Πανδημίες και ανθρώπινη έκσταση

Ο Τζων Γουάλερ στο λίαν ενδιαφέρον βιβλίο του με τίτλο ‘The Dancing Plague: The Strange, True Story of an Extraordinary Illness’ (Sourcebooks, 2009), αναφέρεται στους τρόπους με τους οποίους η αγωνία του ατόμου από τη μια μεριά, και ο φόβος του Θεού, από την άλλη, έχουν οδηγήσει σε παράξενες ανθρώπινες εκδηλώσεις και συμπεριφορές ανά τους αιώνες. Το έτος 1374, για παράδειγμα, σε πολλές μεσαιωνικές πόλεις που βρίσκονταν διάσπαρτες κατά μήκος της κοιλάδας του ποταμού Ρήνου, εκατοντάδες άνθρωποι κατελήφθησαν αιφνιδίως από έναν αγωνιώδη καταναγκασμό για χορό. Η ιδιαιτερότητα του σπάνιου εκείνου γεγονότος είναι ότι χόρευαν για ώρες ή και μέρες, συνεχόμενα, με ελάχιστα διαλείμματα για ξεκούραση ή φαγητό. Ήταν, αναμφίβολα, για τους ιστορικούς, θύματα μιας από τις πιο περίεργες συμφορές που καταγράφηκαν ποτέ στη ιστορία του δυτικού κόσμου. Μέσα σε λίγες εβδομάδες η συγκεκριμένη μορφή μανίας είχε εξαπλωθεί και κατακλύσει μεγάλες περιοχές της βορειοανατολικής Γαλλίας και της Ολλανδίας και μόνο μετά από αρκετούς μήνες υποχώρησε αισθητά. Τον επόμενο αιώνα υπήρξαν μερικές μεμονωμένες εστίες ψυχαναγκαστικού χορού, αλλά το φαινόμενο επανεμφανίστηκε, εκρηκτικά, στην πόλη του Στρασβούργου το 1518. Τα χρονικά αναφέρουν ότι περίπου τετρακόσιοι άνδρες, γυναίκες και παιδιά, κυριεύτηκαν από ανεξέλεγκτη μανία χορού, προκαλώντας στη συνέχεια δεκάδες θανάτους από σωματική εξάντληση.

Λεπτομέρεια από χαρακτικό του Hendrik Hondius του 1642, βασισμένη στο σχέδιο του Peter Breughel, του 1564, που απεικονίζει πάσχοντες από επιδημία χορού.

Ας δούμε, κάπως λεπτομερέστερα, τα γεγονότα όπως εξελίχτηκαν χρονολογικά και τοπογραφικά. Λίγο πριν από την επιδημία του χορού στο Στρασβούργο, ένας εξ’ ίσου παράξενος καταναγκασμός είχε κυριεύσει ένα γυναικείο μοναστήρι στην Ισπανική, τότε, Ολλανδία. Το 1491 αρκετές καλόγριες «κυριεύτηκαν» από διαβολικές εμμονές που τις ωθούσαν να τρέχουν σαν σκύλοι, να πηδούν πάνω στα δέντρα μιμούμενοι τα πτηνά και να σκαρφαλώνουν στους κορμούς των δέντρων όπως οι γάτες. Οι συμπεριφορές αυτές φυσικά δεν περιορίζονταν σε καμία περίπτωση μόνο στις μοναχές, απλώς εκείνες επηρεάστηκαν δυσανάλογα. Τα επόμενα διακόσια χρόνια, σε γυναικεία μοναστήρια, παντού από τη Ρώμη στο Παρίσι, εκατοντάδες μοναχές βυθίστηκαν σε καταστάσεις ξέφρενου παραληρήματος, κατά τη διάρκεια των οποίων άφριζαν, ούρλιαζαν, σπρώχνονταν μεταξύ τους με σεξουαλικές προτάσεις και ανάλογους υπαινιγμούς σε εξορκιστές και ιερείς και ομολογώντας ότι είχαν σαρκικές σχέσεις με τους διαβόλους ή τον Χριστό. Αυτά τα γεγονότα, ίσως στις μέρες μας να ακούγονται κάπως απίθανα, αλλά υπάρχουν σαφείς και αρκούντως τεκμηριωμένες αποδείξεις ότι όντως συνέβησαν.

Το φαινόμενο της χορευτικής μανίας περιεγράφηκε ανεξάρτητα από πολλούς γιατρούς, χρονικογράφους της εποχής, μοναχούς και ιερείς, ενώ για το ξέσπασμα της πανώλης του 1518, υπάρχουν σημειωτέον ακόμα κείμενα μέσα στις δημοτικές εντολές που γράφτηκαν από τους πανικόβλητους αξιωματούχους της πόλεως του Στρασβούργου την εποχή της επιδημίας. Τα έγγραφα και τα αρχεία της έρευνας παρέχουν μεγάλη ποσότητα και σε βάθος περιγραφές μοναχών που έκαναν και εξιστορούσαν τα πιο περίεργα πράγματα. Οι διάφοροι συγγραφείς, στο πέρασμα των αιώνων, προσέφεραν διάφορες ερμηνείες αυτών των παράξενων και μερικές φορές θανατηφόρων κρίσεων χορού. Για παράδειγμα, έχει προταθεί η θεωρία ότι οι μανιακοί που ενεπλάκησαν στη χορευτική μανία του 1374 και του 1518, ήταν μέλη μιας αιρετικής χορευτικής λατρείας. Οι σύγχρονοι μελετητές, ωστόσο, κατέστησαν σαφή την άποψή τους ότι η μανία του χορού ήταν μάλλον το αποτέλεσμα μιας ασθένειας. Ούτε η Εκκλησία, άλλωστε, πίστευε ότι οι μανιακοί χορευτές ήταν κάτι άλλο παρά θύματα μιας τρομερής δοκιμασίας, φυσικής ή θεϊκής. Τις τελευταίες δεκαετίες, έγινε κάποια προσπάθεια για ‘βιολογική’ εξήγηση του φαινομένου, και δόθηκε η άποψη ότι εκείνες οι μανιακές συμπεριφορές προκλήθηκαν από την κατάποση ερυσίβης, ενός γνωστού σήμερα μύκητα με ισχυρές ψυχοτρόπες χημικές ουσίες. Από την άλλη μεριά, βέβαια, οι ασχολούμενοι στους τομείς της ψυχολογίας, της ιστορίας και της ανθρωπολογίας παρέχουν πειστικά στοιχεία ότι οι χοροί των καταστροφικών επιδημιών και οι μανιακές συμπεριφορές των μοναχών στην Ευρώπη, ήταν στην πραγματικότητα κλασσικές περιπτώσεις ενός πολύ διαφορετικού φαινομένου. Της μαζικής, τουτέστιν, ψυχογενούς έκστασης!

Μια σημαντική παράμετρος για την αιτία αυτών των περίεργων εκδηλώσεων σε περιόδους πάντοτε επιδημιών, έγκειται στο γεγονός ότι φαίνεται να εμπλέκουν την ονομαζόμενη διαχωριστική ή αποστασιοποιημένη έκσταση, μια κατάσταση που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων και την δραματική απώλεια του αυτοελέγχου. Είναι δύσκολο σήμερα να φανταστούμε αφηνιασμένους ανθρώπους να χορεύουν για αρκετές ημέρες, με μελανιασμένα και ματωμένα πόδια, εκτός από μια αλλοιωμένη κατάσταση συνείδησης. Αλλά, όπως είπαμε, υπάρχει πληθώρα διαθέσιμων στοιχείων από αυτόπτες μάρτυρες ότι οι εμπλεκόμενοι σε αυτούς τους χορούς δεν είχαν πλήρη συνείδηση των πράξεών τους. Οι θεατές εκείνων των γεγονότων μίλησαν για τους μανιακούς χορευτές του 1374 και τους περιέγραφαν ως άγριους, σε έξαλλη κατάσταση και ότι πιθανότατα έβλεπαν οράματα. Κάποιοι σημείωσαν ότι ενώ χόρευαν το μυαλό τους δεν ήταν πια καθαρό και ένας άλλος μίλησε για το πώς, έχοντας κουραστεί από το χορό και τα πηδήματα, εξαγριώθηκαν στη συνέχεια σαν τα άγρια θηρία πάνω στη γη. Οι εκατοντάδες μοναχές που περιγράφονται στα χρονικά, νομικά αρχεία, θεολογικά κείμενα ή στα αρχεία της Καθολικής Ιεράς Εξέτασης, παρουσίαζαν σίγουρα διαχωριστική έκσταση, δηλαδή εμφανίζονταν τελείως αποστασιοποιημένες από τα σώματά τους και μάλλον ως υπνωτισμένες. Κάποιοι είπαν ότι μπορεί να είχαν υιοθετήσει τη συμπεριφορά του δαιμονισμένου ως μέσου για να προσελκύσουν την προσοχή, αλλά οι λεπτομερείς περιγραφές των παρατηρητών δεν αφήνουν καμία αμφιβολία ότι οι περισσότεροι συμμετέχοντες στους χορούς εκείνους ήταν πραγματικά υπνωτισμένοι.

Πώς λοιπόν θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε αυτές τις αποστασιοποιημένες συμπεριφορές έκστασης στις περιόδους των επιδημιών; Η ερυσίβη θα μπορούσε να προκαλέσει παραισθήσεις και σπασμούς σε καλόγριες που έτρωγαν ψωμί από μολυσμένο αλεύρι, αλλά είναι πολύ απίθανο η κατανάλωση εκείνης της ποσότητας να προκάλεσε ασυνείδητες περιόδους μαζικού μανιακού χορού. Ούτε υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν πως ότι έτρωγαν ή έπιναν τα θύματα της μαζικής έκστασης, έκανε κάποια διαφορά στη συμπεριφορά τους. Και δεδομένου ότι υπάρχει μια καλά εδραιωμένη σχέση μεταξύ του ψυχολογικού στρες και της διάστασης, αυτός ο συσχετισμός υποδηλώνει την μαζική ψυχογενή ασθένεια. Πηγαίνοντας λίγο πίσω, παρατηρούμε πως τα χρόνια πριν από την χορευτική μανία ήταν πλημμυρισμένα από απύθμενη κλιματική σκληρότητα. Η επιδημία του 1374 σκιαγραφεί τις περιοχές που επλήγησαν περισσότερο, νωρίτερα το ίδιο έτος, από μία από τις χειρότερες πλημμύρες του αιώνα. Τα χρονικά λένε ότι η στάθμη των νερών του Ρήνου ανέβηκε γύρω στα δέκα μέτρα, τα νερά ξεχύθηκαν πάνω από τα τείχη της πόλης, ενώ τα σπίτια και οι εμπορικοί χώροι της αγοράς βυθίστηκαν κάτω από το νερό. Στη δεκαετία πριν από τη χορευτική μανία που σημάδεψε την πανούκλα του 1518, ο λιμός, οι ασθένειες και το τρομερό ψύχος προκάλεσαν απελπισία στους κατοίκους του Στρασβούργου και των περιχώρων του. Οι τιμές του ψωμιού έφτασαν στα υψηλότερα επίπεδα για πολλά χρόνια, χιλιάδες πεινασμένοι αγρότες και αμπελουργοί κατέφταναν στις πύλες της πόλης και οι παλιοί δολοφόνοι των πληθυσμών, όπως η λέπρα και η πανούκλα, προστέθηκαν με μια τρομακτική νέα ασθένεια που τώρα άκουγε στο όνομα σύφιλη. Ήταν αναμφίβολα εποχές δυσάρεστες και πολύ τραυματικές για όλους. Οι μοναχές προστατεύονταν καλύτερα από τις ατιμίες, ύβρεις και κακομεταχειρίσεις της καθημερινής ζωής, αλλά οι γυναικείες μονές θα μπορούσαν επίσης να γίνουν περιοχές πολύ τοξικές από ψυχολογικής σκοπιάς. Ακόμη και σε καλά διαχειριζόμενες κοινότητες, μερικές μοναχές ήταν αναπόφευκτα δυστυχισμένες, παρά το γεγονός ότι είχαν επιλέξει εκείνο το δρόμο για μια ζωή ήσυχης περισυλλογής σύμφωνα και με τις επιθυμίες των γονιών τους. Αλλά από τη στιγμή που έμπαιναν στο μοναστήρι ήταν πολύ δύσκολο για αυτές να βγουν. Εκείνες, βέβαια, που ασπάστηκαν έντονα την πνευματική ζωή, αποδείχτηκαν συχνά και οι πιο απελπισμένες.

Σε πολλές περιπτώσεις, οι συμπεριφορές των μοναχών ήταν πλημμυρισμένες από ανείπωτη υστερία και μάλιστα σε συλλογικό επίπεδο, όπως το έτος 1627, όταν κατηγόρησαν σε ένα μοναστήρι της νότιας Γαλλίας έναν ιερέα της περιοχής ότι συνωμοτούσε και συμφώνησε με τον Σατανά κρυφά για να τους εξάψει τον σεξουαλικό πόθο γι’ αυτόν. Όταν δεν τον είδα, ομολόγησε αργότερα μια μοναχή, κάηκα από την επιθυμία γι’ αυτόν, νοιώθοντας αβάσταχτη ενοχή. Μετά από εβδομάδες οδυνηρής μετάνοιας και ενδοσκόπησης, έπεσε σε μια περίεργη κατάσταση κατά τη διάρκεια της οποίας κατηγόρησε επανειλημμένα και ποικιλότροπα τον ιερέα. Μέσα σε λίγες μέρες, αρκετές άλλες μοναχές είχαν ακολουθήσει το παράδειγμά της, δείχνοντας παραληρηματικά με το δάχτυλο τον άτυχο ιερέα Grandier, ο οποίος μετά από σχετική έρευνα της Ιεράς Εξέτασης, οδηγήθηκε ζωντανός πάνω στην πυρά. Όπως και στην παραπάνω περίπτωση του γυναικείου μοναστηριού Loudun, μια βαθιά, ένοχη λαχτάρα για ανθρώπινη οικειότητα και με σεξουαλικό ακόμα περιεχόμενο, θα μπορούσε να προκαλέσει συλλογικές εκρήξεις, ανησυχητική αγένεια και άρση των δρομολογημένων καθημερινών τους συνηθειών.

Οι αντοχές πολλών καλογριών δοκιμάστηκαν σκληρά κατά τη διάρκεια του ευαγγελικού μεταρρυθμιστικού κινήματος που σάρωσε τις κοινότητές τους από τις πρώτες δεκαετίες του δέκατου πέμπτου αιώνα. Προσπαθώντας να αποκαταστήσουν τους σκληρούς πνευματικούς κώδικες των προηγούμενων αιώνων, οι μεταρρυθμιστές έδιναν οδηγίες στις καλόγριες να απορρίπτουν κάθε ματαιοδοξία, να υιοθετούν αυστηρά καθεστώτα αποχής και αυτοταπείνωσης και να διαλογίζονται τακτικά για την κακία του Σατανά και τις φλόγες της Κόλασης. Συχνά, όμως, οι νεότερες κόρες ευγενών ή πλούσιων δημοτών, δεν προσαρμόζονταν καλά στα γεύματα χωρίς γεύση, στα κρεβάτια χωρίς μαξιλάρια και στα βράδια χωρίς μουσική και συνομιλίες, με αποτέλεσμα να παρατηρηθεί σημαντικός αριθμός δαιμονισμένων εκδηλώσεων. Παρόμοιες εκδηλώσεις επανελήφθησαν με τις Ουρσουλίνες μοναχές της Auxonne στην ανατολική Γαλλία, το 1658, μετά τον διορισμό της Barbe Buvée στο γυναικείο μοναστήρι τους. Για αρκετά χρόνια ταλαιπωρημένες και αποστασιοποιημένες οι μοναχές την κατηγόρησαν ότι ήταν μάγισσα, ότι σκότωνε μωρά και ακόμα ότι ήταν λεσβία. Η Barbe Buvée απαλλάχθηκε, αλλά τοποθετήθηκε στη συνέχεια σε μια εναλλακτική γυναικεία μονή και η υστερική κρίση ξεπεράστηκε.

Η μαζική υστερία επηρέασε επίσης τις κοσμικές κοινότητες, και εδώ πάλι ο ρόλος του άγχους είναι απόλυτα σαφής, όπως και τα γνωστά γεγονότα στο Σάλεμ της Νέας Αγγλίας, το 1692. Ο φόβος και η αγωνία ήταν σίγουρα οι κοινοί παρονομαστές της χορευτικής μανίας που παρατηρήθηκε σε περιόδους πανώλης. Ομοίως, μόνο αν λάβουμε σοβαρά υπ’ όψιν μας το πολιτισμικό πλαίσιο, μπορούμε να εξηγήσουμε τα εντυπωσιακά επιδημιολογικά γεγονότα ότι οι κρίσεις υστερίας έπλητταν συχνά τα σπίτια των θρησκευόμενων πολιτών και ότι οι άνθρωποι ήταν λιγότερο συχνά θύματα μαζικής κατοχής από υπερφυσικές δυνάμεις και διαβόλους. Η καθημερινή ζωή των μοναχών ήταν γεμάτη από μυστικιστική υπερφυσικότητα και η φαντασία τους ζωντανή με διαβόλους, δαίμονες, σατανικά πρόσωπα και οργισμένους αγίους. Πίστευαν σιωπηρά στη δυνατότητα κατοχής τους από υπερφυσικές δυνάμεις και έτσι έγιναν ευαίσθητοι σε αυτή την θεωρία και πιθανότητα. Σ’ αυτές τις δυνάμεις περιλαμβάνονταν άγγελοι, δαίμονες, θεοί, συμπεριλαμβανομένης της μαγείας και της αντίληψης έξω και πέρα από τις γνωστές μας αισθήσεις. Επιπλέον, οι γυναίκες της εποχής ήταν διαποτισμένες με την ιδέα ότι ως μολυσμένες κληρονόμοι της Εύας ήταν πιο πιθανό να υποκύψουν στον Σατανά, ένα μισογυνιστικό τροπάριο που συχνά αύξησε την πιθανότητα υποβολής τους. Έτσι, όταν μια ιδιαίτερα ταλαιπωρημένη καλόγρια άρχισε να λιποθυμά, να αφρίζει, να σφαδάζει και να μιλάει σε περίεργες γλώσσες, υπήρχε πάντα η πιθανότητα οι άλλες μοναχές να βιώνουν το ίδιο είδος υστερίας, πεπεισμένες πλέον ότι ο Σατανάς καταδίωκε τα μοναστήρια τους σε αναζήτηση των ακάθαρτων ψυχών.

Η σύγχρονη ανθρωπολογία, η κοινωνιολογία και η ψυχολογία αποκαλύπτουν, επίσης, πώς οι πεποιθήσεις και οι προσδοκίες μπορούν να διαμορφώσουν την εμπειρία της αποσύνδεσης του ατόμου. Ο όρος αποσύνδεση ή διάσχιση, περιγράφει ένα ευρύ φάσμα εμπειριών, οι οποίες κυμαίνονται από την μειωμένου βαθμού συναισθηματική απόσπαση από το άμεσο περιβάλλον και φτάνουν μέχρι την πιο σοβαρή αποσύνδεση από σωματικές και συναισθηματικές εμπειρίες. Να προσθέσουμε εδώ, πως το κύριο χαρακτηριστικό όλων αυτών των φαινομένων αποσύνδεσης περιλαμβάνει την αποστασιοποίηση του ατόμου από την πραγματικότητα, παρά την απώλεια αυτής καθ’ εαυτής της πραγματικότητας όπως συμβαίνει στην ψύχωση. Σε ορισμένες κοινωνίες όπου οι άνθρωποι ενθαρρύνονται να εισέλθουν σε κατάσταση έκστασης για να έρθουν σε επαφή με έναν πνευματικό κόσμο, συνήθως συμπεριφέρονται με τους τρόπους που ορίζουν οι πολιτισμοί τους. Επομένως, λαμβάνοντας όλα αυτά υπ’ όψιν, έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε ότι τα θύματα τη χορευτικής μανίας σε περιόδους επιδημιών, συμπεριφέρονταν και ενεργούσαν σύμφωνα με την πλούσια θεολογία των οριζόντων τους.

Το 1374, οι χορευτές πίστευαν ότι ο Σατανάς είχε εξαπολύσει έναν ακαταμάχητο χορό και έτσι εκλιπαρούσαν για θεϊκή μεσολάβηση, σπεύδοντας στους ιερούς τόπους και αποδεχόμενοι με χαρά τον εξορκισμό. Οι άνθρωποι του Στρασβούργου το 1518 ήταν πεπεισμένοι ότι ένας άγιος που ονομαζόταν Βίτος, είχε εξαπολύσει μια χορευτική κατάρα, και έχοντας εισέλθει στην κατάσταση της μαζικής ψύχωσης και ενεργώντας σύμφωνα με τις επιταγές του μύθου του Αγίου Βίτου, χόρευαν για μέρες συνεχόμενα. Ο χορός μετατράπηκε σε επιδημία, όπως έγινε το 1374, επειδή κάθε νέο θύμα προσέφερε περαιτέρω αξιοπιστία στην πίστη για την υπερφυσική πράξη. Πράγματι, η επιδημία του Στρασβούργου αποτελεί παράδειγμα της φοβερής δύναμης της υποβολής, αφού οι αρχές της πόλης εξασφάλισαν την συγκέντρωση των χορευτών σε μερικούς από τους πιο δημόσιους χώρους της πόλης. Οι θεολογικές συνήθειες όρισαν και την συμπεριφορά των δαιμονισμένων καλογριών. Αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι σχεδόν όλες οι μαζικές υστερίες εμφανίστηκαν μέσα σε μια περίοδο τριακοσίων ετών, από το 1400 έως τις αρχές του 1700. Ο λόγος είναι ότι μόνο κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου οι θρησκευτικοί συγγραφείς επέμεναν ότι τέτοια γεγονότα ήταν δυνατά να επισυμβούν. Θεολόγοι, ανακριτές και εξορκιστές καθιέρωσαν τους κανόνες της μαζικής δαιμονικής υστερίας στους οποίους συμμορφώνονταν τότε ασυνείδητα και οι μοναχές και στους οποίους περιλαμβάνονταν στριφογυρίσματα και σωματικοί πόνοι, έξοδοι αφρού από το στόμα, σπασμοί, χοροί, γέλια, ομιλία σε γλώσσες άσχετες, ενώ δεν υστερούσαν οι άσεμνες χειρονομίες και οι περίεργες προτάσεις. Αυτές ήταν σοκαριστικές αλλά εντελώς στερεότυπες παραστάσεις βασισμένες σε βαθιά πεποίθηση για την φαυλότητα και αποσύνθεση του Σατανά που προήλθε από θρησκευτικά συγγράμματα και από περιγραφές προηγούμενων μαζικών υστερικών εκδηλώσεων. Για αιώνες, λοιπόν, η αγωνία και ο ευσεβής φόβος δούλεψαν συντονισμένα για να δημιουργήσουν επιδημίες χορού και υστερίας. Το 1749, μια γερμανική γυναικεία μονή στο Βύρτσμπουργκ γνώρισε μια επιδημία κραυγών, περιστροφών και έκστασης που οδήγησε στον αποκεφαλισμό μιας ύποπτης μάγισσας. Μέχρι εκείνη την περίοδο, ωστόσο, οι χορευτικές εκδηλώσεις των επιδημιών είχαν εξαφανιστεί και οι κρίσεις υστερίας ήταν σπάνιες. Από εκεί και ύστερα, με την άνοδο του σύγχρονου ορθολογισμού, η συχνότητα των μαζικών υστεριών μειώθηκε αισθητά και περιορίστηκε σε σκληρά διαχειριζόμενα περιβάλλοντα, όπως εργοστάσια και σχολεία και πυροδοτούνταν από αβάσιμους φόβους δηλητηρίασης ή έκθεσης σε τοξικές χημικές ουσίες, ασυνήθιστες πλέον στον δυτικό κόσμο. Αλλά βέβαια η χορευτική μανία στις επιδημίες και οι εμπειρίες των δαιμονισμένων μοναχών έχουν ακόμα κάτι να μας πουν ή έστω να υπαινιχθούν για τις ανθρώπινες αντιδράσεις απέναντι στο άγχος, την αγωνία και το φόβο. Αυτό που οι ιστορικοί αποκαλούν σύνολο συμπτωμάτων για ψυχοσωματικές ασθένειες ποικίλει σημαντικά με την πάροδο του χρόνου και μεταξύ των διαφόρων πολιτισμών και οι μεταβαλλόμενες εμφανίσεις της ανάλογης διαταραχής οφείλονται, τουλάχιστον εν μέρει, στις μεταβαλλόμενες νόρμες και προσδοκίες. Αλλά οι άγριες επιδημίες του χορού και της μαζικής υστερίας μπορούν επίσης να χρησιμεύσουν στους μελετητές της υπόθεσης ως ισχυρές υπενθυμίσεις της αστάθειας πολλών ψυχιατρικών καταστάσεων.

Ακόμα κι αν οι χοροί στις επιδημίες πανώλης ανήκουν στο παρελθόν, η μαζική ψυχογενής διαταραχή ή η ψυχογενής τρέλλα, παραμένει μέρος της ανθρώπινης κατάστασης. Ο όρος ορίζει την συλλογική εμφάνιση φυσικών συμπτωμάτων και σχετικών πεποιθήσεων μεταξύ δύο ή περισσοτέρων ατόμων ελλείψει αναγνωρίσιμου παθογόνου παράγοντα. Πολλοί διαχωρίζουν την εν λόγω κατάσταση σε δύο διαφορετικά είδη. Την υστερία μαζικού άγχους και την υστερία της μαζικής κινητικότητας. Η υστερία μαζικού άγχους συνήθως περιλαμβάνει την ξαφνική έκφραση έντονου άγχους ως απάντηση σε μια ανύπαρκτη ή ψεύτικη απειλή. Για το χώρο της Δύσης, οι εύλογοι φόβοι για δηλητηρίαση ή έκθεση ατόμων σε τοξικές χημικές ουσίες είναι γνωστό ότι προκαλούν τις κλασσικές αντιδράσεις που σχετίζονται με το στρες, όπως λιποθυμία, ναυτία, αδυναμία, ταχύπνοια και υπεραερισμό με τα γνωστά σήμερα αποτελέσματα. Οι περιπτώσεις υστερίας μαζικού άγχους σπάνια διαρκούν περισσότερο από μερικές ημέρες. Αντίθετα, η μαζική κινητική υστερία ή υστερία της μαζικής κινητικότητας, απαιτεί συνήθως παρατεταμένη συσσώρευση ψυχολογικής έντασης, η οποία στη συνέχεια εκδηλώνεται σε διαχωριστικές υστερικές καταστάσεις, συμπτώματα μεταστροφής ή προσηλυτισμού και άλλες ψυχοκινητικές ανωμαλίες, που μπορεί να επιμείνουν για εβδομάδες ή μήνες. Τέτοια ξεσπάσματα διαμορφώνονται συχνά από το σύνολο των υπερφυσικών πεποιθήσεων που ήταν υπεύθυνες για τη χορευτική μανία και τις κρίσεις υστερίας των ευρωπαϊκών γυναικείων μοναστηριών. Στη σύγχρονη Μαλαισία και τη Σιγκαπούρη, για παράδειγμα, οι εργαζόμενοι σε εργοστάσια συχνά παρασύρονται από αγροτικές κοινότητες που είναι γεμάτες από περίεργες πεποιθήσεις για τον κόσμο των πνευμάτων. Εκείνοι μάλιστα που δυσκολεύονται να προσαρμοστούν στον συντονισμό της εργοστασιακής ζωής, μερικές φορές εισέρχονται σε μια αποσυνδετική κατάσταση στην οποία συμπεριφέρονται με τρόπο που διαμορφώνεται από την κατανόηση της κουλτούρας τους για την κατοχή τους από κάποιο πνεύμα. Μαζική ψυχογενής διαταραχή μπορεί να προκύψει κι’ όταν οι συνάδελφοί τους στον εργασιακό χώρο έχουν τις ίδιες πεποιθήσεις και αντιμετωπίζουν επίσης έντονη ψυχολογική πίεση. Σε συγκεκριμένα μέρη αυτές οι εκρήξεις συχνά τερματίζονται με ένα θρησκευτικό τελετουργικό που περιλαμβάνει τη σφαγή ενός τράγου. Τόσο στη Δύση, τώρα, όσο και σε μη δυτικά μέρη, η μαζική κινητική υστερία συμβαίνει συνήθως στα σχολεία. Το 1962, για παράδειγμα, αρκετά κορίτσια σε ένα σχολείο ιεραποστολής κοντά στη λίμνη Τανγκανίκα ανέπτυξαν και παρουσίασαν έναν καταναγκασμό να γελούν και να κλαίνε με τη σειρά. Η ασθένεια σύντομα εξαπλώθηκε και στους γειτονικούς πληθυσμούς. Παρόμοιες εστίες γέλιου έχουν καταγραφεί τόσο στη Ζάμπια όσο και στην Ουγκάντα. Στην πραγματικότητα, πολλά σχολεία στην κεντρική Αφρική είναι ιδιαίτερα επιρρεπή σε εστίες μαζικής κινητικής υστερίας. Στα τέλη του 2008, αρκετά κορίτσια σε ένα σχολείο της Τανζανίας απάντησαν στην πίεση, να δώσουν κρίσιμες εξετάσεις, με περίεργα συμπτώματα. Πολλά λιποθύμησαν, ενώ άλλα έκλαιγαν σπασμωδικά, φώναζαν ή έτρεχαν γύρω από το σχολείο. Σε άλλες περιπτώσεις, παρουσίασαν παράλυση και ναυτία που διήρκεσαν ημέρες ή εβδομάδες. Ανάλογες μορφές μαζικής κινητικής υστερίας έχουν περιγραφεί και σε σχολεία της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής. Σε πολλές τέτοιες περιπτώσεις, τα θύματα λαμβάνουν συνήθως κάποιας μορφής ιατρική περίθαλψη προτού η όλη κατάσταση οδηγηθεί στη διάγνωση της μαζικής κινητικής υστερίας. Πιο σωστά περιγράφονται ως μαζική υστερία οι περιπτώσεις κατά τις οποίες ομάδες ανθρώπων ενεργούν βάσει πεποιθήσεων όταν αποκτούν υπερβολική πίστη σε περιόδους κοινωνικής και οικονομικής στενοχώριας. Για παράδειγμα, τμήματα της νοτιοανατολικής Ασίας πλήττονται περιοδικά από επιδημίες φόβου μεταξύ ανδρών και γυναικών ότι τα γεννητικά τους όργανα συρρικνώνονται σταδιακά μέσα στο σώμα τους, ο οποίος τροφοδοτείται από την πίστη στην ύπαρξη ενός κακού πνεύματος που προκαλεί την σύμπτυξη αυτή των οργάνων. Λέγεται μάλιστα ότι θα ακολουθήσει και ο θάνατος του ατόμου μόλις το πέος, οι θηλές των μαστών ή το αιδοίο εξαφανιστούν πλήρως μέσα στο σώμα. Αποτέλεσμα όλων αυτών των πεποιθήσεων είναι ότι οι άνδρες καρφώνουν μανταλάκια στα πέη τους στην προσπάθειά τους να αποτρέψουν την πλήρη συρρίκνωση του πέους τους. Ένα παρόμοιο φαινόμενο έχει καταγραφεί σε μέρη της δυτικής Αφρικής όπου οι άνδρες ισχυρίζονται ότι τα πέη τους έχουν συρρικνωθεί ή εκλάπησαν μέσω κάποιας κακής μαγείας. Τα άτομα μάλιστα που κατηγορούνται για κλοπή ή συρρίκνωση των γεννητικών οργάνων ξυλοκοπούνται μέχρι θανάτου ή λυντσάρονται, όπως παρατηρήθηκε στη Νιγηρία το 2001.

Κλείνοντας αυτή την ανασκόπηση, να πούμε επίσης ότι εκείνη τη μέρα του 1518, στο Στρασβούργο, η γυναίκα που άκουγε στο όνομα φράου Τροφέα, βγαίνοντας από το σπίτι της στο δρόμο, άρχισε αίφνης να χορεύει με ένα πρωτόγνωρο και μανιασμένο τρόπο, παρασύροντας μαζί της κάπου τετρακόσιους άλλους. Ακόμα και σήμερα, όμως, με την τόσο μεγάλη πρόοδο της επιστήμης της Ψυχιατρικής, δεν μπορούμε να καταλήξουμε σε ασφαλή συμπεράσματα για την αιτία όλων αυτών των μαζικών υστερικών εκδηλώσεων, όχι μόνον του Στρασβούργου, αλλά και πολλών μεσαιωνικών πόλεων από τον 14ο έως τον 16ο αιώνα. Ήταν μία δύσκολη περίοδος για την Ευρώπη, αφού η επιδημία της πανώλης θέρισε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού της, αφανίζοντας πάνω από το μισό πληθυσμό σε ευημερούσες κοινότητες και προκαλώντας καταστάσεις που είχαν ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Οι χρονικογράφοι του μεσαίωνα, μας άφησαν σπουδαίες περιγραφές και ταυτόχρονα άκρως ανατριχιαστικές αναφορές, με πολλούς να χορεύουν μέχρι θανάτου και συμπτωματολογία που προσομοιάζει με συνδυασμό επιληπτικής κρίσης και απώλειας της συνείδησης. Σε άλλες περιπτώσεις οι εκρήξεις θύμιζαν βακχικές οργιαστικές εκδηλώσεις, ενώ δεν ήταν σπάνιες οι περιπτώσεις στις οποίες οι ιερείς προχωρούσαν σε αφορισμό των συμμετεχόντων ατόμων με την αιτιολογία της αίρεσης ή ότι είχαν πέσει θύματα δαιμονισμένων δυνάμεων. Παρά τα όσα ενδιαφέροντα όμως μας προσέφερε η ιστορία των επιδημιών, η πραγματική αιτία της μαζικής υστερίας παραμένει άλυτο μυστήριο.

Είναι όμως ενδιαφέρον το γεγονός ότι και τα τελευταία δύο χρόνια με την έλευση της πανδημίας του κορονοϊού στην ανθρωπότητα, πολλοί νέοι, κατά προτίμηση, συγκεντρώνονταν σε δρόμους, πλατείες και κλαμπ, παρά την αντίθετη γνώμη της επίσημης Πολιτείας, καταναλώνοντας ξέφρενα αλκοόλ και χορεύοντας ολονύκτια χωρίς να λαμβάνουν τα στοιχειώδη προστατευτικά μέτρα, όπως μάσκες προσώπου και εμβολιασμό εναντίον του κορονοϊού. Οι καιροί φυσικά αλλάζουν, και θα είχε ιδιαίτερο πραγματικά ενδιαφέρον να γνωρίζαμε τι ακριβώς θα καταγράψουν οι ιστορικοί, οι ψυχίατροι ή οι ανθρωπολόγοι του μέλλοντος για τις παραπάνω, σχετικά πρόσφατες, πολυπληθείς εκδηλώσεις άρνησης της σκληρής αλήθειας!

Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης

πηγή: fractalart.gr

Print Friendly, PDF & Email