Τι απέμεινε από το Μάη του ’68
Βαγγέλης Πάλλας Δημοσιογράφος – Ερευνητής – Αναλυτής – Α.Ε.J./I.F.J.
Το βασικό αίτημα του Μάη ’68 ήταν το «δικαίωμα στην έκφραση» ως δικαίωμα στον «αυτοκαθορισμό», δηλαδή το δικαίωμα στις αποφάσεις και στον έλεγχο της ζωής του κοινωνικού ανθρώπου από τον ίδιο και για τον ίδιο.
Ηταν, σε τελική ανάλυση, αυτό το δικαίωμα και η υλοποίησή του που ο Μαρξ διέγνωσε ως καθολικό αίτημα και ως ιδανικό στόχο για τη μετάβαση σε μια μελλοντική κομμουνιστική κοινωνία, χωρίς καταπίεση, εκμετάλλευση και καταναγκασμούς.
Αυτό που ο Μαρξ έθεσε στον πυρήνα της θεωρίας του, όχι σαν προφήτης-φιλόσοφος, όπως τον κατηγορούν, αλλά ιστορικά σαν κοινωνικό αίτημα επαναστατικής αλλαγής της κοινωνίας. Μιας κοινωνίας επαναθεμελιωμένης στην κοινωνική της βάση παραγωγής και αναπαραγωγής, υλικής και πνευματικής, σε όλο το πλέγμα των κοινωνικών σχέσεων που καθορίζουν και τη μορφή της, σε κάθε ιστορική περίοδο.
Γιατί δεν προφήτευσε ο Μαρξ κανένα ιδανικό τέλος προς μια ουτοπική κοινωνία ιδανικών ανθρώπων, αλλά τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις μετάβασης σε μια κοινωνία απελευθέρωσης από δεινά όπως τα ζούμε μέχρι σήμερα, πιο δραματικά παρά ποτέ.
Σ’ αυτό το ίδιο επίκαιρο αίτημα συμπίπτει ο Μάης του ’68 με το σήμερα και διαχρονικά με όλα τα απελευθερωτικά κινήματα, ενάντια στις εξουσίες του κατεστημένου που εμποδίζουν και στέκονται αντιμέτωπες στη χειραφετική πορεία της ανθρώπινης οντότητας.
Ο Μάης αμφισβήτησε τον καπιταλισμό σε όλες τις δομές του και όλα τα επίπεδα, από τη βάση ώς την κορφή, στα επιμέρους αλλά και συνολικά.
Αμφισβήτησε την πυραμίδα των ανθρώπινων σχέσεων, εκεί που χτίζονται οι εξουσίες, αλλά και την υλική βάση αυτών των εξουσιών, το καθεστώς στέρησης και εξάρτησης των αναγκών. Τις ψεύτικες ανάγκες αλλά και τις πιο ζωτικές στη βάση του κέρδους και της εκμετάλλευσης από τους ολίγους εις βάρος των πολλών.
Ο Μάης, παρά την πολυμορφία του, σε μια αναπτυγμένη πολιτισμικά χώρα της Δύσης και σε ένα καπιταλιστικό σύστημα υπό αναμόρφωση, ήταν ένα κίνημα ενιαίο, συνεκτικό και καθολικό, με όραμα, έμπνευση και πρωτοτυπία. Ενα κίνημα άμεσης πραγμάτωσης σε μια κοινωνία ώριμη πνευματικά, ιδεολογικά και πολιτικά, που αν και στις δεδομένες ιστορικές συνθήκες δεν θα μπορούσε να ολοκληρωθεί, αποτέλεσε το πρόπλασμα και τον συνεκτικό ιστό που συνδέει αυτό το παρελθόν με τις προσδοκίες του μέλλοντος, μέσα από τις ζωτικές ανάγκες του παρόντος, στα κινήματα και στις αντιστάσεις, στη βαρβαρότητα της εποχής.
Ο Μάης απέδειξε, ιδίως, στην πράξη πώς μπορεί να λειτουργήσουν η συλλογικότητα και η δημιουργία μέσα από τις επιτροπές, την εναλλαγή των ρόλων και τις γεν. συνελεύσεις για τις αποφάσεις.
Ο Μάης απέδειξε ακόμη τη διάδοση της γνώσης μέσα από την προσωπική αναζήτηση, την πρωτοβουλία και την αμφισβήτηση της αυθεντίας των κατεστημένων ιερατείων, της παιδείας και των ιερέων-θεματοφυλάκων των πολιτισμικών αξιών.
Η εξέγερση του Μάη του ’68 στη Γαλλία, ξεκίνησε ως απέχθεια κατά του αστικού πανεπιστημίου, για να μετατραπεί στη συνέχεια σε απέχθεια κατά του συνόλου της αστικής τάξης. Η αντιθεσμική, αντιαυταρχική διάθεση εκείνης της γενιάς, ήταν η αφετηρία της εξέγερσης κατά των καθηγητών, των πατεράδων και των αφεντικών, κατά της λεγόμενης δηλαδή ιδεολογίας των τριών “P” (Profs, Péres, Patrons). Ο πολιτικός λόγος των διαφόρων ρευμάτων της αριστεράς, δημιούργησε έναν επαναπροσδιορισμό βασικών θέσεων στις ατομικές και συλλογικές “στρατηγικές” της επινόησης νέων ιδανικών. Από τη μία, ο “ρεβιζιονισμός” ή “σταλινισμός” του Γαλλικού Κομουνιστικού Κόμματος, από την άλλη, η πολιτική γραμμή των μαοϊκών σε σχέση με αυτή των τροτσκιστών και των αναρχικών, σε μια άλλη “γραμμή” η Προλεταριακή Αριστερά και η εφημερίδα της La Cause du peuple (Η υπόθεση του λαού), αλλά και οι ανταγωνιστικές μαοϊκές οργανώσεις, όπως το Κομουνιστικό Μαρξιστικό-Λενινιστικό κόμμα της Γαλλίας ή η οργάνωση “Ζήτω η Επανάσταση”. Όλοι αυτοί και πολλοί ακόμα, αποτέλεσαν το κράμα, μέσα από το οποίο “χειραγωγήθηκε” τελικά η διάθεση αμφισβήτησης των φοιτητών.
Για την κατανόηση αυτής της “αλυσίδας”, είναι απαραίτητο να αναφέρουμε ότι τα φοιτητικά “θέλω” εκφράστηκαν – καταρχάς – στη γλώσσα της κυρίαρχης μαρξιστικής ορολογίας, δηλαδή πάνω στο φόντο μιας σύγκρουσης ανάμεσα στην αστική τάξη και το προλεταριάτο. Η ρήξη αυτή ήταν η έκφραση μιας συλλογικής διάθεσης για εξέγερση, η οποία ενστερνίστηκε κάθε πιθανό “σύμβολο” της εποχής: φυσικά το “Κεφάλαιο” του Μαρξ, και από εκεί και μετά, το κύρος των στρατευμένων διανοούμενων με μπροστάρη τον Σαρτρ, την ακτινοβολία του Χο Τσι Μινχ και του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου της Αλγερίας (FLN), τον Τσε Γκεβάρα και τα αντάρτικα της Λατινικής Αμερικής, συνολικά δηλαδή κάθε αντιαποικιοκρατικό και αντιιμπεριαλιστικό αγώνα (Αλγερία, Κούβα, Βιετνάμ κλπ), που σφραγίζονταν από το μαρξιστικό-λενινιστικό όραμα.
Ο Μάης του ’68 ήταν η μεγαλύτερη επαναστατική γενική απεργία στην ιστορία. Το πανίσχυρο αυτό κίνημα ξέσπασε στην κορύφωση της μεταπολεμικής οικονομικής ανόδου του καπιταλισμού. Τότε, όπως και μέχρι σήμερα, οι αστοί και οι απολογητές τους έδιναν συγχαρητήρια στους εαυτούς τους, λέγοντας ότι οι επαναστάσεις και η ταξική πάλη αποτελούν στοιχεία του παρελθόντος. Τότε ήρθαν τα γαλλικά γεγονότα του 1968, που φάνηκαν να πέφτουν σαν «κεραυνός εν αιθρία». Η πλειοψηφία της επίσημης Αριστεράς αιφνιδιάστηκε από τα γεγονότα, αφού είχε ξεγράψει την ευρωπαϊκή εργατική τάξη από τις επαναστατικές δυνάμεις.
Πρόβλεψη και έκπληξη
Τον Μάη του 1968, ο Economist εξέδωσε ένα ειδικό αφιέρωμα στη Γαλλία, γραμμένο από τον Νόρμαν Μακ Ρέη, για να υπογραμμίσει τα δέκα χρόνια «γκωλικής τάξης». Στο αφιέρωμα αυτό, ο Μακ Ρέη υμνούσε τις επιτυχίες του γαλλικού καπιταλισμού, επισημαίνοντας ότι οι Γάλλοι είχαν υψηλότερο βιοτικό επίπεδο από τους Βρετανούς: κατανάλωναν περισσότερο κρέας, κατείχαν περισσότερα αυτοκίνητα κ.λπ. Και ανέφερε το «μεγάλο εθνικό πλεονέκτημα» της Γαλλίας σε σχέση με τη γειτονική χώρα: τα γαλλικά συνδικάτα ήταν «τραγικά αδύναμα».
Το μελάνι στο άρθρο του Μακ Ρέη δεν είχε προλάβει καν να στεγνώσει, όταν η γαλλική εργατική τάξη κατέπληξε ολόκληρο τον κόσμο με μία κοινωνική εξέγερση πρωτοφανή στη νεότερη ιστορία.
Τα γεγονότα του Μάη δεν είχαν προβλεφθεί από τους στρατηγούς του κεφαλαίου στη Γαλλία, αλλά και πουθενά αλλού. Δεν είχαν προβλεφθεί ούτε από τους σταλινικούς και τους ρεφορμιστές ηγέτες. Και τα πράγματα ήταν ακόμη χειρότερα, όσον αφορά την αυτοαποκαλούμενη επαναστατική Αριστερά. Οι διανοούμενες κυρίες και κύριοι που θεωρούσαν τους εαυτούς τους μαρξιστές (οι περισσότεροι από τους οποίους αφιέρωσαν δεκαετίες στην υπεράσπιση του «ένοπλου αγώνα») όχι μόνο δεν προέβλεψαν το κίνημα των Γάλλων εργατών, αλλά αρνούνταν οποιαδήποτε τέτοιου είδους πιθανότητα.
Ας πάρουμε για παράδειγμα έναν από τους «θεωρητικούς» του ακαδημαϊκού μαρξισμού, τον Αντρέ Γκορτζ. O κύριος αυτός έγραφε σε ένα άρθρο του ότι «στο προσεχές μέλλον δεν θα υπάρξει καμία κρίση στον ευρωπαϊκό καπιταλισμό τόσο δραματική, που να οδηγήσει τις μάζες των εργατών σε επαναστατικές γενικές απεργίες ή σε ένοπλους αγώνες στην υπεράσπιση των ζωτικών τους συμφερόντων» (Α. Γκορτζ, Μεταρρύθμιση και Επανάσταση, Socialist Register 1968). Αυτές οι γραμμές δημοσιοποιήθηκαν στη μέση της μεγαλύτερης επαναστατικής γενικής απεργίας στην ιστορία.
Ο Γκορτζ δεν ήταν ο μόνος που είχε ξεγράψει την εργατική τάξη. Ο Έρνεστ Μαντέλ, μίλησε σε μια συνάντηση στο Λονδίνο, μόλις ένα μήνα πριν από τα μεγάλα γεγονότα στη Γαλλία. Στη διάρκεια της ομιλίας του μίλησε επί παντός επιστητού, αλλά δεν ανέφερε ούτε μία λέξη για την κατάσταση της γαλλικής εργατικής τάξης. Σε μια σχετική παρέμβαση ενός από τους συντρόφους μας στη συνάντηση, η απάντηση του Μαντέλ ήταν ότι οι εργάτες είχαν «αστικοποιηθεί» και «αμερικανοποιηθεί» και ότι δεν θα υπήρχε κανένα κίνημα των Γάλλων εργατών για τα επόμενα είκοσι χρόνια.
Το υπόβαθρο
Αυτό που δεν κατάλαβε κανείς από τους προαναφερθέντες ήταν το γεγονός ότι η μακρά περίοδος καπιταλιστικής ανάπτυξης μετά το 1945 είχε μεταβάλλει την ταξική ισορροπία δυνάμεων και είχε δυναμώσει αποφασιστικά την ευρωπαϊκή εργατική τάξη. Πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η γαλλική άρχουσα τάξη προσπάθησε να στηρίξει την εξουσία της στην οικονομική καθυστέρηση. Μετά την εμπειρία της Παρισινής Κομμούνας, οι Γάλλοι αστοί φοβούνταν θανάσιμα την ανάπτυξη του προλεταριάτου και έτσι ανέπτυξαν μια παρασιτική οικονομία εισοδηματιών, βασιζόμενη στην χρηματοδότηση κεφαλαίου, στις τραπεζικές συναλλαγές και τις αποικίες.
Η ανάπτυξη της βιομηχανίας σημαίνει ότι το ίδιο το προλεταριάτο είναι πολύ πιο ισχυρό από ό,τι ήταν τη δεκαετία του 1930, πόσο μάλλον από την εποχή της Παρισινής Κομμούνας, που όλοι οι εργάτες απασχολούνταν σε μικρές βιοτεχνίες. Ακόμη και το 1931, περίπου τα δύο τρίτα των βιομηχανικών επιχειρήσεων στη Γαλλία δεν απασχολούσαν καθόλου μισθωτούς εργάτες, ενώ το υπόλοιπο ένα τρίτο απασχολούσε λιγότερους από δέκα. Μόνο το 0,5% των βιομηχανιών απασχολούσε πάνω από εκατό εργάτες. Όμως μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, υπήρξε μια ισχυρή ανάπτυξη της βιομηχανίας στην Γαλλία, η οποία οδήγησε σε ραγδαία ενδυνάμωση του προλεταριάτου και σε σταδιακή συρρίκνωση της αγροτικής τάξης.
Την περίοδο της επαναστατικής κρίσης του 1936, ο μισός πληθυσμός της Γαλλίας εξασφάλιζε τα προς το ζην από τη γεωργία, ενώ σήμερα ο αγροτικός πληθυσμός αποτελεί το λιγότερο από 6% του συνολικού. Μέχρι το 1968, η τάξη των μισθωτών εργατών είχε αναπτυχθεί όχι μόνο σε αριθμούς, αλλά επίσης και με όρους δυνατότητας για νικηφόρα πάλη. Η θεμελιώδης αλλαγή φάνηκε το 1968 στον ρόλο-κλειδί που έπαιξαν οι γιγάντιες βιομηχανίες, όπως το εργοστάσιο της Renault στο Φλινς, με ένα συνολικό εργατικό δυναμικό 10.500, από τους οποίους 1.000 συμμετείχαν σε πικετοφορίες και τουλάχιστον 5.000 παραβρίσκονταν καθημερινά σε απεργιακές συναντήσεις σε ένα και μόνο εργοστάσιο.Το 1936, όταν ο ταξικός συσχετισμός δυνάμεων ήταν προφανώς λιγότερο ευνοϊκός, σε μια κατάσταση που δεν ήταν στο ελάχιστο τόσο προχωρημένη, ο Τρότσκι είχε πει ότι το Κομμουνιστικό και το Σοσιαλιστικό Κόμμα θα μπορούσαν να πάρουν την εξουσία: «Αν το κόμμα του Λέοντα Μπλουμ ήταν πραγματικά Σοσιαλιστικό θα μπορούσε, βασισμένο στις γενικές απεργίες, να ανατρέψει την αστική τάξη τον Ιούνιο, σχεδόν χωρίς εμφύλιο, με την ελάχιστη προσπάθεια και τις ελάχιστες θυσίες. Αλλά το κόμμα του Μπλουμ είναι ένα αστικό κόμμα, ο μικρός αδερφός του σάπιου Ριζοσπαστισμού» (Λέων Τρότσκι, Για Τη Γαλλία, σελ. 178).
Ο συσχετισμός δυνάμεων το 1968 ήταν συντριπτικά πιο ευνοϊκός. Μια ειρηνική μετάβαση σε μια εργατική δημοκρατία ήταν δυνατή, αν οι ηγέτες του Κομμουνιστικού Κόμματος Γαλλίας είχαν δράσει σαν μαρξιστές. Είναι ουσιαστικό να το τονίσουμε αυτό. Μόνο η προδοσία των σταλινικών ηγετών, που αρνήθηκαν να καταλάβουν την εξουσία, όταν υπήρχαν γι’ αυτό οι πιο κατάλληλες συνθήκες, απέτρεψε τη γαλλική εργατική τάξη από το να πάρει την εξουσία.








