Το φάντασμα της Ακροδεξιάς στοιχειώνει την Πορτογαλία
«Γκράντολα, μελαχρινή πόλη/ γη της αδερφοσύνης/ ο λαός είναι αυτός που έχει το πρόσταγμα/ σε σένα, ω πόλη». Ηταν 25 Απριλίου του 1974, λίγο μετά τα μεσάνυχτα, όταν το τραγούδι «Grândola, vila morena» του Ζέκα Αφόνσο άρχισε να ακούγεται από το ραδιόφωνο. Ηταν το παρασύνθημα που περίμεναν οι δημοκρατικοί στρατιωτικοί με επικεφαλής τον Οτέλο Ντε Καρβάλιο για να ξεκινήσουν το κίνημα ανατροπής της χούντας που κυβερνούσε την Πορτογαλία με σιδηρά πυγμή 41 ολόκληρα χρόνια, τα περισσότερα –και μέχρι το τέλος– υπό την ηγεσία του Αντόνιο Ντε Ολιβέιρα Σαλαζάρ.
Η Επανάσταση των Γαριφάλων, όπως έμεινε στην ιστορία το αναίμακτο κίνημα που έριξε τη χούντα από τα γαρίφαλα που τοποθετούσαν οι στρατιώτες στις κάνες των όπλων τους, ήταν από τις πιο όμορφες στιγμές στην ευρωπαϊκή ιστορία εκείνης της περιόδου, όταν οι χώρες του ευρωπαϊκού Νότου απαλλάσσονταν η μία μετά την άλλη από τα δικτατορικά καθεστώτα. Πενήντα ένα χρόνια αργότερα και σχεδόν έναν μήνα μετά την επέτειο εκείνης της επανάστασης, μια δυσωδία πλανιέται πάνω από την Πορτογαλία.
Μαζικό φαινόμενο
Η ίδια δυσωδία που έχει μολύνει την ατμόσφαιρα της Γαλλίας, της Ισπανίας, της Ολλανδίας, της Γερμανίας, της Σουηδίας –και της Ελλάδας, για να μην ξεχνιόμαστε– και πολλών άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Ούτε ο Οτέλο Ντε Καρβάλιο ούτε ο Ζέκα Αφόνσο, νεκροί πια και οι δύο, θα φαντάζονταν ακόμα και στους χειρότερους εφιάλτες τους ότι «ο λαός που έχει το πρόσταγμα» πρόσταξε αυτή τη φορά την Ακρα Δεξιά να γίνει η τρίτη μεγαλύτερη πολιτική δύναμη της χώρας, μια ανάσα πριν από τους Σοσιαλιστές. Ενδεχομένως κιόλας η δεύτερη, αν οι ψήφοι του εξωτερικού που θα ενσωματωθούν σε λίγες μέρες αλλάξουν την οριακή ισορροπία δυνάμεων που προέκυψε από την κάλπη της Κυριακής. Πρόωρη κάλπη, αφού ο Μοντενέγκρο είχε χάσει την εμπιστοσύνη της Βουλής μετά το ζήτημα του «ασυμβίβαστου» που προέκυψε λόγω της εταιρείας προστασίας προσωπικών δεδομένων που ίδρυσε το 2021 και στη συνέχεια μεταβίβασε στη σύζυγο και στα παιδιά του.
Γεγονός είναι ότι η Πορτογαλία θα έχει στο εξής την πιο δεξιά Βουλή στη μεταπολιτευτική ιστορία της, όπως σχολίαζαν το βράδυ της Κυριακής τα ΜΜΕ της χώρας. Πρώτη, αλλά χωρίς αυτοδυναμία, αναδείχθηκε η Δημοκρατική Συμμαχία (AD) με επικεφαλής τον πρωθυπουργό Λουίς Μοντενέγκρο με 32,1% και 86 από τις 230 έδρες της Βουλής (απαιτούνται 116 για την απόλυτη πλειοψηφία). Δεύτερο το Σοσιαλιστικό Κόμμα (PS) με 23,4% και 58 έδρες. Τις ίδιες ακριβώς κερδίζει –μέχρι νεωτέρας, τουλάχιστον– και το ακροδεξιό Chega (Φτάνει!), το οποίο έρχεται τρίτο με πολύ μικρή διαφορά από τους Σοσιαλιστές (22.6%). Στην τέταρτη θέση βρέθηκε το φιλελεύθερο IL που θεωρείται δυνητικός κυβερνητικός εταίρος του Μοντενέγκρο με 5,53%. Ακολουθεί το οικολογικό Livre με 4,2%, ενώ τα δύο κόμματα που συγκυβέρνησαν στο παρελθόν με τον Σοσιαλιστή Αντόνιο Κόστα, νυν επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, η Συμμαχία Κομμουνιστών – Πρασίνων και το Μπλοκ της Αριστεράς έπεσαν στα χαμηλότερα ποσοστά τους, με 3,03% και 2% αντίστοιχα.
«Ο λαός θέλει αυτή την κυβέρνηση και αυτόν τον πρωθυπουργό», δήλωσε ο Μοντενέγκρο παρά την πύρρεια νίκη του. Δεσμεύθηκε πως δεν θα συγκυβερνήσει με το Chega, αλλά, ακόμα και συμμαχώντας με το IL, θα χρειαστεί την ανοχή του Σοσιαλιστικού Κόμματος προκειμένου να ηγηθεί μιας βιώσιμης κυβέρνησης μειοψηφίας. Οι Σοσιαλιστές, στο μεταξύ, έχουν να αντιμετωπίσουν τον δικό τους κυκεώνα μετά την ηχηρή εκλογική ήττα και την απώλεια 30 εδρών σε σχέση με πέρυσι, γεγονός που οδήγησε χθες στην παραίτηση του επικεφαλής τους Πέντρο Νούνο Σάντος.
Ο «νικητής»
Ο μόνος πραγματικά χαρούμενος είναι ο Αντρέ Βεντούρα, ο ιδρυτής και αρχηγός του Chega, ο οποίος δηλώνει ότι «γράψαμε ιστορία» και καυχιέται ότι «σκοτώσαμε τον δικομματισμό στην Πορτογαλία». Το κόμμα ιδρύθηκε μόλις το 2019 και η άνοδός του υπήρξε εντυπωσιακά ανησυχητική. Από τις 12 έδρες που κέρδισε στις βουλευτικές εκλογές του 2022 σκαρφάλωσε πέρυσι στις 49 και φέτος στις 58. Κάνοντας καμπάνια με το κινδυνολογικό σύνθημα «Σώστε την Πορτογαλία», ο 42χρονος Βεντούρα, πρώην πολιτευτής του κεντροδεξιού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (PSD), εστίασε στη μετανάστευση και τη διαφθορά, όπως οι περισσότεροι Ευρωπαίοι ομοϊδεάτες του. Οπως φαίνεται, βρήκε πρόσφορο έδαφος σε μια χώρα που αντιμετωπίζει σοβαρή στεγαστική κρίση, ένα εξαντλημένο δημόσιο σύστημα υγείας και παιδείας και χαμηλούς μισθούς.
Το επόμενο διάστημα θα χυθεί πολύ μελάνι στις αναλύσεις για τα αίτια της ανόδου της Ακρας Δεξιάς (και) στην Πορτογαλία. Θα μπορούσε πρόχειρα να πει κανείς ότι τα μνημόνια (και η συστημική διαχείρισή τους) φέρνουν Ακροδεξιά. Η Πορτογαλία ακολούθησε την Ελλάδα, για όσους ίσως δεν θυμούνται. Αλλά το αποτέλεσμα δεν παύει να είναι θλιβερό. Ειδικά πάνω στην επέτειο της Επανάστασης των Γαριφάλων και τις νότες του «Grândola, vila morena».








