Συγκριτική αξιολόγηση Working Europe 2023
Ευρώπη σε μετάβαση – Προς βιώσιμη ανθεκτικότητα
Τα κεντρικά ερωτήματα και το κύριο πλαίσιο που διερευνά το φετινό τεύχος του Benchmarkingείναι, στον πυρήνα τους, αρκετά σαφείς. Η Ευρώπη βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι, διανύοντας επώδυνα τέσσερις μεταβάσεις ταυτόχρονα: μια (ίσως λιγότερο από προφανής) μετάβαση της οικονομικής πολιτικής που αποδεικνύεται καλύτερα από τις συζητήσεις γύρω από το πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης της ΕΕ (COM(2022) 583 τελικό). μια γεωπολιτική μετάβαση, που διαμορφώνεται όλο και περισσότερο από τη συζήτηση για την «ανοικτή στρατηγική αυτονομία» (Akgüç 2021) και, φυσικά, από τον επιθετικό πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία. και οι δύο πιο εύκολα αναγνώρισαν πράσινες και ψηφιακές μεταβάσεις. Γίνεται, ωστόσο, ολοένα και πιο σαφές, όπως διερευνάται λεπτομερέστερα στα επόμενα κεφάλαια, ότι αυτές οι τέσσερις μεταβάσεις συνεπάγονται σημαντικές ανταλλαγές και έχουν σημαντικές επιπτώσεις για την κοινωνική διάσταση του ευρωπαϊκού σχεδίου και για τα προς το ζην των ευρωπαίων εργαζομένων.
Η τρέχουσα αδυναμία των κυβερνήσεων και των υπευθύνων χάραξης πολιτικής, σε εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο, να επιλύσουν τις εντάσεις που είναι εγγενείς σε αυτές τις μεταβάσεις είναι ένας σημαντικός παράγοντας για τον καθορισμό αυτού που οι επόμενες σελίδες αυτού του τεύχους αναφέρονται ως «πολυκρίση». Αντιλαμβανόμαστε την τρέχουσα συγκυρία ως «πολυκρίση» λόγω της παρουσίας μιας σειράς πολλαπλών, ξεχωριστών κρίσεων που συμβαίνουν ταυτόχρονα (π.χ. μια κλιματική κρίση, μια κρίση κόστους ζωής, μια γεωπολιτική κρίση κ.λπ.), λόγω του τρόπου στις οποίες αυτές οι ξεχωριστές κρίσεις αλληλεπιδρούν μεταξύ τους (για παράδειγμα η ενεργειακή κρίση και η κλιματική κρίση), και λόγω του βαθμού στον οποίο ενισχύουν η μία τις επιπτώσεις της άλλης, ειδικότερα κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις (ο βαθμός στον οποίο οι τεταμένες αλυσίδες εφοδιασμού και οι εξωτερικές πληθωριστικές πιέσεις τείνουν να μεγεθύνουν τις ανεπάρκειες των τρεχουσών δημοσιονομικών πολιτικών, για παράδειγμα, όπως σημειώνεται στο πρώτο κεφάλαιο). Υπάρχει επίσης μια αυξανόμενη αντίληψη ότι η μεμονωμένη επίλυση οποιασδήποτε από αυτές τις κρίσεις μπορεί να είναι ένα ιδιαίτερα επίπονο έργο και ότι πρέπει να εντοπιστούν σωρευτικές απαντήσεις.
Αυτή η πολυκρίση συνδέεται στενά με την ανικανότητα της άρχουσας τάξης να ασχοληθεί με αυτό που προσδιορίζουμε εδώ ως τη μετάβαση που λείπει: την κοινωνική μετάβαση. Αυτό το τεύχος του Benchmarking Working Europe ασχολείται κριτικά με αυτές τις τέσσερις μεταβάσεις και τα αποτελέσματά τους και υποστηρίζει ότι μόνο μια μεταμορφωτική και φιλόδοξη κοινωνική μετάβαση μπορεί να σπάσει τον τρέχοντα κύκλο κρίσης μετά από κρίση και αντ’ αυτού να θεσμοθετήσει αυτό που το ζήτημα αναφέρεται ως «βιώσιμη ανθεκτικότητα».
Οι τέσσερις μεταβάσεις – και αυτή που λείπει
Βρισκόμαστε αναμφισβήτητα μάρτυρες τεσσάρων σημαντικών διακριτών και αποδιοργανωτικών διαδικασιών μετάβασης που κλονίζουν το καλειδοσκόπιο του ευρωπαϊκού εγχειρήματος, καθώς επί του παρόντος εξακολουθεί να κατοχυρώνεται στην (εύθραυστη) συνταγματική συναίνεση που ενσωματώνει η Συνθήκη της Λισαβόνας. Οι μάλλον πιο προφανείς (αλλά όχι λιγότερο απαιτητικές) διαδικασίες είναι οι πράσινες και οι τεχνολογικές μεταβάσεις. Ωστόσο, μπορεί να αμφισβητηθεί ότι, πιο ορατά μετά την αναστολή τμημάτων του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, βιώνουμε επίσης μια μετάβαση της οικονομικής πολιτικής (συμπεριλαμβανομένης της νομισματικής πολιτικής) και – σε σχέση με τις ελλείψεις της εφοδιαστικής αλυσίδας που προκαλούνται από τον Covid-19 και τα επακόλουθά της, και πιο έντονα από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία – μια γεωπολιτική μετάβαση που συνδέεται με την αναπτυσσόμενη έννοια της «ανοιχτής στρατηγικής αυτονομίας»








