Παγωτό, η ιστορία του ακαταμάχητου γητευτή

Στην παι­δι­κή μνήμη του­λά­χι­στον δύο γε­νε­ών υπήρ­ξε συ­νυ­φα­σμέ­νο με το εύρος του θέ­ρους. Το πρώτο πα­γω­τό «άνοι­γε» την εποχή της ξε­γνοια­σιάς και το τε­λευ­ταίο ση­μα­το­δο­τού­σε την έναρ­ξη μιας νέας μα­θη­τι­κής σεζόν. Η πα­γω­μέ­νη λι­χου­διά των δια­φό­ρων γεύ­σε­ων, μαζί με τις βου­τιές στη θά­λασ­σα ήταν πεδίο παι­χνι­διού για τα παι­διά που συ­να­γω­νί­ζο­νταν με­τα­ξύ τους στο ποιο θα πε­τύ­χαι­νε τη μέ­γι­στη από­δο­ση…

Τα με­τρού­σαν τότε οι πι­τσι­ρι­κά­δες τα πα­γω­τά που κα­τα­νά­λω­ναν το κα­λο­καί­ρι κι όταν συ­να­ντιό­νταν στον αγια­σμό του σχο­λεί­ου, ανα­κοί­νω­ναν πε­ρή­φα­νοι ο ένας στον άλλο το σύ­νο­λο εκεί­νων που κα­τα­νά­λω­σαν, σε έναν αριθ­μό που ενί­ο­τε άγ­γι­ζε ή και ξε­περ­νού­σε τα τρία ψηφία. Από τη δε­κα­ε­τία του ΄80 κι ύστε­ρα, όταν εμ­φα­νί­στη­καν και άρ­χι­σαν να πυ­κνώ­νουν τα ζα­χα­ρο­πλα­στεία που σέρ­βι­ραν πα­γω­τό και τον χει­μώ­να, η λι­χου­διά έχασε την… αίγλη της ως κα­λα­ντά­ρι των λι­λι­πού­τειων μα­θη­τών και με­τα­τρά­πη­κε σε από­λαυ­ση πα­ντός και­ρού για όλες τις ηλι­κί­ες…

ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΙΣΚΟ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΝΕΡΩΝΑ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΩΝ ΔΙΑΦΩΤΙΣΤΩΝ – ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΣΤΕΚΙ ΠΑΓΩΤΟΥ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ

Πα­γω­τό. Η κα­τα­να­λω­τι­κή συ­νή­θεια, που προ­σφέ­ρει το απο­λαυ­στι­κό­τε­ρο μυρ­μή­γκια­σμα στον ου­ρα­νί­σκο. Στην Ελ­λά­δα φτά­νει μόλις τη δε­κα­ε­τία του ΄30, αλλά φαί­νε­ται πως η ιστο­ρία του χά­νε­ται πολύ βαθιά στο πα­ρελ­θόν. Λένε πως η πρώτη μορφή πα­γω­τού κα­τα­γρά­φε­ται την εποχή του Με­γά­λου Αλε­ξάν­δρου (336 – 323 π.Χ), καθώς ο κα­λο­φα­γάς Μα­κε­δό­νας στρα­τη­λά­της απο­λαμ­βά­νει πα­γω­μέ­να (στο χιόνι) φρού­τα πε­ρι­χυ­μέ­να με μέλι. Μια αντί­στοι­χη λι­χου­διά, γεύ­ε­ται αιώ­νες μετά και ο Ρω­μαί­ος αυ­το­κρά­το­ρας Νέ­ρω­νας (37-68 μ. Χ.), ο οποί­ος στέλ­νει τους σκλά­βους του στα βουνά για να μα­ζέ­ψουν φρέ­σκο χιόνι και να το φέ­ρουν πίσω για να το απο­λαύ­σει μαζί με τα φρού­τα του.

Πα­ρα­σκευα­στής της δυ­να­στεί­ας των Τανγκ στην Κίνα (618 έως το 907 μ. Χ.) βρί­σκει τρόπο να φτιά­χνει γευ­στι­κά μείγ­μα­τα από πάγο και γάλα, ενώ για την εμ­φά­νι­σή της στην Ευ­ρώ­πη, η συ­γκε­κρι­μέ­νη λι­χου­διά απο­δί­δε­ται στα… «λά­φυ­ρα» του τα­ξι­δευ­τή Μάρκο Πόλο (13ος αι.).

Κάπου στις αρχές του 17ου αι. ο Γάλ­λος σεφ του βα­σι­λιά Κα­ρό­λου Α΄ (1600-1649) της Αγ­γλί­ας εντυ­πω­σιά­ζει τους επί­ση­μους συν­δαι­τυ­μό­νες του με ένα επι­δόρ­πιο που θυ­μί­ζει χιόνι, αλλά είναι γλυκό. Ο Κά­ρο­λος «κόβει» στον σεφ της Αυλής 500 λίρες ετη­σί­ως, ως «επί­δο­μα σιω­πής». Για να μην απο­κα­λύ­ψει σε κα­νέ­ναν τη συ­ντα­γή του δρο­σι­στι­κού επι­δόρ­πιου και να συ­νε­χί­σει να το φτιά­χνει μόνο για τον ίδιο και τους επί­ση­μους κα­λε­σμέ­νους του. Αλλά το μυ­στι­κό κά­πο­τε διαρ­ρέ­ει. Άλ­λω­στε, νω­ρί­τε­ρα, το 1533, όταν η Αι­κα­τε­ρί­νη των Με­δί­κων πα­ντρεύ­ε­ται τον Ερ­ρί­κο Β’, φέρ­νει στη νέα της πα­τρί­δα ένα επι­δόρ­πιο από γλυ­κιά κρέμα, που θυ­μί­ζει πολύ την κα­το­πι­νή συ­ντα­γή του Γάλ­λου σεφ και πι­θα­νο­λο­γεί­ται ότι απο­τε­λεί τον πρό­δρο­μό της.

Το θέμα είναι ότι, ως εμπο­ρι­κό προ­ϊ­όν πλέον, και το πα­γω­τό της επο­χής -όπως κάθε τι ιδιαί­τε­ρο- πα­ρα­σκευά­ζε­ται και προ­ο­ρί­ζε­ται για τους πλου­σί­ους. Δε­δο­μέ­νης, άλ­λω­στε, της δυ­σκο­λί­ας να συ­ντη­ρη­θεί το κύριο συ­στα­τι­κό της συ­ντα­γής, ο πάγος, το είδος κα­θί­στα­ται μάλ­λον λι­γο­στό, δυ­σεύ­ρε­το και απλη­σί­α­στο στους μη έχο­ντες… Πέραν τού­του, δα­πα­νη­ρή και επί­πο­νη είναι και η πα­ρα­σκευή του, καθώς χρειά­ζο­νται δύο με­γά­λοι κάδοι με με­γά­λες πο­σό­τη­τες πάγου και αλα­τιού και του­λά­χι­στον 40 λεπτά της ώρας συ­νε­χές ανα­κά­τε­μα του μείγ­μα­τος, ώστε ούτε να λιώ­σει, ούτε να πα­ρου­σιά­σει κρυ­στάλ­λους.

Οι πρώ­τες συ­ντα­γές πα­γω­τού πά­ντως εμ­φα­νί­ζο­νται στις αρχές του 18ου αι. και φι­λο­ξε­νού­νται σε γαλ­λι­κό βι­βλίο υπό τον τίτλο «Η τέχνη τού να φτιά­χνεις πα­γω­τό». Ωστό­σο, νω­ρί­τε­ρα, αρ­κε­τοί είναι οι ασχο­λού­με­νοι με την πα­ρα­σκευή εδε­σμά­των που δια­γκω­νί­ζο­νται ατύ­πως στη μάχη τού ποιος θα φτιά­ξει το τέ­λειο πα­γω­τό. Η ιστο­ρία, εντέ­λει, δι­καιώ­νει τον Σι­κε­λό μά­γει­ρα Φραν­τσέ­σκο Προ­κό­πιο ντέι Κολ­τέ­λι (Francesco Procopio dei Coltelli), ο οποί­ος το 1686 ανοί­γει στην καρ­διά του Πα­ρι­σιού το «Café Procope», το πρώτο κα­φε­νείο της γαλ­λι­κής πρω­τεύ­ου­σας, κατά κά­ποιους και το πρώτο πα­γκο­σμί­ως. Το κα­τά­στη­μα σύ­ντο­μα με­τα­τρέ­πε­ται σε στέκι αν­θρώ­πων του πνεύ­μα­τος και της τέ­χνης. Από τα τρα­πέ­ζια του περ­νούν όλοι οι αστέ­ρες της Κο­με­ντί Φραν­σαίζ (Comedie francaise), αλλά και ο Ρα­κί­νας, και ο Ρουσώ και ο Βολ­ταί­ρος και ο Ντι­τε­ρό και ο Μπαλ­ζάκ και ο Φραν­κλί­νος και πολ­λοί πολ­λοί άλλοι. Ένας από τους λό­γους της επι­τυ­χί­ας του κα­φε­νεί­ου είναι το πα­γω­τό, που σερ­βί­ρει. Αλλά πώς έχει ξε­κι­νή­σει να φτιά­χνει πα­γω­τό ένας Σι­κε­λός, γεν­νη­μέ­νος στους πρό­πο­δες της Αίτ­νας;

Ο Φραν­τσέ­σκο Προ­κό­πιο είναι γόνος οι­κο­γέ­νειας ψα­ρά­δων. Τόσο ο παπ­πούς του όσο και ο πα­τέ­ρας του συ­ντη­ρούν τις οι­κο­γέ­νειές τους ψα­ρεύ­ο­ντας πότε στον κόλπο του Κάπο ντ΄ Ορ­λά­ντο και πότε στις θά­λασ­σες της Τα­ορ­μί­νας και της Κα­τά­νιας. Το πα­γω­τό αυτή την εποχή είναι μία έν­νοια άγνω­στη, αλλά η ιτα­λι­κή λέξη «σορ­μπέ­το» (sorbetto) είναι γνω­στή, εύ­γε­στη και ιδιαι­τέ­ρως απο­λαυ­στι­κή στο θερμό κλίμα της Σι­κε­λί­ας… Πρό­κει­ται για το δρο­σι­στι­κό επι­δόρ­πιο, που αιώ­νες μετά, θα φτά­σει στην Ελ­λά­δα ως γρα­νί­τα. Μία κα­τε­ψυγ­μέ­νη υγρή νο­στι­μιά, που πα­ρα­σκευά­ζε­ται από με­λω­μέ­νο νερό και χυ­μούς φρού­των. Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, το sorbetto είναι η ιτα­λι­κή εκ­δο­χή του περ­σι­κού «şerbet», ενός δρο­σι­στι­κού γλυ­κού ρο­φή­μα­τος ανα­με­μειγ­μέ­νου κυ­ρί­ως με λε­μό­νια και χυ­μούς λου­λου­διών, όπου όμως προ­στί­θε­νται και στοι­χεία γά­λα­κτος. Οι Ιτα­λοί το έχουν φέρει στον τόπο τους έχο­ντας αφαι­ρέ­σει πα­ντε­λώς το γάλα. Αλλά ο παπ­πούς του Φραν­τσέ­σκο Προ­κό­πιο, που τυ­χαία έχει δο­κι­μά­σει από αυτό το αυ­θε­ντι­κό ανα­το­λί­τι­κο επι­δόρ­πιο και έχει εν­θου­σια­στεί, όταν δεν ψα­ρεύ­ει, σκέ­φτε­ται και πει­ρα­μα­τί­ζε­ται. Προ­σπα­θεί να κα­τα­σκευά­σει το μη­χά­νη­μα, που χρη­σι­μο­ποιούν οι Πέρ­σες για την πα­ρα­σκευή του «şerbet», στο οποίο -εν­νο­εί­ται- θα πε­ριέ­χε­ται και γάλα. Όταν τα κα­τα­φέρ­νει είναι πια πολύ με­γά­λος για να αξιο­ποι­ή­σει την εφεύ­ρε­σή του, αλλά την κλη­ρο­δο­τεί στον εγ­γο­νό του, ο οποί­ος στο με­τα­ξύ δεί­χνει έφεση στη μα­γει­ρι­κή. Ανα­ζη­τώ­ντας την τύχη του και βα­δί­ζο­ντας ήδη στην τρίτη δε­κα­ε­τία της ζωής του, τα βή­μα­τα του Φραν­τσέ­σκο Προ­κό­πιο του νε­ό­τε­ρου, τον οδη­γούν στο Πα­ρί­σι, όπου ανοί­γει το «Le Procope» και καθώς, το πα­γω­τό τα­ξι­δεύ­ει από τις ευ­ρω­παϊ­κές βα­σι­λι­κές αυλές ως νέο γα­στρο­νο­μι­κό επί­τευγ­μα, εκεί­νος απο­φα­σί­ζει να το προ­σφέ­ρει στην πε­λα­τεία του. Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δεν έχει παρά να πει­ρα­μα­τι­στεί με τη μη­χα­νή-κλη­ρο­δό­τη­μα του παπ­πού του. Το πεί­ρα­μα στέ­φε­ται με από­λυ­τη επι­τυ­χία και αρι­στο­κρά­τες από κάθε γωνιά της Γαλ­λί­ας βρί­σκο­νται στα κα­φε­νείο του Φραν­τσέ­σκο Προ­κό­πιο να απο­λαμ­βά­νουν τη νέα λι­χου­διά, που ευ­φραί­νει τον ου­ρα­νί­σκο τις ζε­στές μέρες του κα­λο­και­ριού… Στο με­τα­ξύ, ο ίδιος έχει πα­ντρευ­τεί και απο­κτή­σει ήδη τα πρώτα οκτώ παι­διά του… Άλλα πέντε θα έρ­θουν στη ζωή του από ακόμη δύο γά­μους, που θα προ­λά­βει να κάνει ως τα 76 του, οπότε θα αφή­σει την τε­λευ­ταία του πνοή. Η δυ­να­στεία των dei Coltelli θα φρο­ντί­σει να διαιω­νί­σει και το κα­τά­στη­μα και το πα­γω­τό στην Ευ­ρώ­πη, το οποίο ασφα­λώς πι­στώ­νε­ται στον Σι­κε­λό μά­γει­ρα. Το «Le Procope» λει­τουρ­γεί αδια­λεί­πτως, ως ρε­στο­ράν πλέον, στη 13 rue de l΄Ancienne Comedie της γαλ­λι­κής πρω­τεύ­ου­σας, κλεί­νο­ντας φέτος αι­σί­ως 335 έτη ζωής (!). Εξα­κο­λου­θεί να σερ­βί­ρει ένα από τα πιο εύ­γε­στα πα­γω­τά της γη­ραιάς ηπεί­ρου και όχι μόνον…

ΤΟ ΠΑΓΩΤΟ ΕΞΑΠΛΩΝΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΤΑΧΥΤΗΤΑ ΦΗΜΗΣ…

Έχο­ντας «ξε­φύ­γει» από τα βα­σι­λι­κά σα­λό­νια κι έχο­ντας έκτο­τε κερ­δί­σει πε­ρί­ο­πτη θέση στις γευ­στι­κές απο­λαύ­σεις των ευ­κα­τά­στα­των κα­τα­να­λω­τών (όσο η συ­ντή­ρη­ση του πάγου πα­ρα­μέ­νει δύ­σκο­λη υπό­θε­ση, τόσο το πα­γω­τό θα απο­τε­λεί λι­χου­διά των πλου­σί­ων) ανά την Ευ­ρώ­πη, το πα­γω­τό γί­νε­ται πεδίο πει­ρα­μα­τι­σμού στα ερ­γα­στή­ρια των ζα­χα­ρο­πλα­στών. Το λευκό πα­γω­μέ­νο γλυκό με­τα­τρέ­πε­ται σε επι­δόρ­πιο της καρ­διάς. Μι­κρές αλλά αξιο­ση­μεί­ω­τες νίκες πει­ρα­μα­τι­στών φέρ­νουν στην επι­φά­νεια και­νούρ­γιες γεύ­σεις πα­γω­τού, από τις οποί­ες κά­ποιες τα­ξι­δεύ­ουν ιλιγ­γιω­δώς στην αγορά και κά­ποιες… με τον αρα­μπά. Στο τέλος, βέ­βαια, βρί­σκουν όλες τη θέση τους στην καρ­διά των κα­τα­να­λω­τών.

Στην αμε­ρι­κα­νι­κή ήπει­ρο, πά­ντως, η λι­χου­διά κάνει θο­ρυ­βώ­δη εμ­φά­νι­ση στα μέσα του 18ου αι. Ει­κά­ζε­ται πως στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ο «ει­σα­γω­γέ­ας» του εί­δους στις ΗΠΑ, είναι αξιω­μα­τού­χος της κε­ντρι­κής διοί­κη­σης, ο οποί­ος, σε επί­ση­μο τα­ξί­δι του στην Ευ­ρώ­πη, δο­κι­μά­ζει το επι­δόρ­πιο σε κά­ποιο γεύμα και εν­θου­σιά­ζε­ται. Το 1744, Σκω­τσέ­ζος άποι­κος που επι­σκέ­πτε­ται το σπίτι του κυ­βερ­νή­τη του Maryland κα­τα­γρά­φει με ζέση το κέ­ρα­σμα που δέ­χθη­κε και δεν ήταν άλλο από πα­γω­τό φρά­ου­λα. Είναι η ίδια χρο­νιά, που το λήμμα «ice cream» κάνει την παρ­θε­νι­κή του εμ­φά­νι­ση στο English Dictionary.

Τον Μάιο του 1777 οι ανα­γνώ­στες της «New-York Gazetta» και του «Weekly Mercury» δια­βά­ζουν μία δια­φή­μι­ση εγκαι­νί­ων κα­τα­στή­μα­τος σε πλαί­σιο: «Ο άρτι αφι­χθείς εκ Λον­δί­νου Philip Lenzi θα προ­σφέ­ρει στο κοινό του Μαν­χά­ταν ποι­κι­λία από γλυ­κές λι­χου­διές, όπως μαρ­με­λά­δες και ζελέ, δα­μά­σκη­να ζά­χα­ρης, δια­κο­σμη­τι­κά ζά­χα­ρης, κα­ρα­μέ­λες και – το πιο ση­μα­ντι­κό – πα­γω­τό!». Γι αυτό το τε­λευ­ταίο μά­λι­στα ο επι­χει­ρη­μα­τί­ας υπό­σχε­ται πως, στο κα­τά­στη­μά του, θα δια­τί­θε­ται «σχε­δόν ημε­ρη­σί­ως». Ήρθε η στιγ­μή, εκτός από την Ευ­ρώ­πη, το πα­γω­τό να αλώ­σει και την Αμε­ρι­κή.

Ο τρί­τος πρό­ε­δρος των ΗΠΑ, Τόμας Τζέ­φερ­σον (1801-1809), πει­ρα­μα­τι­ζό­με­νος στην κου­ζί­να της συ­ζύ­γου του, φέ­ρε­ται να σκα­ρώ­νει τη δική του συ­ντα­γή για πα­γω­τό βα­νί­λια, ενώ η επό­με­νη «πρώτη κυρία», η κυρία του Τζέιμς Μά­ντι­σον (1809-1817) σερ­βί­ρει πα­γω­τό φρά­ου­λα στη δε­ξί­ω­ση για τη δεύ­τε­ρη προ­ε­δρι­κή θη­τεία του συ­ζύ­γου της.

Το πρώτο ερ­γο­στά­σιο πα­ρα­γω­γής πα­γω­τού στις ΗΠΑ ιδρύ­ε­ται, το 1851, από έναν κουά­κε­ρο του Maryland. Πρό­κει­ται για τον Τζέι­κομπ Φάσελ (C. Jacob Fussell), ο οποί­ος μοι­ραία βα­φτί­ζε­ται «πα­τέ­ρας της πα­γω­το­βιο­μη­χα­νί­ας». Είναι η χρο­νιά κατά την οποία ο μέσος Αμε­ρι­κα­νός κα­τα­να­λώ­νει ετη­σί­ως ένα κου­τα­λά­κι του γλυ­κού πα­γω­τό (!). Δύο αιώ­νες μετά, η ετή­σια κα­τα­νά­λω­ση πα­γω­τού από έναν Αμε­ρι­κα­νό πο­λί­τη ξε­περ­νά τα 30 λίτρα (πε­ρί­που 27 κιλά)!

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΑΙΜΟΝΙΟ ΣΤΑ ΠΑΝΩ ΤΟΥ… ΕΛΛΗΝΑΣ Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΟΥ ΜΑΛΑΚΟΥ ΠΑΓΩΤΟΥ

Ο 20ος αι. τρέ­χει ανά τη Γη και το πα­γω­τό, που έχει τα­ξι­δέ­ψει σχε­δόν σε όλα τα μήκη και πλάτη της είναι πλέον κα­θη­με­ρι­νή συ­νή­θεια του κα­λο­και­ριού. Στις ζε­στές ζώνες του πλα­νή­τη μά­λι­στα είναι γε­γο­νός η πα­ρα­γω­γή και κα­τα­νά­λω­ση πα­γω­τού και τον χει­μώ­να.

Τα πρώτα χρό­νια του αιώνα, στην Ελ­λά­δα το πα­γω­τό είναι πε­ρισ­σό­τε­ρο φήμη, παρά πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Ιστο­ρι­κές πηγές, βέ­βαια, ανα­φέ­ρουν ότι του­λά­χι­στον οι εν Αθή­ναις αρι­στο­κρά­τες γεύ­θη­καν για πρώτη φορά την πα­γω­μέ­νη λι­χου­διά το 1835 σε μία από τις κο­σμι­κές εκ­δη­λώ­σεις του Βαυα­ρού πρω­θυ­πουρ­γού Άρ­μα­σπεργκ. Ένας Ιτα­λός, ονό­μα­τι Calvo, διευ­θυ­ντής ξε­νο­δο­χεί­ου στην πόλη, που σχε­δί­α­ζε να ανοί­ξει ζα­χα­ρο­πλα­στείο, σκέ­φτη­κε να δια­φη­μί­σει το επι­δόρ­πιο, που θα απο­τε­λού­σε τη ναυαρ­χί­δα των προ­ϊ­ό­ντων του. Έτσι πρό­τει­νε στην κό­μισ­σα Άρ­μα­σπεργκ να πα­ρα­σκευά­σει πα­γω­τά για τους προ­σκε­κλη­μέ­νους της. Εκεί­νη δέ­χθη­κε με προ­θυ­μία. Το κέ­ρα­σμα εν­θου­σί­α­σε τους επι­σκέ­πτες και η οι­κο­δέ­σποι­να δεν στα­μα­τού­σε να δια­φη­μί­ζει το ζα­χα­ρο­πλα­στείο, που θα το διέ­θε­τε. Αλλά, σύ­ντο­μα το κλίμα εν­θου­σια­σμού χά­λα­σε… Όσοι κα­τα­νά­λω­σαν τη λι­χου­διά άρ­χι­σαν να ψά­χνουν γωνιά για να την απο­βά­λουν… «Με­τέ­βα­λον το δά­πε­δον της αι­θού­σης εις δει­νώς κυ­μαι­νό­με­νον σκά­φος» ανα­φέ­ρει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά χρο­νι­κο­γρά­φος της επο­χής. Τι είχε συμ­βεί; Ο Calvo, προ­κει­μέ­νου να κάνει εντυ­πω­σια­κό­τε­ρα τα πα­γω­τά του και καθώς δεν υπήρ­χαν στην Αθήνα φυ­σι­κές χρω­στι­κές ου­σί­ες, χρη­σι­μο­ποί­η­σε χη­μι­κά χρώ­μα­τα κι έτσι οι κα­λε­σμέ­νοι έπα­θαν τρο­φι­κή δη­λη­τη­ρί­α­ση. Ο χορός «σχό­λα­σε» άδοξα. Την ώρα που όλοι ανα­ζη­τού­σαν για­τρό, ο επί­δο­ξος ζα­χα­ρο­πλά­στης γι­νό­ταν… λαγός! Πέ­ρα­σαν μήνες για να εμ­φα­νι­στεί ξανά δη­μο­σί­ως…

Ως εκ τού­του, οι πρώ­τες εντυ­πώ­σεις από τα πα­γω­τά στην ελ­λη­νι­κή πρω­τεύ­ου­σα δεν ήταν και ιδιαί­τε­ρα ευ­χά­ρι­στες. Όχι πολύ αρ­γό­τε­ρα, όμως, το 1840, ο δρα­στή­ριος επι­χει­ρη­μα­τί­ας Καρ­δα­μά­της ανοί­γει το πρώτο αμι­γές ζα­χα­ρο­πλα­στείο της πόλης (ως τότε χρέη ζα­χα­ρο­πλα­στεί­ου εκτε­λούν οι φούρ­νοι) στη συμ­βο­λή των οδών Αιό­λου και Ευ­ρι­πί­δου προ­σφέ­ρο­ντας με­τα­ξύ άλλων και πα­γω­τό, και το με­τα­τρέ­πει σε λαϊκή λι­χου­διά, που απο­λαμ­βά­νουν με πάθος οι Αθη­ναί­οι. Ο επι­χει­ρη­μα­τί­ας δεν έχει πολλά γλυκά στη… φα­ρέ­τρα του, αλλά -στην αρχή του­λά­χι­στον- δεν είναι και απα­ραί­τη­το. Το κα­τά­στη­μά του δια­θέ­τει πα­ρι­σι­νή ατμό­σφαι­ρα και πα­γω­τό. Φαί­νε­ται πως αυτά είναι αρ­κε­τά. Λέ­γε­ται ότι η ημε­ρή­σια εί­σπρα­ξη του κα­τα­στή­μα­τος φτά­νει τις 400 δραχ­μές, ενώ τις γιορ­τές ξε­περ­νά τις 1.000, ποσά αστρο­νο­μι­κά για την εποχή! Αυτό του επι­τρέ­πει να τα­ξι­δεύ­ει τα­κτι­κά στην Ευ­ρώ­πη και να φέρ­νει στην Αθήνα νέες συ­ντα­γές. Ει­κά­ζε­ται ότι είναι αυτός που έφερε και την πρώτη χει­ρο­κί­νη­τη μη­χα­νή πα­ρα­σκευ­ής σο­κο­λά­τας.

Ο ερ­χο­μός των προ­σφύ­γων της Μι­κράς Ασίας στην Ελ­λά­δα δίνει ακόμη με­γα­λύ­τε­ρη ώθηση στην πα­ρα­σκευή πα­γω­τού. Μικρά πα­ρα­σκευα­στή­ρια ξε­φυ­τρώ­νουν στις με­γά­λες πό­λεις και στους δρό­μους κά­νουν την εμ­φά­νι­σή τους οι πρώ­τοι πα­γω­τα­τζή­δες με τα τρο­χή­λα­τα πα­γο-ψυ­γεία. Οι Μι­κρα­σιά­τες ζα­χα­ρο­πλά­στες φέρ­νουν την τέχνη τους και απο­γειώ­νουν την πα­γω­μέ­νη λι­χου­διά, συ­στή­νο­ντας στην Ελ­λά­δα τον «ντο­ντουρ­μά». Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, dondurma απο­κα­λεί­ται στα τουρ­κι­κά το πα­γω­τό. Αλλά εκεί, στην άλλη πλευ­ρά του Αι­γαί­ου, η πα­ρα­σκευή του βα­σί­ζε­ται στο παχύ βου­βα­λί­σιο γάλα, που κάνει το πα­γω­τό ακόμα πιο εύ­γε­στο και κυ­ρί­ως, μα­στι­χω­τό. Έτσι, ο «ντο­ντουρ­μάς» κα­θιε­ρώ­νε­ται ως το ανα­το­λί­τι­κο είδος πα­γω­τού, που γί­νε­ται δεκτό στην Ελ­λά­δα μετά… βαΐων και κλά­δων… Δε­κα­ε­τί­ες αρ­γό­τε­ρα, οι πα­ρα­σκευα­στές, εμπνε­ό­με­νοι από την υφή και τη γεύση του ντο­ντουρ­μά, θα πα­ρου­σιά­σουν στην αγορά το πα­γω­τό καϊ­μά­κι.

Το 1934, η Ελ­λά­δα απο­κτά τη δική της μο­νά­δα προ­ϊ­ό­ντων γά­λα­κτος και πα­γω­τού. Τα αδέλ­φια Σου­ρα­πά, από τα Βέρ­βε­να της Αρ­κα­δί­ας, με­τα­νά­στες στο Σι­κά­γο, έχο­ντας απο­κτή­σει κά­ποια σχε­τι­κή οι­κο­νο­μι­κή επι­φά­νεια, επι­στρέ­φουν στον τόπο τους, όπου η δια­κί­νη­ση του φρέ­σκου γά­λα­κτος είναι απο­κλει­στι­κή αρ­μο­διό­τη­τα των πλα­νό­διων πω­λη­τών και των γα­λα­κτο­κο­μεί­ων. Έτσι, απο­φα­σί­ζουν να στή­σουν την Εθνι­κή Βιο­μη­χα­νία Γά­λα­κτος (ΕΒΓΑ) και μά­λι­στα στον Βο­τα­νι­κό που σφύ­ζει από βου­στά­σια, για βρί­σκο­νται κοντά στην πρώτη ύλη.

Το 1936, η εται­ρεία πα­ρου­σιά­ζει στους Έλ­λη­νες το πα­γω­τό «ξυ­λά­κι», το πα­γω­τό σε κύ­πελ­λο και το χω­νά­κι με σο­κο­λά­τα και αμύ­γδα­λο. Το «ξυ­λά­κι» είναι αυτό που της χα­ρί­ζει την πρώτη της ευ­ρε­σι­τε­χνία. Το πρώτο τυ­πο­ποι­η­μέ­νο πα­γω­τό στην Ελ­λά­δα και μά­λι­στα με την έγκρι­ση του Γε­νι­κού Χη­μεί­ου του Κρά­τους, που πι­στο­ποιεί την ποιό­τη­τα. Την ίδια χρο­νιά το όνομα της εται­ρεί­ας αλ­λά­ζει από «Εθνι­κή» σε «Ελ­λη­νι­κή Βιο­μη­χα­νία Γά­λα­κτος», δια­τη­ρώ­ντας το αρ­κτι­κό­λε­ξο ΕΒΓΑ και κα­τα­φέρ­νο­ντας να κα­θιε­ρώ­σει τα πα­γω­τά της σε κάθε ελ­λη­νι­κή γει­το­νιά, όπου «ξε­πη­δούν» τα πρα­τή­ριά της. Μόνο τη δε­κα­ε­τία του 1950 στις ελ­λη­νι­κές με­γα­λου­πό­λεις ανοί­γουν 900 πρα­τή­ρια, υπό τον θρυ­λι­κό πλέον τίτλο «Η ΕΒΓΑ της γει­το­νιάς».

Το 1954, στον… τρελό χορό του πα­γω­τού θα μπει και ο Γιώρ­γος Τσι­νά­βος, μι­κρο-ζα­χα­ρο­πλά­στης από τις Σέρ­ρες, ο οποί­ος, στην επι­χεί­ρη­σή του υπό την επω­νυ­μία «Κρι Κρι», πα­ρά­γει και δια­θέ­τει πα­γω­τά και είδη ζα­χα­ρο­πλα­στι­κής. Οι πρώ­τες δια­νο­μές του πα­γω­μέ­νου προ­ϊ­ό­ντος του γί­νο­νται με τους γνω­στούς πλέον πλα­νό­διους πω­λη­τές και τα ει­δι­κά χει­ρο­κί­νη­τα κα­ρο­τσά­κια που χρη­σι­μο­ποιούν ως ψυ­κτι­κό μέσο τον πάγο και το αλάτι. Το πα­γω­τό που πι­στώ­νε­ται στον βο­ρειο­ελ­λα­δί­τη και τα­ξι­δεύ­ει τη φήμη του αρ­κε­τά μα­κριά από τα όρια των Σερ­ρών, είναι το «κασ­σά­το», που πα­ρα­σκευά­ζε­ται από πρό­βειο γάλα.

Στα χρό­νια που ακο­λου­θούν και αυτή η επι­χεί­ρη­ση -όπως η ΕΒΓΑ και αρ­γό­τε­ρα η ΑΓΝΟ και η ΔΕΛΤΑ και αρ­κε­τές ακόμα με αιχμή το πα­γω­τό- θα πο­ρευ­τεί σε έν­δο­ξους δρό­μους και θα θε­ριέ­ψει.

Κι όσο στην Ελ­λά­δα η αγορά του πα­γω­τού ανοί­γει, στις ΗΠΑ ένας δαι­μό­νιος Έλ­λη­νας εφευ­ρί­σκει και κα­θιε­ρώ­νει νέο είδος πα­γω­μέ­νης λι­χου­διάς και ξε­τρε­λαί­νει τους Αμε­ρι­κα­νούς! Ο Αθα­νά­σιος Θωμάς Καρ­βέ­λας (Tom Carvel) -γό­νος με­τα­να­στών, που έφτα­σαν στη Νέα Υόρκη, το 1910, όταν εκεί­νος ήταν μόλις 4 χρό­νων- έχει ανα­κα­λύ­ψει το «πα­γω­τό μη­χα­νής» ή αλ­λιώς «μα­λα­κό πα­γω­τό» (soft ice cream) και κάνει χρυ­σές δου­λειές.

Όλα ξε­κί­νη­σαν το 1932, όταν ο πο­λυ­τε­χνί­της και πο­λυ­μή­χα­νος Θωμάς, ανα­ζη­τώ­ντας την τύχη του, αγό­ρα­σε ένα με­τα­χει­ρι­σμέ­νο φορ­τη­γό, προ­κει­μέ­νου να που­λά­ει πα­γω­τό από την κα­ρό­τσα. Ο Τομ είναι παρών σε κάθε γιορ­τή και κάθε αργία. Τον τρώνε τα χι­λιό­με­τρα, αλλά δεν τον νοιά­ζει. Το πα­γω­τό είναι πλέον η αγα­πη­μέ­νη λι­χου­διά των Αμε­ρι­κα­νών και οι δου­λειές πάνε καλά. Στις 30 Μαΐου του 1934, ξη­με­ρώ­νει για τις ΗΠΑ η Ημέρα Εθνι­κής Μνή­μης κι εκεί­νος γε­μί­ζει το ψυ­γείο του με προ­ϊ­όν και ξε­χύ­νε­ται στους δρό­μους. Αλλά ένα λά­στι­χο ακι­νη­το­ποιεί το αυ­το­κί­νη­το στην άκρη του δρό­μου. Η ώρα περνά χωρίς πηγή τρο­φο­δο­σί­ας ενέρ­γειας, ώστε να λει­τουρ­γεί το ψυ­γείο, και ο νε­α­ρός τρέ­χει με από­γνω­ση σε ένα κο­ντι­νό ερ­γα­στή­ρι κε­ρα­μι­κής, προ­κει­μέ­νου να βρει τρόπο να σώσει το εμπό­ρευ­μα, που έχει αρ­χί­σει να λιώ­νει. Όταν επι­στρέ­φει, βλέ­πει εν­θου­σια­σμέ­νους πε­λά­τες γύρω από το φορ­τη­γό του να γεύ­ο­νται το πα­ρά­ξε­νο «μα­λα­κό πα­γω­τό». Ο δαι­μό­νιος νε­α­ρός αι­σθά­νε­ται ότι μόλις άνοι­ξαν οι ου­ρα­νοί και βρέ­χουν χρήμα… Εκεί­νη την ημέρα, ο Τομ ξε­που­λά κά­νο­ντας εί­σπρα­ξη 3.500 δο­λα­ρί­ων! Αλλά είναι μόνο η αρχή.

Το 1936 αγο­ρά­ζει το ερ­γα­στή­ρι κε­ρα­μι­κής από το οποίο προ­σπά­θη­σε να προ­μη­θευ­τεί ηλε­κτρι­κό ρεύμα, το με­τα­τρέ­πει σε στα­θε­ρό ση­μείο πώ­λη­σης πα­γω­τού “Carvel” (το πρώτο της τε­ρά­στιας αλυ­σί­δας, που ακο­λού­θη­σε) και πραγ­μα­το­ποιεί και κα­το­χυ­ρώ­νει την ιδέα του να δη­μιουρ­γή­σει τη μη­χα­νή, που θα δια­τη­ρεί το πα­γω­τό σε μα­λα­κή υφή.

Οι δου­λειές έχουν ανοί­ξει, η πε­λα­τεία σχη­μα­τί­ζει ουρές έξω από το κα­τά­στη­μα του Τομ, αλλά για εκεί­νον αυτό δεν είναι αρ­κε­τό. Σκε­πτό­με­νος πώς μπο­ρεί να αυ­ξή­σει την τιμή του προ­ϊ­ό­ντος του χωρίς να προ­κα­λέ­σει δυ­σφο­ρία στους πε­λά­τες του, απο­φα­σί­ζει να εφαρ­μό­σει μία και­νο­τό­μα, αλλά κα­το­πι­νά δη­μο­φι­λή, εμπο­ρι­κή τα­κτι­κή. Είναι το «1+1». «Αγο­ρά­ζο­ντας ένα, κερ­δί­ζε­τε ένα ακόμη». Έτσι ο πε­λά­της έχει την ψευ­δαί­σθη­ση ότι αγο­ρά­ζει κάτι φθη­νό­τε­ρο και απο­λαμ­βά­νει διπλά…

Μετά τον πό­λε­μο, η ανά­πτυ­ξη της επι­χεί­ρη­σης του Carvel είναι ρα­γδαία. Πα­ρά­γει και πουλά τις μη­χα­νές τού «soft ice cream» σε επί­δο­ξους νέους επι­χει­ρη­μα­τί­ες ανά την Αμε­ρι­κή, τους επι­σκέ­πτε­ται και τους εκ­παι­δεύ­ει στο πώς θα τις λει­τουρ­γούν και ει­σπράτ­τει πο­σο­στά από τις πω­λή­σεις. Ο δαι­μό­νιος επι­χει­ρη­μα­τί­ας είναι ο εμπνευ­στής του «franchise»! Το 1974 κα­το­χυ­ρώ­νει το brand name της αλυ­σί­δας του και ιδρύ­ει σχολή, στην οποία εκ­παι­δεύ­ει νέους υπαλ­λή­λους. Ένας κο­φτε­ρός νους, αυτή τη φορά με ελ­λη­νι­κό αίμα στις φλέ­βες του, απο­δει­κνύ­ει στους Αμε­ρι­κα­νούς την ακρι­βή ερ­μη­νεία της δικής τους ρήσης… «Sky’s the limit» (ο ου­ρα­νός είναι το όριο).

Στα τέλη πια του 20ου αι. το πα­γω­τό είναι προ­ϊ­όν για όλα τα βα­λά­ντια, που προ­σφέ­ρε­ται σε πά­μπολ­λες μορ­φές και γεύ­σεις. Επάνω του έχουν στη­θεί θη­ριώ­δεις βιο­μη­χα­νί­ες και επεν­δυ­θεί τε­ρά­στια κε­φά­λαια ανά τον κόσμο, γιατί, όπως λίγες λι­χου­διές στο πα­γκό­σμιο τρα­πέ­ζι, απο­λαμ­βά­νει το προ­νό­μιο να αγα­πιέ­ται και να κα­τα­να­λώ­νε­ται με πάθος.

πηγή: atexnos.gr

Print Friendly, PDF & Email