μέρος είναι έννα μυθιστόρημα μέσα στο μυθιστόρημα, υποτίθεται το μπεστ σέλερ του 1937 με τίτλο «Ομολογίες» (στα αγγλικά Bonds, που σημαίνει και ομόλογα και δεσμοί) για τον πλουτισμό του Μπέντζαμιν, γραμμένο «με το ρεαλιστικό ύφος της παραδοσιακής αμερικανικής λογοτεχνίας του τέλους του 19ου αιώνα», κατά τον συγγραφέα φόρος τιμής σε συγγραφείς όπως η Ίντιθ Γουόρτον και ο Χένρι Τζέιμς. Το δεύτερο μέρος, μια μεγάλη ανατροπή, είναι μια ιστορική καταγραφή σε «βαρύγδουπο» ύφος που στοχεύει να διαψεύσει τα ψέματα του πρώτου μέρους. Το τρίτο μέρος «Μνήμες Απομνημονευμάτων», γραμμένο από την έτερη πρωταγωνίστρια του βιβλίου, τη γραμματέα Άιντα, έχει έναν σύγχρονο δημοσιογραφικό τόνο, α λα Τζόαν ΝτίντιονΤζόαν Ντίντιον: «Πιο cool, πεθαίνεις» ή Λίλιαν ΡοςLillian Ross (journalist). Το τέταρτο μέρος «Μελλούμενα» είναι μια συλλογή αναμνήσεων από μια γυναίκα με «μοντερνιστικό πνεύμα». Είναι μια συνεχής άσκηση συγγραφικής δεξιοτεχνίας για τον Ντίαζ (προφανώς και για τη μεταφράστρια του, Κάλλια Παπαδάκη) και μια συνεχής έκπληξη για τον αναγνώστη.
Δεν μπορώ να αποκαλύψω περισσότερα από τον φόβο των σπόιλερ, αλλά ο Guardian έγραψεTrust by Hernan Diaz review – unreliable tales of a Manhattan mogul | The Guardian ότι κεντρικό θέμα του βιβλίου είναι «οι ανατριχιαστικές ομοιότητες μεταξύ των κόσμων της λογοτεχνίας και της οικονομίας».
Bhattacharya Ananyo, Τζον φον Νόιμαν, ο άνθρωπος από το μέλλον, μετ. Σταύρος Πανέλης, Τραυλός
Ο Ούγγρος μαθηματικός Τζον φον ΝόιμανΤζον φον Νόιμαν ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς και πολυσχιδείς επιστήμονες-στοχαστές του 20ου αιώνα. Συνεισέφερε με τις ιδέες του, τα μαθηματικά του και την λογική του στην εξέλιξη της ανθρωπότητας σε υπερθετικό βαθμό, παρ’ όλο που πλέον δεν είναι σελέμπριτι επιστήμονας όπως ο Άινσταϊν ή, το τελευταίο χιτ, ο Οπενχάιμερ.
Η βιογραφία αυτή του φον Νόιμαν από τον μεθοδικό γνώστη του αντικειμένου και πολύ καλού επιστημονικού συγγραφέα Ανάνιο ΜπατατσάριαΟ λογαριασμός του στο Twitter κατορθώνει να επανορθώσει αυτή την αδικία, περιγράφοντας όσο καλύτερα μπορεί να γίνει αυτήν την τεράστια προσωπικότητα. Πολλοί από τους συνάδελφους του, για παράδειγμα, θεωρούσαν μεταξύ σοβαρού και αστείου όχι αμελητέα την πιθανότητα να πρόκειται περί ενός εξελιγμένου εξωγήινου που ήρθε από το μέλλον να μας διδάξει λίγα από τις γνώσεις της απίστευτα πιο εξελιγμένης εξωγήινης πατρίδας του. Ο Έντουαρντ Τέλερ (άλλος ένας Ούγγρος μισο-εξωγήινος) ανέφερε για αυτόν: «Ο φον Νόιμαν μπορούσε να πιάσει κουβέντα με τον 3χρονο γιο μου, και οι δυο τους έμοιαζαν να μιλάν σαν να είναι ίσοι, και καμιά φορά αναρωτιόμουν μήπως ακολουθούσε το ίδια τακτική όταν μιλούσε σε εμάς τους υπόλοιπους».
Ο Μπατατσάρια καταφέρνει με χαρακτηριστική άνεση να εξηγεί δύσκολες επιστημονικές έννοιες με τρόπο τέτοιο που να μας συνεπαίρνει. Ο φον Νόιμαν δεν του κάνει τη ζωή εύκολη, έχει ασχοληθεί –βαθιά και επιδραστικά– με πάρα πολλά επιστημονικά πεδία, όπως Μαθηματικά, Θεωρία Παιγνίων, Φυσική, Υπολογιστές και Μετεωρολογία, πάντως περισσότερα πεδία από οποιονδήποτε άλλο επιστήμονα. Την ίδια στιγμή ο Μπατατσαρία αφηγείται την ιστορία αυτού του ανθρώπου που ξεκίνησε σαν παιδί-θαύμα από τη Βουδαπέστη του Μεσοπόλεμου σε μια εύπορη αστική οικογένεια και εν μέσω πολλαπλών, παράλληλων υπαρξιακών κρίσεων, αλλά και με μοναδική εμμονή, έφτασε στην Αμερική και βρέθηκε (καθόλου τυχαία) στο επίκεντρο μερικών από τα πιο σημαντικά γεγονότα του 20ου αιώνα.
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως χωρίς αυτόν ο κόσμος μας θα ήταν διαφορετικός. Είχε σημαντική συμβολή στα θεμέλια της Κβαντομηχανικής, συνεισέφερε ουσιαστικά στο Manhattan Project/Manhattan Project, ακόμα και στη επιλογή της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι για να αφανιστούν από την ατομική βόμβα, βοήθησε στα μοντέρνα Οικονομικά και τη θεωρία του Ψυχρού Πολέμου, διατύπωσε τι είναι αλγόριθμος και δημιούργησε τον πρώτο προγραμματιζόμενο ηλεκτρονικό υπολογιστή, ασχολήθηκε με την νανοτεχνολογία και πέθανε μόλις 54 ετών! Να σημειώσω πως όλα αυτά τα επιτεύγματα που περιγράφω, είναι τα εύκολα να περιγραφούν με λίγα λόγια. Έχει ασχοληθεί και έχει καταφέρει πολλά ακόμα, που πρέπει να διαβάσετε το βιβλίο για να τα πιάσετε, εσείς (κι εμείς) οι κοινοί θνητοί από τον πλανήτη Γη.
Ο Μπατατσάρια μας παίρνει από το χέρι όπου χρειάζεται αλλά κυρίως είναι μαζί μας, οδηγός στο ταξίδι για να γνωρίσουμε αυτήν τη συναρπαστική προσωπικότητα και την ατμόσφαιρα μιας σημαντικής περιόδου της επιστήμης.
Τόβε Ντιτλέουσεν, Η τριλογία της Κοπεγχάγης: Παιδική ηλικία / Νιάτα / Εξάρτηση, μετ. Κατερίνα Σχινά, Πατάκης
«Ο πατέρας μου είχε φύγει για τη δουλειά και ο αδερφός μου ήταν στο σχολείο. Έτσι, η μητέρα μου ήταν μόνη, παρόλο που ήμουν εκεί, κι αν έμενα εντελώς ασάλευτη και δεν έλεγα λέξη, η απομακρυσμένη ηρεμία της ανεξιχνίαστης καρδιάς της θα διαρκούσε ώσπου να προχωρήσει το πρωί και να την υποχρεώσει να βγει και να ψωνίσει στην οδό Ίστεντ όπως κάθε κοινή νοικοκυρά». Όταν ανακαλεί τον πεντάχρονο εαυτό της, η Τόβε Ντιτλέουσεν είναι πια πενήντα ετών και μια από τις πιο πετυχημένες συγγραφείς της πατρίδας της.
Η περιγραφή της μητέρας είναι το σκοτεινό δωμάτιο μέσα από το οποίο η Ντιτλέουσεν περνάει τον αναγνώστη, σαν να του αποκαλύπτει ένα μυστικό που θα φωτίσει στη συνέχεια τη ζωή της, που αφηγείται στην Τριλογίας της Κοπεγχάγης. Στον μικρόκοσμο της συνοικίας του Βέστερμπρο, όπου η Ντιτλέουσεν μεγαλώνει λίγο μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι άντρες είναι τυχεροί όταν έχουν δουλειά κι οι γυναίκες όταν έχουν έναν άντρα που δεν πίνει. Σε αυτόν τον σκληρό κόσμο, η μικρή δεν μπορεί να πιαστεί ούτε από το χέρι της κυκλοθυμικής μητέρας. Έτσι θα αναζητήσει αλλού καθοδήγηση για να εξερευνήσει με κάποια ασφάλεια τον κόσμο.
Από πολύ νωρίς, η Τόβε γραπώνεται από τις λέξεις. «Μετέφερα εγώ τα φλιτζάνια στην κουζίνα, και μέσα μου μακρόσυρτες, μυστηριώδεις λέξεις άρχιζαν να τυλίγουν την ψυχή μου σαν προστατευτική μεμβράνη. Ένα τραγούδι, ένα ποίημα, κάτι καθησυχαστικό, ρυθμικό και τρομερά στοχαστικό, αλλά ποτέ ανησυχητικό ή θλιβερό, αφού το γνώριζα πως η υπόλοιπη μέρα μου θα ήταν θλιβερή κι ανησυχητική. Όταν αυτά τα ανάλαφρα κύματα από λέξεις κυλούσαν μέσα μου, ήξερα ότι η μητέρα μου δεν μπορούσε να μου κάνει τίποτε πια, επειδή είχε πάψει να είναι σημαντική για μένα». Πολύ νωρίς στη ζωή της η Τόβε αποφασίζει ότι θα γίνει ποιήτρια, ότι είναι ήδη ποιήτρια – αυτή, κόρη ενός πατέρα που διατείνεται ότι οι γυναίκες δεν γράφουν ποιήματα και μιας μητέρας που χλευάζει τα βιβλία, σίγουρη πως γράφουν μόνο ψέματα.
Έτσι φαντάζεται το μέλλον της κι η Τόβε – με τη διαφορά πως θα γράφει ποίηση. Τίποτε δεν την πτοεί. Είναι 14 ετών όταν της λένε ότι δεν θα συνεχίσει το σχολείο. Στενοχωριέται, αλλά δεν εξεγείρεται. Πιάνει τη μια δουλειά μετά την άλλη για να συνεισφέρει στα οικογενειακά έξοδα, γράφει κρυφά ποίηση και περιμένει να κλείσει τα 18 για να βάλει σε εφαρμογή το σχέδιό της: Θα φύγει από το σπίτι και θα πάει να μείνει μόνη της, για να γράφει. Όταν έρχεται η ώρα, το κάνει με συνοπτικές διαδικασίες. Αγοράζει γραφομηχανή και ρίχνεται στο γράψιμο. Τώρα έχει αποκτήσει το δικό της δωμάτιο.
Είναι γύρω στα 20 όταν θα παντρευτεί έναν άντρα με σταθερό μισθό, όπως το ήθελε η μητέρα της, αλλά πρόκειται για τον εκδότη ενός μικρού λογοτεχνικού περιοδικού που την περνάει 30 χρόνια. Εραστές δεν θα γίνουν ποτέ, θα την βοηθήσει όμως να εκδώσει την πρώτη της ποιητική συλλογή. Στα επόμενα χρόνια θα χωρίσει, θα έχει πολλούς εραστές αλλά λίγους έρωτες, θα παντρευτεί ξανά και ξανά, θα αποκτήσει παιδί, θα γνωρίσει μεγάλη επιτυχία και αναγνώριση, αλλά θα περάσει και χρόνια βουτηγμένη στην εξάρτηση από τα ναρκωτικά.
Η Τόβε Ντιτλέουσεν ξεγυμνώνεται με αθωότητα, αυτοπεποίθηση, χιούμορ κι αίσθημα εμπιστοσύνης στον συγγραφικό εαυτό της. Αυτοβιογραφείται με βλέμμα ουδέτερου παρατηρητή, προσεκτική σκηνοθεσία και φροντίδα στον ρυθμό της αφήγησης Μπορεί κανείς να διαβάσει την τριλογία σαν το πορτρέτο μιας ποιήτριας στις αρχές του 20ου αιώνα, σαν την συναρπαστική ιστορία μιας γυναίκας που ζώντας σε ταραγμένους καιρούς, σε έναν κόσμο αφάνταστα σκληρό, αναγνώρισε και κυνήγησε την επιθυμία της.
Daron Acemoglu & Simon Johnson, Power and Progress, Basic Books
Ζούμε σε μία εποχή θεοποίησης της τεχνολογίας. Τα τεράστια επιτεύγματά της –από το iPhone και το ChatGPT ως την αποκωδικοποίηση του γονιδιώματος και τα εμβόλια mRNA– έχουν εδραιώσει την πεποίθηση ότι η ολοένα και πιο ραγδαία εξέλιξή της είναι συνώνυμη με την πρόοδο. Στο Power and Progress, δύο κορυφαίοι οικονομολόγοι του MIT, ο Ντάρον Ατζέμογλου και ο Σάιμον Τζόνσον, επιχειρούν να ανατινάξουν αυτόν τον μύθο.
Δεν είναι η πρώτη φορά που οι δύο καθηγητές παρεμβαίνουν δυναμικά στο δημόσιο διάλογο. Ο Ατζέμογλου ήταν ο συγγραφέας, μαζί με τον Τζέιμς Ρόμπινσον, του Why Nations FailWhy Nations Fail, ενός βιβλίου που άσκησε τεράστια επιρροή με τη θεωρία του περί των πολιτικών και οικονομικών θεσμών ως του βασικού παράγοντα – αντί της κουλτούρας ή της γεωγραφίας – που κρίνει τις προοπτικές ευημερίας μιας χώρας. Ο Τζόνσον στο 13 BankersYour Money, Their Pockets | The New York Times ανέλυσε (μαζί με τον Τζέιμς Κβακ) τα αίτια της αμερικανικής τραπεζικής κρίσης του 2007-9 και τους λόγους για τους οποίους το ρυθμιστικό πλαίσιο που ψηφίστηκε στον απόηχό της ήταν ανεπαρκές.
Όπως καταδεικνύουν ενδελεχώς οι δύο καθηγητές στις 500 και πλέον σελίδες του Power and Progress, εξετάζοντας την ιστορία των τελευταίων χιλίων ετών (και ενίοτε κοιτάζοντας ακόμα παλαιότερα), η αναβάθμιση της τεχνολογίας δεν μεταφράζεται αυτόματα σε βελτίωση του βιοτικού επίπεδου για την πλειοψηφία του πληθυσμού. Αναφέρονται στον Μεσαίωνα, όταν οι τεχνολογικές βελτιώσεις στην αγροτική παραγωγή ωφέλησαν τη θρησκευτική ελίτ και την αριστοκρατία αφήνοντας τους απλούς χωρικούς στην ίδια ή και χειρότερη κατάσταση. Ανατρέχουν στις άθλιες συνθήκες εργασίας για τη μεγάλη μάζα των εργατών στα πρώτα 100 χρόνια της εκβιομηχάνισης στην Αγγλία. Και εστιάζουν ειδικά στη σημερινή εποχή, στην οποία η έκρηξη των «εκθετικών τεχνολογιών» παράγει αμύθητα πλούτη για τους ιδρυτές και τους CEOs της Big Tech, αλλά παράλληλα κουτσουρεύει τις θέσεις εργασίας (λόγω αυτοματοποίησης), αυξάνει την ανισότητα, διαλύει κάθε έννοια ιδιωτικότητας και καταλήγει να υπονομεύει την ίδια τη δημοκρατία.
Οι συγγραφείς δεν είναι απαισιόδοξοι. Όπως δεν θεωρούν αυτόματη τη σχέση τεχνολογικής εξέλιξης και προόδου, αντίστοιχα δεν πιστεύουν ότι οι νέες τεχνολογίες οδηγούν νομοτελειακά σε κοινωνική οπισθοδρόμηση. Υπενθυμίζουν όμως –και είναι πολύ χρήσιμο αυτό σε αυτήν την εποχής της διολίσθησης της δημοκρατίας διεθνώς– ότι η χαλιναγώγηση της τεχνολογίας υπέρ των πολλών απαιτεί πολιτική κινητοποίηση και αγώνες για νέες πολιτικές, που θα επιτρέψουν τη λιγότερο άνιση κατανομή των οφελών της.
Ζαν ντε λα Βιλ, Οι Κυριακές του Ζαν Ντεζέρ, μετ. Μαρτίνα Ασκητοπούλου, Αντίποδες
«Οι γλάροι πετούσαν ασταμάτητα με μια κραυγή όμοια με τρομπέτα μικρού παιδιού, αληθινά απελπιστική.
– Πού θα πάνε αν τους αφήσουμε ελεύθερους;
– Ω! όχι πολύ μακριά. Άπαξ και συνηθίσει κανείς να κάνει κύκλους, πιστέψτε με, αυτό θα κάνει για μια ζωή. Κάτι ξέρω κι εγώ.»
Πράγματι, ο Ζαν Ντεζέρ, ο ήρωας αυτής της γλυκόπικρης ιστορίας, ξέρει καλά από κύκλους. Το πέρασμά του από τούτον εδώ τον κόσμο είναι μια μονότονα επαναλαμβανόμενη τροχιά γύρω από εκείνο που συνηθίζουμε να αποκαλούμε ζωή. Όλη την εβδομάδα είναι ένας αξιοπρεπής υπάλληλος και τις Κυριακές περιπλανιέται στο Παρίσι της Μπελ Επόκ, το οποίο όμως στα μάτια του δεν έχει τίποτα το συναρπαστικό. Εξάλλου, ακόμα και οι περιπλανήσεις του ακολουθούν ένα αυστηρό πρωτόκολλο, καθώς κάθε απόδραση από την προαποφασισμένη μονοτονία είναι εκτός συζήτησης. Κάποια Κυριακή, αποφασίζει να κάνει ό,τι τον προτρέπουν τα διαφημιστικά φυλλάδια που δίχως λόγο μαζεύει. Κάποια άλλη γνωρίζει τυχαία την επιπόλαια Ελβίρ και ζει μαζί της έναν δίχως εξάρσεις έρωτα για μερικές Κυριακές. Και, όταν κάποια στιγμή μπαίνει στο τραπέζι η σκέψη της αυτοκτονίας, επιλέγει να την πραγματοποιήσει Κυριακή, ώστε να μη διαταράξει μια εργάσιμη μέρα.
«Αυτή η παραιτημένη απελπισία, η οικονομία μια επιθυμίας που συνεχώς αυτοακυρώνεται και μιας απόλαυσης που αποδεικνύεται πάντοτε κατώτερη των προσδοκιών, η δήθεν ορθολογική οργάνωση του ελεύθερου χρόνου με βάση τις προσφορές της αγοράς, είναι ανάμεσα στα στοιχεία που κάνουν το έργο του ντε Λα Βιλ σχεδόν σύγχρονό μας» γράφει ο Κώστας Σπαθουράκης στο επίμετρο της έκδοσης. Το βέβαιο είναι ότι ο συγγραφέας αυτού του μικρού αριστουργήματος, ο οποίος εργάστηκε σαν κατώτατος δημόσιος υπάλληλος στο Παρίσι των αρχών του 20ου αιώνα και πέθανε στα είκοσι οκτώ του χρόνια σε μια από τις πρώτες μάχες του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, πρόλαβε στη σύντομη ζωή του να αφήσει πίσω του έναν διαχρονικά κωμικοτραγικό λογοτεχνικό ήρωα που μας μένει αξέχαστος – ίσως γιατί μας είναι εξαιρετικά οικείος.
Laurent Richard & Sandrine Rigaud, Pegasus, Pan Macmillan
To Pegasus ProjectThe Pegasus Project | Forbidden Stories δεν χρειάζεται συστάσεις στις σελίδες του inside story. Είναι η μοναδική ιστορία του πως μια διεθνής κοινοπραξία δημοσιογράφων αποκάλυψε το καλοκαίρι του 2021 ότι το πανίσχυρο κακόβουλο λογισμικό Pegasus, προϊόν της ισραηλινής NSO Group, χρησιμοποιούνταν από απολυταρχικά καθεστώτα για την παρακολούθηση χιλιάδων αθώων ανθρώπων σε όλο τον κόσμο: αρχηγών κρατών, διπλωματών, ακτιβιστών, δικηγόρων, πολιτικών της αντιπολίτευσης και σχεδόν 200 δημοσιογράφων από 24 χώρες.
Το βιβλίο είναι γραμμένο από τους πρωταγωνιστές των αποκαλύψεων, τους ερευνητές δημοσιογράφους Λοράν Ρισάρντ και Σαντρίν Ριγκό του γαλλικού οργανισμού Forbidden Stories, οι οποίοι, με τη στήριξη του τεχνικού τμήματος της Διεθνούς Αμνηστίας, δημοσιοποίησαν το σκάνδαλο, ενώ προηγουμένως είχαν λάβει μια λίστα με 50.000 αριθμούς κινητών τηλεφώνων, συμπεριλαμβανομένων αυτών του Γάλλου προέδρου Εμανουέλ ΜακρόνPegasus: French President Macron identified as spyware target | BBC, του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Σαρλ Μισέλ, του βασιλιά του Μαρόκου Μοχάμετ ΣΤ’, αλλά και του δολοφονημένου Σαουδάραβα δημοσιογράφου Τζαμάλ ΚασόγκιJamal Khashoggi.
Σκοπός τους ήταν να αποδείξουν την εμπλοκή της NSO, το οποίο και κατάφεραν, αν και η ίδια ακόμα αρνείται να λογοδοτήσει για τον τρόπο με τον οποίο γίνεται κατάχρηση του προϊόντος της.
Το Pegasus δείχνει –από μέσα– τον τρόπο που στήθηκε με απόλυτη μυστικότητα μια διεθνής δημοσιογραφική ομάδα με την συμμετοχή μέσων ενημέρωσης από όλο τον κόσμο, όπως Guardian, Le Monde, Süddeutsche Zeitung, Washington Post, OCCRP και Haaretz, τις προκλήσεις της έρευνας, τις δυσκολίες που προέκυψαν και πως αυτές ξεπεράστηκαν (χαρακτηριστικό παράδειγμα ότι απαιτήθηκε μετεγκατάσταση βασικών συντελεστών της ομάδας κάτω από τον φόβο επιθέσεων και αντιποίνων).
Μέσα από το πρίσμα των μεταγενέστερων αποκαλύψεων της χρήσης του εξίσου ισχυρού –αν και φθηνότερου– κακόβουλου λογισμικού Predator στην Ελλάδα κατά δημοσιογράφων, πολιτικών και άλλων σημαντικών προσώπων του δημόσιου βίου, το βιβλίο δείχνει την παγκόσμια έκταση του φαινομένου των παρακολουθήσεων, την άνθιση της βιομηχανίας spyware και τις επιπτώσεις για την ιδιωτικότητα, τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ελευθερία του λόγου και τη δημοκρατία.
Επίκαιρο, απαραίτητο και καθηλωτικό ανάγνωσμα.
Πάκο Ιγκνάσιο Τάιμπο ΙΙ, Μια εύκολη υπόθεση, μετ. Δήμητρα Σταυρίδου, Έρμα
«Ο Έκτορ Μπελασκοαράν Σάυν ήταν Μεξικάνος, συνεπώς το παράλογο δεν τον τρόμαζε. Ήταν Μεξικάνος και μονόφθαλμος, άρα έβλεπε τα μισά απ’ όσα έβλεπαν οι άλλοι Μεξικάνοι, όμως με καλύτερη εστίαση». Έτσι περιγράφει τον ανεξάρτητο αστυνομικό, αντιήρωά του ο Ισπανο-Μεξικανός Πάκο Ιγκνάσιο Τάιμπο ΙΙ στο βιβλίο του Ανήσυχοι νεκροίΣτις εκδόσεις Άγρα. Σε μεταγενέστερη συνέντευξή του, ο συγγραφέας θα πει πως ο Σάυν «είναι γιος Βάσκου ναυτικού και μιας Ιρλανδέζας φολκ τραγουδίστριας […] Όταν τον δημιούργησα ήθελα κάποιον να λειτουργεί μαζί του ως συνομιλητής. Οπότε έβαλα τον υδραυλικό Γκόμεζ Λέτρας, μετά έναν ταπετσέρη και μετά, στο αποκορύφωμα της τρέλας, έναν ειδικό σε θέματα απολύμανσης, που μου επιτρέπουν μια διαρκή αντίστιξη της καθημερινότητας με τις χίμαιρες και τις ανησυχίες του ντετέκτιβ».
Στο Μια εύκολη υπόθεση, το δεύτερο μυθιστόρημα του Τάιμπο με τον συγκεκριμένο ήρωα, γραμμένο το 1977, αυτή η σύντηξη καθημερινής τρέλας και ουτοπικού ιδεαλισμού τέμνεται με τον απόηχο των φοιτητικών κινητοποιήσεων του 1968. Ο Σάυν δεν έχει χάσει ακόμα το ένα μάτι του, πενθεί για τον πρόσφατο θάνατο της μητέρας του, έχει μόλις πληροφορηθεί λεπτομέρειες για την κρυφή ζωή του πατέρα του και είναι ερωτευμένος με το «κορίτσι με την αλογοουρά», όταν αναλαμβάνει ταυτόχρονα τρεις, φαινομενικά «φυγόκεντρες», υποθέσεις: να εξιχνιάσει τη δολοφονία ενός μηχανικού σε εργοστάσιο όπου εξελίσσεται σφοδρή σύγκρουση ανάμεσα στους ιδιοκτήτες και τους απεργούς εργαζομένους, να εντοπίσει αυτόν που απειλεί τη ζωή της έφηβης κόρης μιας πρώην σταρ ταινιών σαπουνόπερας και να ερευνήσει τη βασιμότητα των πληροφοριών ότι ο ηγέτης της Μεξικανικής Επανάστασης, Εμιλιάνο Ζαπάτα, ζει κρυμμένος σε μια σπηλιά κοντά στην Πόλη του Μεξικού.
Ο Ανδρέας Αποστολίδης στην εξαιρετική μελέτη Λάτιν ΝουάρΣτις εκδόσεις Άγρα (Άγρα, 2021), που κυκλοφόρησε παράλληλα με το ομότιτλο ντοκιμαντέρ τοΣτην Anemonυ, χαρακτηρίζει τον Τάιμπο «ψυχή του λάτιν νουάρ» (ή novela negra), (υπο)είδος της αστυνομικής λογοτεχνίας που συναιρεί στοιχεία του παραδοσιακού αμερικανικού hard boiled μυθιστορήματος με το έντονο αποτύπωμα της (τοπικής) ιστορίας και ορισμένα (αχνά, είναι η αλήθεια) μοτίβα του «μαγικού ρεαλισμού».
Και σε αυτό το μυθιστόρημα, παρουσιάζονται με διαύγεια όλα τα χαρακτηριστικά που τοποθετούν τον Τάιμπο στους σημαντικότερους εκπροσώπους της λατινοαμερικανικής αστυνομικής λογοτεχνίας: υπόδειγμα ρυθμικής αίσθησης, ρεαλιστική επιφάνεια με λυρικό υπόστρωμα, κοφτερή ματιά στους βαθύτερους πολιτικοκοινωνικούς σχηματισμούς της χώρας, πνευματώδης σαρκασμός και ασκήσεις μαύρου χιούμορ. Μια, σίγουρα, δύσκολη «αποστολή» για τη μεταφράστρια Δήμητρα Σταυρίδου, που εντούτοις ανταποκρίθηκε στις απαιτήσεις του κειμένου με υψηλό φρόνημα.
Ελευθερία Κόλλια, Στα χρόνια του Χρήστου Λαμπράκη: Μαρτυρίες και για αφηγήσεις για τον δημοσιογραφικό οργανισμό Λαμπράκη 1957-2017, Πατάκης
Το βιβλίο της Ελευθερίας Κόλλια είναι ένα τολμηρό, τίμιο και απαραίτητο βιβλίο για το σημαντικότερο εκδοτικό συγκρότημα της γενιάς μας και κάθε μεταπολεμικής γενιάς. Τολμηρό γιατί σκιαγραφεί την άνοδο και την πτώση χωρίς φόβο και πάθος, τίμιο διότι οι 60 μαρτυρίες των ανθρώπων που εργάστηκαν για τον Χρήστο Λαμπράκη ή συνεργάσθηκαν μαζί του συνθέτει ένα πολυφωνικό πλήθος που φτάνουν στις όχθες της Χρήστου Λαδά σε κύματα μετά τον πόλεμο, μετά τη μεταπολίτευση, μετά τη διάσπαση του ΚΚΕ. Καταγράφει μέσα από τις αφηγήσεις του Παντελή Καψή και του Άγγελου Στάγκου τη διαφορετική εργασιακή κουλτούρα του συγκροτήματος. Ο Στάγκος λέει ότι ήταν «μύθος τα περί παρεμβάσεων» και τονίζει ότι «αν γινόταν, γινόταν με πολύ έμμεσο τρόπο και πολύ σπάνια, και πάντως όχι επί Καραπαναγιώτη». Ο Καψής λέει ότι η τήρηση των κανόνων της δεοντολογίας ήταν «δομικό στοιχείο της κουλτούρας του ΔΟΛ… Υπήρχε μία αίσθηση σοβαρότητας πώς ό,τι κάνουμε έχει σημασία και μετράει». Ο Γιάννης Καρτάλης πάντως θυμάται μία περίπτωση που ο Λαμπράκης πήρε ξεκάθαρα θέση στέλνοντας τους συντάκτες να βάλουν αφίσες με ελικόπτερα που είχε νοικιάσει στο δημοψήφισμα του 1974.
Από την άλλη, ο Αντώνης Παπαγιαννίδης δεν παραλείπει να σημειώσει ότι ο Νίκος Θέμελης, διευθυντής του γραφείου του πρώην πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη, του θύμιζε ότι ο Σημίτης εξελέγη εν ονόματι της τήρησης των ευρωπαϊκών κανόνων που ο ΔΟΛ δια της ηγεσίας του ζητούσε από το τραπεζικό σύστημα να παραβιάσει.
Η παρακμή του συγκροτήματος άρχισε με την έκρηξη του χρηματιστηρίου. Ο Γρηγόρης Νικολόπουλος ενθάρρυνε τους συναδέλφους του να πουλήσουν στα ψηλά. «Θα εισέπρατταν δέκα με είκοσι φορές το εφάπαξ τους. Κανείς δέν πούλησε, όλοι κράτησαν τις μετοχές επειδή τους τις είχε κάνει δώρο ο Λαμπράκης. Τα διοικητικά στελέχη, λοιπόν, έβγαλαν πολλά λεφτά εκείνη την εποχή, οι δημοσιογράφοι τίποτα». Στις πρώτες σελίδες του βιβλίου της η Ελευθερία Κόλλια παραθέτει ένα ρητό του δημοσιογράφου Σέρ Χαρολντ Έβανς, διευθυντή των Sunday Times: «Οι εφημερίδες δεν είναι μόνο προσωπικές ιδιοκτησίες, αλλά δημόσια αγαθά».
Rory Carroll, Killing Thatcher: The IRA, the Manhunt and the Long War on the Crown, Mudlark
Στην πρώτη ανάγνωση ο τίτλος μου φάνηκε συμβολικός. Συνειρμικά σκέφτηκα την ταινία The Assassination of Richard Nixon όπου ο πραγματικός Νίξον λίγη, έως καμία σχέση δεν είχε με το ψυχολογικό δράμα του κεντρικού ήρωα. Αλλά εδώ ο συγγραφέας Ρόρι Κάρολ διηγείται την πραγματική ιστορία του Πάτρικ Μαγκί, βομβιστή του IRA και υπεύθυνου για τη βομβιστική επίθεση σε βάρος της Μάργκαρετ Θάτσερ στις 12 Οκτωβρίου 1984. Η Θάτσερ γλίτωσε, αλλά στο τσακ και από καθαρή τύχη. «Ήμασταν άτυχοι μία φορά, αλλά θυμήσου, εσύ πρέπει να είσαι τυχερή συνέχεια», έγραψε ο IRA στην προκήρυξή του την επόμενη της επίθεσης.
Το βιβλίο του Κάρολ είναι ένα συναρπαστικό πολιτικό και αστυνομικό θρίλερKilling Thatcher by Rory Carroll review — inside story of the Brighton bomb | Τhe Sunday Times. Αναπαριστά το διχαστικό κλίμα της εποχής, περιγράφει με λεπτομέρειες την προετοιμασία του χτυπήματος και το κυνηγητό της αστυνομίας για τον εντοπισμό των δραστών. 416 σελίδες που φεύγουν γρήγορα σε ένα βιβλίο που διεκδικεί ήδη τον τίτλο του βιβλίου της χρονιάς στα πολιτικά περιοδικά και εφημερίδες της Βρετανίας.
Νικόλας Ζηργάνος, Επιχείρηση «Νόστος»: Ένα χρυσό στεφάνι και μια κόρη για τον Αλέξη Καρρά, Τόπος
«Μία από τις μεγαλύτερες υποθέσεις αρχαιοκαπηλίας, που έχουν απασχολήσει τις διωκτικές αρχές της χώρας μας και με διεθνείς μάλιστα προεκτάσεις, βρίσκεται υπό διερεύνηση τις τελευταίες ημέρες. Έπειτα από εφόδους της αστυνομίας σε σπίτι στο Ψυχικό και σε βίλα στη Σχοινούσα –ιδιοκτησίας Ελληνίδας αιγυπτιώτικης καταγωγής, μέλους εφοπλιστικής οικογένειας– βρέθηκαν και κατασχέθηκαν δεκάδες αντικείμενα αρχαιολογικής αξίας, των οποίων η καταγραφή βρισκόταν σε εξέλιξη μέχρι αργά χθες. Στη Σχοινούσα μετέβη κλιμάκιο αρχαιολόγων του υπουργείου Πολιτισμού, που αναμένεται σήμερα να ολοκληρώσει την εξέταση και αξιολόγηση των ευρημάτων, μεταξύ των οποίων και τμήματα ναού. Σύμφωνα με έγκυρες πηγές, η υπόθεση μπορεί να λάβει απρόβλεπτες διαστάσεις, καθώς τα ευρήματα συνδέονται πιθανότατα με τη συλλογή των εμπόρων αρχαιοτήτων Σάιμς-Μιχαηλίδη, τα ονόματα των οποίων συσχετίσθηκαν πρόσφατα με το σκάνδαλο των συλλογών του μουσείου Γκετί και την εμπλοκή της πρώην εφόρου του μουσείου, Μάριον Τρου, με διεθνή κυκλώματα αρχαιοκαπηλίας», έγραφε στις 14 Απριλίου 2006 η Καθημερινή.
«Η υπόθεση ερευνάται εάν σχετίζεται με το σκάνδαλο του μουσείου Γκετί που αποκάλυψε τον περασμένο Οκτώβριο η Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, καθώς οι κατασχέσεις των αρχαίων έγιναν στις κατοικίες που ανήκουν στην αδελφή εφοπλιστή, ο οποίος σκοτώθηκε σε τροχαίο το 1999 στην Ιταλία. Το πρόσωπο αυτό φερόταν ως προμηθευτής αρχαίων στο διάσημο μουσείο του Λος Άντζελες και ως συνεταίρος του Αμερικανού εμπόρου αρχαιοτήτων, Ρόμπιν Σάιμς», διαβάζουμε την ίδια ημέρα στην Ελευθεροτυπία.
Την αποκάλυψη μίας από τις μεγαλύτερες υποθέσεις αρχαιοκαπηλίας διεθνώς την οφείλουμε στην επίμονη έρευνά του δημοσιογράφου Νικόλα Ζηργάνου και τα δημοσιεύματά του στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία. Δεκαεπτά χρόνια μετά, ο καλός συνάδελφος, «ο επίμονος κυνηγός των αρχαιοκάπηλων», όπως τον ονόμασαν σε πρόσφατη συνέντευξή του, επιστρέφει στον «τόπο του εγκλήματος» με ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, το πρώτο του, με κεντρικό χαρακτήρα τον δημοσιογράφο «Αλέξη Καρρά». Η Επιχείρηση «Νόστος» είναι ένα μυθιστόρημα «για την αρχαιοκαπηλία, τη σκοτεινή πλευρά της Ασφάλειας, τη διαπλοκή των λαμπερών μίντια και το ημίφως των μπαρ της Αθήνας». «Ό,τι γράφουμε συνέβη. Τίποτα δεν συνέβη όπως το γράφουμε» γράφει στις πρώτες σελίδες αυτού του συναρπαστικού βιβλίου που ακροβατεί αριστοτεχνικά ανάμεσα στη μυθοπλασία και το ρεπορτάζ.
Αλεξάνδρα Κ*, Πράγματα που σκέφτεται η παρθένος Μαρία καπνίζοντας κρυφά στο μπάνιο, Πατάκης
Ένα βιβλίο με επίκεντρο τις γυναίκες. 20 διηγήματα με μνήμες γυναικών, κρυφές σκέψεις, κορίτσια με καλπάζουσα φαντασία, γυναίκες που παρατηρούν, γυναίκες που μονολογούν… Διηγήματα που διαβάζεις και είναι σαν να ακούς τις σκέψεις σου ή γυναικών που γνωρίζεις, κάποιες τόσο γνώριμες άλλες τόσο εξωπραγματικές που ίσως όμως να είχες κάνει πριν χρόνια ή σαν παιδί, ίσως να μην θυμάσαι. Ίσως και να έπρεπε να τις είχες κάνει αν δεν έχει τύχει. Ιστορίες που κάνουν να αμφιβάλλεις την κάθε λέξη, αναρωτιέσαι αν κατάλαβες καλά και διαβάζεις ξανά το ίδιο διήγημα για να ανακαλύψεις μια άλλη ερμηνεία των σκέψεων ή των εικόνων, και μετά άλλη μία, κάθε φορά όμως σε κυριεύει η ίδια λαχτάρα να γνωρίσεις τις περίπλοκες αλλά τόσο αληθινές προσωπικότητες που κρύβουν οι σελίδες.
Η απολαυστική κινηματογραφική ματιά της Αλεξάνδρα Κ* μέσα σε μερικές και μόνο γραμμές σε ταξιδεύουν κάθε φορά με ταχύτητα του φωτός σε έναν ολοκαίνουριο κόσμο όπου τα πράγματα μπορεί να ακροβατούν μεταξύ του σκληρού ρεαλισμού αλλά και του σουρεαλισμού, ιστορίες μιας άλλης εποχής αλλά και σύγχρονες. Θα καταφέρει το μικρό κορίτσι να θάψει ζωντανό τον στρατηγό-πατέρα που έχει απέναντι της αφού του έχει σκίσει τα γαλόνια από την στολή; Γιατί τελικά η νεαρή γυναίκα με τον τόσο τέλειο γκόμενο πηγαίνει στον Ψυ της με κρίσεις πανικού; Τι λένε οι ηλικιωμένες κυρίες στη σκάλα της πολυκατοικίας πέρα από το ότι ο πεθαμένος άνδρας της μίας τής μιλάει μέσα από τον απορροφητήρα; Γιατί κλαίει στο τηλέφωνο η μητέρα της μικρής μιλώντας στα γαλλικά; Αν ψάχνετε ένα βιβλίο με σύντομες ιστορίες που διαβάζονται γρήγορα αλλά δίνουν τροφή για πολλή σκέψη όταν κοιτάτε τη θάλασσα/συζητάτε με την παρέα σας, η τόσο φρέσκια φεμινιστική ματιά της Αλεξάνδρας Κ* το προσφέρει απλόχερα.








