Στο στόχαστρο του νεοσυντηρητισμού η φυλετική συμπερίληψη στα Πανεπιστήμια των ΗΠΑ

Μετά την ανατροπή του ιστορικού δεδικασμένου Roe v. Wade για το δικαίωμα στις αμβλώσεις, το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, στο οποίο πλειοψηφούν πλέον συντηρητικοί δικαστές, εξετάζει το ενδεχόμενο κατάργησης των μέτρων θετικής δράσης [affirmative action], που υιοθετούν αμερικανικά Πανεπιστήμια για τη φυλετική συμπερίληψη.

Το ακαδημαϊκό κεκτημένο αρκετών ανώτατων ιδρυμάτων των ΗΠΑ, με βάση το οποίο η προέλευση ενός/μιας υποψηφίου από κοινωνικά ευάλωτη φυλετική ομάδα λαμβάνεται υπόψη ως θετικός παράγοντας εισαγωγής του στο Πανεπιστήμιο, τίθεται πλέον υπό αμφισβήτηση.

Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, σε ειδική ακρόασή του στις 31 Οκτωβρίου, εξέτασε δύο αγωγές, εναντίον του Χάρβαρντ και του Πανεπιστημίου της Βόρειας Καρολίνα, τις οποίες κατέθεσε η οργάνωση Students for Fair Admissions [Φοιτητές για Δίκαιες Διαδικασίες Εισαγωγής].

Mε επικεφαλής τον συντηρητικό ακτιβιστή Έντουαρντ Μπλουμ, η συγκεκριμένη οργάνωση αμφισβητεί τη νομιμότητα των προβλέψεων φυλετικής συμπερίληψης, που υιοθετούν το Χάρβαρντ, το Πανεπιστήμιο της Βόρειας Καρολίνα, το Γέηλ, το Πανεπιστήμιο του Τέξας –όπως και πολλά άλλα δημόσια και ιδιωτικά ανώτατα ιδρύματα των ΗΠΑ– κατά την εξέταση αιτήσεων υποψήφιων φοιτητών/ριών.

Η συγκεκριμένη οργάνωση υποστηρίζει ότι η πρακτική της θετικής συνεκτίμησης της μειονοτικής ταυτότητας ενός υποψηφίου ως παράγοντα αποδοχής της αίτησής του είναι «άδικη, αχρείαστη και αντισυνταγματική».

Επιπλέον, επικαιροποιώντας μια μακρόχρονη διαμάχη γύρω από τις πανεπιστημιακές πρόνοιες θετικής δράσης, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η εξέταση του παράγοντα της φυλής από τα Πανεπιστήμια ευνοεί τα μέλη των μαύρων και ισπανόφωνων κοινοτήτων και λειτουργεί ρατσιστικά για τους Αμερικανούς ασιατικής καταγωγής, που κρίνονται ως προνομιούχα μειονοτική ομάδα.

Στιγμιότυπο από διαδηλώσεις για τα μέτρα θετικής δράσης την ημέρα συνεδρίασης του Ανώτατου Δικαστηρίου/Harvard Magazine

Η συνεδρίαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, στο τέλος Οκτωβρίου, ήταν πολύωρη και ιδιαίτερα πυκνή. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, η συντηρητική πλειοψηφία των έξι δικαστών της εννεαμελούς έδρας προϊδέασε, μέσα από τις τοποθετήσεις της, για το ενδεχόμενο να καταστεί σύντομα παρελθόν η νομική κατοχύρωση των συγκεκριμένων μέτρων.

Η τελική απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου για τα μέτρα θετικής δράσης στα Πανεπιστήμια αναμένεται την άνοιξη του 2023.

Ωστόσο ήδη ορισμένοι αναλυτές εκτιμούν ότι ο ιδεολογικός προσανατολισμός της πλειοψηφίας της έδρας θα βαρύνει κατά των πρακτικών φυλετικής πολυμορφίας στα Πανεπιστήμια, καθορίζοντας ένα ακόμα φλέγον ζήτημα της αμερικανικής κοινωνίας, μετά τις αμβλώσεις.

Μια κληρονομιά του κινήματος για τη φυλετική ισότητα

Τα μέτρα θετικής δράσης αποτελούν μέρος των σύνθετων ιστορικών διεργασιών και διαχωρισμών που σηματοδότησε το φυλετικό ζήτημα στην Αμερική.

Βασισμένα στην παραδοχή ότι μειονοτικές φυλετικές ομάδες δεν απολαμβάνουν ισότιμες ευκαιρίες πρόσβασης σε βασικά κοινωνικά αγαθά, όπως η υγεία, η εκπαίδευση, η πολιτική συμμετοχή, τα μέτρα θετικής δράσης συνιστούν ένα σύνολο κρατικών και ευρύτερα δημόσιων προνοιών για την αντιμετώπιση αυτού του χάσματος.

Πρόκειται για μια σειρά από κίνητρα και προβλέψεις, που στοχεύουν στη μείωση της υποεκπροσώπησης των συγκεκριμένων ομάδων στην εργασία, σε θεσμούς και δικαιώματα.

Μολονότι, η φιλοσοφία της θετικής δράσης απαντάται στη δημόσια πολιτική πολλών χωρών, στην Αμερική είναι στενά συνδεδεμένη με τους αγώνες για φυλετική ισότητα.

Οι πρόνοιες θετικής δράσης θεσμοθετήθηκαν για πρώτη φορά στο πλαίσιο του Νόμου για τα Πολιτικά Δικαιώματα του 1964, ο οποίος αποτέλεσε ορόσημο για την κατάργηση των φυλετικών διακρίσεων στην Αμερική.

Τα κυβερνητικά προγράμματα θετικής δράσης αρχικά προσανατολίζονταν στην άρση των διακρίσεων εις βάρος των Αφροαμερικανών πολιτών, αλλά στη συνέχεια διευρύνθηκαν, ώστε να συμπεριλάβουν και άλλες κατηγορίες πληθυσμού, όπως οι γυναίκες, οι ιθαγενείς, οι ισπανόφωνοι, οι άνθρωποι με αναπηρία και άλλες κοινωνικές ομάδες.

Ωστόσο, στις δεκαετίες που ακολούθησαν τα προγράμματα θετικής δράσης αμφισβητήθηκαν επανειλημμένα σε νομικό επίπεδο, με το επιχείρημα ότι πρόκειται για μια μορφή «αντίστροφης διάκρισης» που πριμοδοτεί αδίκως και αβάσιμα κάποιους πολίτες έναντι άλλων, στερώντας από τους λευκούς πολίτες τη δυνατότητα να διεκδικήσουν ισότιμα μια θέση.

Το Ανώτατο Δικαστήριο άρχισε να επιβάλει σημαντικούς περιορισμούς στη θετική δράση με βάση τη φυλή το 1989, τάση που κορυφώθηκε με μετέπειτα αποφάσεις ομοσπονδιακών δικαστηρίων.

Ρατσισμός της ελεύθερης αγοράς

Το επιχείρημα που διατυπώνουν οι ομάδες πίεσης για την κατάργηση της θετικής διάκρισης οικειοποιείται σε μεγάλο βαθμό μια φιλελεύθερη ρητορική, προτάσσοντας την υποχρέωση του κράτους να παραμένει ουδέτερο και να αποφεύγει οποιουδήποτε είδους διάκριση μεταξύ των πολιτών του, συμπεριλαμβανομένων των λεγόμενων «θετικών διακρίσεων».

Σύμφωνα με τη μελέτη των κοινωνιολόγων Μπόμπο και Σμιθ (1998) αυτού του είδους το επιχείρημα αντανακλά έναν μετασχηματισμό στις φυλετικές προκαταλήψεις εντός της αμερικανικής κοινωνίας, από τη δεκαετία του 1960 και μετά.

Οι αντιλήψεις περί ανάγκης αποχής του κράτους από τις «θετικές διακρίσεις» συνιστούν έναν «ρατσισμό της ελεύθερης της αγοράς» [laisser-faire racism], που θεωρεί τους ίδιους τους πολίτες αποκλειστικά υπεύθυνους για την κοινωνική τους ενσωμάτωση και ευημερία [1].

Πρόκειται, όπως αναφέρουν οι Μπόμπο και Σμιθ, για έναν ρατσισμό που δεν βασίζεται στην ευθεία υποτίμηση των μαύρων κοινοτήτων και το φυλετικό μίσος –όπως στην εποχή των νόμων του Τζιμ Κρόου– αλλά στην άρνηση των τεράστιων κοινωνικο-οικονομικών ανισοτήτων που αντιμετωπίζουν οι φυλετικές μειονότητες, κατά την πρόσβασή τους σε βασικά αγαθά και δικαιώματα.

Έτσι, το επιχείρημα της ισότητας έναντι του κράτους, που οφείλει να είναι ουδέτερο, βασίζεται στην παραγνώριση μιας δομικής ανισότητας που διέπει την αμερικανική κοινωνία και στην απροθυμία λήψης μέτρων για την άμβλυνση αυτού του χάσματος.

Jon Tyson/Unsplash

Από την άλλη πλευρά, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι υπάρχουν φωνές που αντιτάσσονται στα μέτρα θετικής δράσης, κάνοντας λόγο για ένα σύστημα που συγκαλύπτει τον ελιτισμό ορισμένων μεγάλων αμερικανικών Πανεπιστημίων.

Συγκεκριμένα, σε άρθρο του στο Atlantic, o συγγραφέας Ρίτσαρντ Κάλενμπεργκ, με μακρόχρονη δράση υπέρ των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων των μειονοτήτων, επιχειρηματολογεί υπέρ της κατάργησης της θετικής δράσης στα αμερικανικά Πανεπιστήμια, θέτοντας το ζήτημα της ταξικότητας.

«Το βρώμικο μυστικό της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι ότι οι φυλετικές πρόνοιες για τους μαύρους, τους Λατίνος και τους ιθαγενείς Αμερικανούς φοιτητές παρέχουν κάλυψη σε ένα σύστημα εισαγωγής που ωφελεί κυρίως τους πλούσιους», αναφέρει ο ίδιος.

Το ισχύον πλαίσιο για τη φυλετική συμπερίληψη είναι «ευρέως αντιδημοφιλές, είναι εξαιρετικά ευάλωτο σε νομικές προκλήσεις βάσει των ομοσπονδιακών νόμων για τα δικαιώματα των πολιτών, βοηθά δυσανάλογα τους φοιτητές μειονοτήτων της ανώτερης μεσαίας τάξης και φέρνει σε ανταγωνισμό ανθρώπους της εργατικής τάξης διαφορετικών φυλών», συμπληρώνει ο Κάλενμπεργκ, καταλήγοντας ότι τα αμφιθέατρα του Χάρβαρντ μολονότι φυλετικά ποικιλόμορφα παραμένουν αμφιθέατρα μιας αριστοκρατίας.

Από την πλευρά του, ο Πρόεδρος του Χάρβαρντ Λόρενς Μπάκοου, σε επιστολή του πριν από την εκδίκαση της υπόθεσης από το Ανώτατο Δικαστήριο, σημειώνει ότι όταν το ίδρυμα επιλέγει μια τάξη προπτυχιακών φοιτητών φροντίζει ώστε τα μέλη της να προέρχονται «από διαφορετικά κοινωνικά, οικονομικά, γεωγραφικά, φυλετικά και εθνικά υπόβαθρα».

Το Χάρβαρντ υποστηρίζει ότι κατά την αξιολόγηση ενός/μιας υποψηφίου αξιολογείται ολόκληρη η προσωπικότητα του ατόμου, συμπεριλαμβανομένων των ακαδημαϊκών και εξωσχολικών ενδιαφερόντων, της φυλής, του κοινωνικοοικονομικού υποβάθρου και των εμπειριών ζωής.

Με δεδομένες όλες αυτές τις περίπλοκες δυναμικές που θέτει η αναγκαία οπτική της διαθεματικότητας, στις σύγχρονες κοινωνίες, η επικείμενη απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου θα είναι καθοριστική για τον θεσμικό χώρο που θα επιφυλαχθεί στη φυλετική πολυμορφία των πανεπιστημιακών αμφιθεάτρων. Ακόμα και αν η φυλετική ανισότητα δεν είναι η μόνη ή η αποκλειστική μορφή διάκρισης που χρήζει αντιμετώπισης.

Σημειώσεις

[1] Bobo, L., & Smith, R. (1998). From Jim Crow racism to laissez-faire racism: The transformation of racial attitudes. In W. Katkin, N. Landsman, & A. Tyree (Εds.), Beyond pluralism: The conception of groups and group identities in America (pp. 182–221). Chicago, USA: University of Illinois Press.

Βασιάννα Κωνσταντοπούλου

πηγή: pass-world.gr

Print Friendly, PDF & Email