Το τρίγωνο Κίνας – Ρωσίας – Ιράν & η σημασία του για τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή

* Αλέξανδρος Παπαμιχαλόπουλος, Πολιτικός Επιστήμονας – Η ανάλυση περιλαμβάνεται στο 19ο Δελτίο Διεθνών & Ευρωπαϊκών Εξελίξεων του ΕΝΑ

Στις 21 Μαρτίου 2024 ο εκπρόσωπος του στηριζόμενου από το Ιράν καθεστώτος των Χούθι ανακοίνωσε ότι, κατόπιν διπλωματικών διαλόγων που έλαβαν χώρα στο Ομάν μεταξύ Ρωσίας, Κίνας και των Χούθι, συμφωνήθηκε η ασφαλής διέλευση των ρωσικών και των κινεζικών πλοίων, σε αντάλλαγμα πολιτικής υποστήριξης από την Κίνα και τη Ρωσία. Η δήλωση αυτή έρχεται να επικυρώσει τη δέσμευση που ανέλαβε στις 19 Ιανουαρίου 2024 η ηγεσία των Χούθι για την ασφαλή διέλευση των ρωσικών και των κινεζικών πλοίων από την Ερυθρά Θάλασσα και τον κόλπο του Άντεν.

Σχεδόν έναν μήνα μετά, τα ξημερώματα της 14ης Απριλίου, η ιρανική επίθεση κατά του Ισραήλ, ως απάντηση στη μη αναγνωρισμένη, αλλά και μη διαψευσμένη από το κράτος του Ισραήλ επίθεση κατά του ιρανικού προξενείου στη Δαμασκό, ήρθε να προσθέσει άλλο ένα κομμάτι στο πάζλ που συνθέτει την εύθραυστη πραγματικότητα στην περιοχή. Και ενώ οι ΗΠΑ δηλώνουν τη στήριξή τους στο κράτος του Ισραήλ, η Ρωσία κάλεσε σε αποκλιμάκωση, υπογραμμίζοντας πως το Ιράν δεν ενδιαφέρεται για αναζωπύρωση στη Μέση Ανατολή, ενώ η Κίνα κάλεσε σε παύση πυρός στη Γάζα.

Και στις δύο περιπτώσεις αυτό που γίνεται αντιληπτό είναι ότι, είτε με την έμμεση είτε με την άμεση εμπλοκή του, το Ιράν βρίσκεται σε στενές διπλωματικές σχέσεις με την Κίνα και τη Ρωσία. Πώς όμως οι σχέσεις των «μεγάλων άλλων» της Δύσης με το Ιράν κατόρθωσαν να φτάσουν σε τέτοιο επίπεδο ώστε αφενός να τους εξασφαλίζεται αδιατάρακτη διέλευση, παρά τις πιέσεις που οι Χούθι –και κατ’ επέκταση το Ιράν– προσπαθούν να ασκήσουν στο παγκόσμιο εμπόριο, και αφετέρου, σε ό,τι αφορά τις ενέργειες του Ιράν, να επιτυγχάνει αν όχι την κινεζική και ρωσική στήριξη, την ουδετερότητά τους.

Στις σχέσεις Κίνας – Ιράν έχουμε αναφερθεί εκτενέστερα[1], οπότε, συνοψίζοντας, το Ιράν κατέχει προνομιακή θέση στην κινεζική εξωτερική πολιτική και αντίστοιχα η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος του Ιράν. Μια σχέση που οικοδομείται από την πλευρά του Ιράν στην γορά στρατιωτικού εξοπλισμού, την εξαγωγή του πετρελαίου του, που έχει πληγεί από τις δυτικές κυρώσεις, και συνεπώς την έξοδο από τη διπλωματική και οικονομική απομόνωση. Για τη δε Κίνα οι σχέσεις με το Ιράν οικοδομούνται στις ενεργειακές ανάγκες της πρώτης, αλλά και στη γεωπολιτική της παρουσία στη Μέση Ανατολή με την επέκταση του Δρόμου του Μεταξιού και συνεπώς με το άνοιγμα νέων αγορών για τα κινεζικά προϊόντα και τη διεύρυνση του προφίλ του ελκυστικού εμπορικού-πολιτικού εταίρου στην περιοχή.

Για την ολοκλήρωση του παζλ όμως αξίζει να στρέψουμε το ενδιαφέρον μας στις ρωσοϊρανικές σχέσεις οι οποίες με μια πρώτη ματιά διαπιστώνεται ότι στο παρελθόν δεν διακρίνονταν από τη σημερινή αγαστή συνεργασία. Αντιθέτως, ξεκινώντας ήδη από τσαρική Ρωσία του Μεγάλου Πέτρου Ιράν έχασε όλες του τις κτήσεις στον Καύκασο προς όφελος της Ρωσίας και στις αρχές του 20ού αιώνα βρέθηκε διαμελισμένο μεταξύ Ρωσικής και Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Επίσης, τόσο στη σοβιετική εκστρατεία στο Αφγανιστάν όσο και στον πόλεμο Ιράκ – Ιράν το μεν Ιράν στήριξε τους Ταλιμπάν, η δε Ρωσία το Ιράκ.

Η αφετηρία της ρωσοϊρανικής προσέγγισης τοποθετείται μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ. Με ενέργειες όπως η από κοινού διαχείριση του εμφυλίου πολέμου στο Τατζικιστάν το 1997 και η προώθηση από το Ιράν της συμμετοχής της Ρωσίας, υπό το καθεστώς του παρατηρητή, στον Οργανισμό Ισλαμικής Διάσκεψης. Το πιο πρόσφατο δείγμα της ρωσοϊρανικής συνεργασίας εντοπίζεται στον εμφύλιο της Συρίας και, πιο συγκεκριμένα, στην από κοινού στήριξη στην κυβέρνηση Άσαντ. Μάλιστα, στις 16 Aυγούστου του 2016 η Ρωσία χρησιμοποίησε ιρανικές βάσεις για την αποστολή βομβαρδιστικών αεροσκαφών στη Συρία.

Γενικότερα, σημαντική παράμετρο στη διαμόρφωση των ρωσοϊρανικών σχέσεων, όπως, σε ένα βαθμό, και στην περίπτωση των σχέσεων Κίνας-ΗΠΑ, συνιστούν οι σχέσεις της Ρωσίας με τις ΗΠΑ. Ενδεικτικό παράδειγμα του αντίκτυπου των σχέσεων της Ρωσίας με τις ΗΠΑ στις σχέσεις Ρωσίας – Ιράν συνιστά η πρώτη θητεία Ομπάμα, όταν εγκαταλείφθηκαν τα σχέδια τοποθέτησης αντιαεροπορικών συστημάτων στα σύνορα των συμμάχων των ΗΠΑ με τη Ρωσία και όταν εγκαταλαλείφθηκε η διεύρυνση ου ΝΑΤΟ στα ανατολικά της Ευρώπης. Κατά τη συγκεκριμένη συγκυρία μάλιστα, η Ρωσία συντάχθηκε με τις κυρώσεις κατά του Ιράν και του πυρηνικού του προγράμματος και ανέστειλε την πώληση μπαταριών για τα αεροπορικά συστήματα S-300, στη βάση του ψηφίσματος 1929 του Συμβουλίου του ΟΗΕ για απαγόρευση πώλησης βαρέως εξοπλισμού στο Ιράν.

Αντίστοιχα, όταν η Δύση τάχθηκε υπέρ των εξεγέρσεων ενάντια στον Πούτιν το 2011, οι ρωσοϊρανικές σχέσεις βελτιώθηκαν. Το 2021, μάλιστα, ο Πούτιν δέχθηκε τον ηγέτη της Χεζμπολάχ στη Μόσχα, αναγνωρίζοντας την υπό ιρανική επιρροή Χεζμπολάχ ως τη νόμιμη κυβέρνηση του Λιβάνου.

Συνεπώς, στο τώρα οι κοινοί τόποι στις ρωσοϊρανικές σχέσεις ανευρίσκονται αρχικά στο ότι και οι δύο χώρες τάσσονται κατά της επεμβατικής μονομερούς προσέγγισης των ΗΠΑ και ενάντια στη –με όρους πολιτισμικού ιμπεριαλισμού– επέκταση του δυτικού μοντέλου κοινωνικής και κρατικής οργάνωσης. Δεύτερον, και οι δύο χώρες υφίστανται τις πιέσεις και τις κυρώσεις της καθοδηγούμενης από τις ΗΠΑ Δύσης. Και, τρίτον, και οι δύο χώρες έχουν χαρακτηριστεί ως χώρες που δημιουργούν εμπόδια για την πολιτική των ΗΠΑ.

Γενικότερα, οι σχέσεις Ιράν και Ρωσίας αρθρώνονται στην ενέργεια και την αγορά ρωσικού στρατιωτικού εξοπλισμού από το Ιράν, αλλά και στην προσπάθεια του τελευταίου να βγει από τη διπλωματική του απομόνωση. Ακόμα, και οι δύο χώρες αποκομίζουν γεωπολιτικά οφέλη από τη μεταξύ τους σχέση. Η μεν Ρωσία εμφανίζοντας τον εαυτό της ως ισότιμο συνομιλητή με επιρροή στο Ιράν, ειδικά εφόσον έχει συνεισφέρει στο πυρηνικό του πρόγραμμα (την ίδια στιγμή που οι καλές σχέσεις της μαζί του συμβάλλουν στη διαχείριση του ανταγωνισμού της αγοράς του φυσικού αερίου, δεδομένου ότι το Ιράν είναι η χώρα με το δεύτερο μεγαλύτερο απόθεμα στον κόσμο). Το δε Ιράν συγκροτεί ένα πλέγμα συμμαχιών που εξουδετερώνει την πολιτική των ΗΠΑ εναντίον του και μπορεί να υπερκεράσει τα εμπορικά και οικονομικά εμπόδια που του θέτει η Δύση.

Σε ό,τι αφορά ειδικότερα τις ίδιες τις σχέσεις των Χούθι με την Κίνα και τη Ρωσία, η Ρωσία μπλοκάρει ή απέχει από αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας που καλούν σε εμπάργκο πώλησης όπλων προς τους Χούθι ή το επεκτείνουν, καθώς και σε αποφάσεις που απαγορέυουν ή επεκτείνουν την απογόρευση τηςς μετακίνησης της ηγεσίας τους (βλ. ενδεικτικά την απόφαση 2216). Ωστόσο, αυτό που επιβεβαιώνει τη δυναμική των ρωσοϊρανικών σχέσεων είναι η περίπτωση του ψηφίσματος 2402 του 2018, όταν η Ρωσία δέχθηκε την επέκταση των μέτρων κατά των Χούθι, αλλά φρόντισε να αποσοβηθεί η οποιαδήποτε κριτική προς το Ιράν που τους εξοπλίζει. Στην περίπτωση της Κίνας, αν και το 2016 έγινε δεκτή αντιπροσωπεία των Χούθι στο Πεκίνο, η στάση της στη διάρκεια του εμφυλίου είναι ουδέτερη και στα πρόσφατα γεγονότα στην Ερυθρά Θάλασσα δηλώνει τη στήριξή της στην επαναφορά της απρόσκοπτης ροής του διεθνούς εμπορίου.

Παρ’ όλα αυτά, από τη στιγμή που οι Χούθι συνδέονται άμεσα με το Ιράν, η στάση τους τόσο στη ρωσική όσο και την κινεζική περίπτωση διαμορφώνεται στη βάση των ιρανικών συμφερόντων και συμμαχιών, όπως δείχνει το προνομιακό καθεστώς αντιμετώπισης των ρωσικών και των κινεζικών πλοίων στην Ερυθρά Θάλασσα. Μάλιστα, η εξέλιξη αυτή, εκτός από το προβάδισμα που δίνει στην Κίνα και τη Ρωσία, ενισχύει και το ίδιο το Ιράν, από τη στιγμή που το τελευταίο εμφανίζεται ως ρυθμιστής των παγκόσμιων εμπορικών ανταγωνισμών. Ακόμα περισσότερο δε, αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση του πώς μια, κατά τα λεγόμενα των δυτικών, αποτυχημένη κρατική οντότητα καταφέρνει να αντισταθεί στις κυρώσεις της Δύσης και να πλήξει σημαντικά της οικονομικές και εμπορικές της δραστηριότητες.

Αντίστοιχα, στην περίπτωση της επίθεσης κατά του Ισραήλ η μέχρι τώρα πορεία των ρωσοϊρανικών και των σινοϊρανικών σχέσεων φαίνεται ότι κινείται στις ίδιες βάσεις, με την Κίνα και τη Ρωσία να επιδιώκουν την αποκλιμάκωση στην περιοχή και την αποσόβηση πιθανών κυρώσεων κατά του Ιράν στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ.

Με τις κινήσεις των πλοίων να έχουν πέσει στο μισό από τον Ιανουάριο του 2024, την τιμή μεταφοράς των κοντέινερ να τριπλασιάζεται από τα 1.521€ ανά κοντέινερ 12 μέτρων στα 3.777€ ανά κοντέινερ 12 μέτρων, τον κίνδυνο ανόδου του πληθωρισμού, έξι από τις δέκα μεγαλύτερες εταιρείες κοντέινερ (Maersk, MSC, Hapag-Lloyd, CMA CGM, ZIM και ONE) να αποφεύγουν τα στενά Bab el-Mandeb, τις αμερικανικές και ευρωπαϊκές επιχειρήσεις στο πεδίο να παρουσιάζουν μη ικανοποιητικά αποτελέσματα, την αμερικανική διπλωματία να μη φαίνεται έτοιμη να σταματήσει τα αντίποινα του Ισραήλ και την ένταση στη Μέση Ανατολή να ανατροφοδοτείται, μπορεί να γίνει αντιληπτή η προνομιακή σχέση συνεργασίας Κίνας – Ρωσίας – Ιράν και ο αντίκτυπός της στις γεωπολιτικές ισορροπίες, όχι μόνο στο περιφερειακό αλλά και στο διεθνές σύστημα.

[1] Βλ. Σινοϊρανικές σχέσεις: Η παραμελημένη πραγματικότητα μιας γνωστής ιστορίας, στο 18ο Δελτίο Διεθνών & Ευρωπαϊκών Εξελίξεων του Ινστιτούτου ΕΝΑ: https://shorturl.at/evHX8

Print Friendly, PDF & Email