ΣΤΟΥΣ ΕΡΗΜΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ..

γράφει ο Πάλλας Βαγγέλης Δημοσιογράφος – Ερευνητής – Αναλυτής IFJ/SPJ

Με μια πιρόγα φεύγουν από τη ζωή, αυτοί που όργωσαν την γη,

με ροζιασμένα χέρια, και τους κέρδισαν κήποι κρεμαστοί

Θα με πετύχεις τυχαία στο δρόμο. Καλημέρα θα μου πεις. Θα μου πεις όλα καλά. Θα περπατήσουμε μαζί στους βομβαρδισμένους δρόμους. Δεν ήμασταν φτιαγμένοι να έρθουμε ως εδώ, να περπατήσουμε αυτούς τους δρόμους, να κοιταχτούμε στα πρόσωπα, να ζήσουμε αυτές τις μέρες.

Δεν ήμασταν έτοιμοι να ανέβουμε στο τραίνο, να κυκλοφορήσουμε στις κεντρικές λεωφόρους, να ελισσόμεθα ανάμεσα στα πτώματα και να αποφεύγουμε τα απλωμένα χέρια.

Δεν ήσουν φτιαγμένος να ζήσεις αυτά τα χρόνια, αυτές τις ουρές, αυτές τις αγωνίες, αυτές τις φτώχιες. Δεν ήσουν φτιαγμένος για όλα αυτά. Βλέπω και σκέπτομαι κάποιες φωτογραφίες, τότε που θέλαμε να αλλάξουμε τον κόσμο, τότε που δεν μπορούσε να πάει κάτι στραβά. Τότε που τίποτε δεν έμπαινε ανάμεσα στον εαυτό και την επιθυμία.

Θα πεις ότι ήμασταν φτιαγμένοι για κείνη την μακρινή παραλία με την παράνομη καντίνα, τις παγωμένες μπύρες και την πίτσα κάτω από το αλμυρίκι. Για τις αυτοσχέδιες συναυλίες, τις μυστήριες γυναίκες, τα σπιτικά ποτά τα αγέραστα καφενεία και τις νυχτερινές μπάρες στο λιμάνι του Κουλέ..

Δεν ήσουν έτοιμος να γνωρίσεις τη δυστυχία του κόσμου ως μυθιστόρημα, κακιά ανάμνηση, μελαγχολική ταινία. Τώρα κάνεις βόλτες σε έρημους δρόμους γεμάτους από εκατοντάδες όνειρα. Γράμματα πεταμένα σε εισόδους, άστεγοι και εξαρτώμενα άτομα, πεζοδρόμια στοιβαγμένα με βιογραφικά ανέργων, μετανάστες εγκλωβισμένοι σε στρατόπεδα…

Φοβάσαι να δεχθείς άνθρωπε την πραγματικότητα, να πιστέψεις πως σε πρόδωσε το όνειρο σου. Φοβάσαι να πεις τη λέξη. Δεν είναι η πρώτη φορά που ζεις την προδοσία και την παρακμή της. Και άλλες φορές υπήρξαν.

… Είσαι ένας άνθρωπος που τον εμποδίζουν να βαδίζει, είσαι ένας άνθρωπος που τον αλυσοδέσανε…

Στις σημερινές σου φυλακές, οι φύλακες απ' έξω παίζουν μπαρμπούτι, μιλούν γερμανικά, και στα ζάρια έχουν το φόβο σου.

…Εσύ περπατούσες σε λερούς κι έρημους δρόμους τυλιγμένος με το σκούρο σου παλτό και το μαύρο παραμιλητό σου. Διάβαινες με τα χέρια στις τσέπες, κρύωνες χειμώνα- καλοκαίρι. Βάδιζες σκυφτός και βιαστικός. Εγώ σε ακολουθούσα αθόρυβα σαν σκιά από ψηλά. Πάνω στα ηλεκτροφόρα σύρματα έγραφα μελωδίες για σένα, πάνω στους τοίχους σού έγραφα συνθήματα, αλλά συ δε σήκωνες ποτέ το βλέμμα στον ουρανό. Το χώμα, μόνο το χώμα. Μια νύχτα μπλέχτηκα στα κλαδιά ενός δέντρου. Και τότε επιτέλους στράφηκες κατά το μέρος μου επειδή έκανα κρότο. Όταν με είδες ήμουν πια ένα κομμάτι καουτσούκ στο χώμα…

Άνθρωπε έλειπες… εμείς ήμασταν φτιαγμένοι για πρωινές βόλτες και σακούλες γεμάτες βιβλία. Οι ώμοι μας ήταν φτιαγμένοι για ένα σακίδιο που θα μας ξυπνούσε στη μια μεριά του κόσμου και θα κοιμόμαστε στην άλλη. Τα δάκτυλα μας είναι φτιαγμένα για να γράφουν ιστορίες και εντυπώσεις από την Γάζα έως την Ραμάλα.

… Τα λόγια μας τις νύχτες … όπως λέει ο ποιητής.

Εμείς είχαμε την πόρτα μας ανοιχτή, οι άνθρωποι ερχόντουσαν και έφευγαν όπως τα τρένα. Μιλούσαμε καμιά φορά, γελούσαμε άλλες φορές, κλαίγαμε, αγκαλιαζόμαστε και η πόρτα ήτανε πάντα ανοιχτή. Οι σύντροφοι πάντα μπορούσαν να έρθουν και να φύγουν. Τότε ταξιδεύαμε κατά το πλάγιασμα της βροχής, να ξεπεράσουμε τις δυσκολίες που θαμπώνανε τον ουρανό μας… Σε σκοτεινές πλαγιές με κρυμμένους κινδύνους, με άτομα με χαραγμένη την σβάστικα, περιμένοντας τη στιγμή που θα κάνανε το λάθος… αλλά κρατήσαμε τη ζωή μας… Η αξία του νικητή φαίνεται από την αξία του νικημένου.

Έλειπες, δεν ήσουν εκεί. Ήσουν από τα πρώτα θύματα της παγκοσμιοποίησης που δρομολόγησε και όρισε η απληστία του τζόγου και του μαύρου άκοπου κέρδους.

Ξέρω ότι η κοινωνία δεν αποτελείται από ήρωες. Όσο τα τραπέζια είναι στρωμένα μόνο για μια μειοψηφία, η έννοια της ανυπακοής, σαν αμαρτία εμείς θα είμαστε όπως εκεί στους έρημους δρόμους, στις πλατείες, στις ταράτσες, κάτω από τους βράχους των μετεώρων κι όπου χρειαστεί. Αλλά θα είμαστε εκεί με τις δικές μας προσλαμβάνουσες, στην ίδια όμως πραγματικότητα, παρέα με τις δικές μας ιδεολογικές αγκυλώσεις και αυταπάτες.

…ύστερα κάποιος θα’ δίνε το σύνθημα και θ’ άρχιζε η εξέγερση, αλλά ποιός θα’δινε το σύνθημα; άλλοι έλεγαν ο φύλακας του πάρκου, άλλοι ο αντικρινός φαρμακοποιός κι άλλοι αυτός ο άγνωστος που περνούσε τ’ απογεύματα με το μαύρο καπέλο, αλλά τι σημασία έχει το ποιός, άλλοι κάνουν τις εξεγέρσεις κι ας μην τους θυμάται η Ιστορία – αλλά και ποιό θα ήταν το σύνθημα; άλλοι επέμεναν στη λέξη «χίμαιρα», άλλοι στη λέξη «αθώος», πολλοί έδειχναν το μεγάλο εκκρεμές της πόλης που είχε από χρόνια σταματήσει, αν έμπαινε άξαφνα μπροστά αυτό θα ήταν το σημάδι, άλλοι πάλι κάθονταν στα καφενεία κι ισχυρίζονταν πως θα τους ειδοποιήσουν εν καιρώ…

Μια κουρτίνα δεν φτάνει να σκεπάσει άνθρωπε τις ενοχές σου. Όσο και αν σκεπαστεί η ιστορία της Γκέρνικα, είναι γνωστά τα λάθη της ιστορίας που κρύβεσαι μέσα τους. Η ιστορία γράφτηκε από εσένα και τους «νικητές».

Στους έρημους δρόμους σε ακολουθούνε οι συμμορίες και οι βασανιστές γιατί ποτέ δεν ήταν ποιητές, αλλά εμείς δεν ήμαστε φτιαγμένοι να βαδίζουμε ατρόμητοι κατά πάνω σε όλα τα ζόρια – λογαριασμούς – απολύσεις – ερημιές –φασίστες, βιβλιάρια υγείας. Εμείς όμως υπολογίζαμε ότι θα διαβάζαμε Ρίτσο, Καβάφη, Αγγουλέ, παρέα με τους θεωρητικούς για λόγους κουλτούρας και ότι θα τα βάζαμε με την αδικία, την αλλοτρίωση και άλλες έννοιες.

Εμείς υπολογίζαμε ότι θα κλαίγαμε μόνο από έρωτα, άντε πότε – πότε κι ένας θάνατος.

Δεν περιμέναμε από εσένα άνθρωπε ότι θα έπαιρνες φωτιά από τις λέξεις ότι θα περπατούσες ξανά σε χαμένες απεργίες. Ίσως έκανες λάθος, ίσως ήσουν αφελής.

Εμείς νομίσαμε ότι πρέπει να ηττηθούμε όπως οι άλλοι, αυτοί που κάποτε θαυμάζαμε. Δεν περιμέναμε ότι η ζωή θα μας ζητήσει το λόγο.

Από τον Δούρειο ίππο κρατήσαμε τον Δ μόνο και τον μετατρέψαμε σε δουλικότητα και δικαιολογία.

Εκεί στο τείχος της πράσινης γραμμής στη Λευκωσία, είδαμε ανθρώπους που ακούν αλλιώτικα τραγούδια, διαβάζουν «δύσκολα βιβλία» τσαλακώνονται με χαρά πέφτουν στα έγκατα του «είναι» τους και ξανασηκώνονται με αξιοπρέπεια, άνθρωποι που δεν κρίνουν τους άλλους, γιατί ξέρουν πως δεν μπορούμε να εκτιμήσουμε ένα λάθος αν δεν το έχουμε κάνει εμείς… Εκεί στην πράσινη γραμμή στη μοιρασμένη πατρίδα… που βρίσκονται… και βρίσκονται ξένοι φαντάροι… όπως λέει ο ποιητής…

… H Ελένη και η κάθε Ελένη… είναι μια άγνωστη χώρα, που με χαρά ανακαλύπτουμε, όσο περνάει ο καιρός και νιώθω ευγνώμων που με άφησαν να μπω στη ζωή τους… που είναι τόσο επικηρυγμένη… εμείς όμως….

… Τραγουδάμε για μας Για το βίτσιο μας. Για το φάλτσο μας. Αυτό εννοούν, όταν ακούτε να λένε, «τους έμεινε μόνο η ροκιά». Όλοι εμείς, οι σιωπηλοί ακροβάτες μιας υπόσχεσης μάταιης.

… Με μια πιρόγα φύγαμε με αυτούς τους ανθρώπους που δεν πασχίζουν να ξεχωρίζουν. Δεν ζητούν κραυγαλέα καμιά προσοχή. Επειδή έχουν την αθωότητα να μην καταλαβαίνουν ποια είναι η αξία τους.

Έχουν τις δικές τους αξίες, τα ακριβά τους πιστεύω. Ακούς ανθρωπάκο;…

Εμείς όμως βασίσαμε στον ίδιο δρόμο και ας ήτανε τα κελιά μας χωριστά… κοιτάξαμε την πόλη μας, τους δρόμους που περπατήσαμε. Γυρίσαμε με θυμό, όλο το χαμόγελο και το τσιγάρο στο στόμα και είπαμε «μη φοβάσαι ρε…». Από δω και πέρα δεν είμαστε φτιαγμένοι για να μας παγώσει ο φόβος… Από δω και πέρα είμαστε φτιαγμένοι για να ζήσουμε…