Οι ΣΔΙΤ δεν αφορούν την υγεία των ανθρώπων αλλά της αγοράς

Γράφει στο peripteron.eu o Κώστας Σπίγγος, Συντονιστής Τομέα Υγείας του ΜέΡΑ25

Η αγορά είναι αδύνατο να προσφέρει πραγματική υγεία, για τον απλό λόγο ότι η υγεία δεν είναι απλό αγαθό αλλά ανάγκη, ή με άλλα λόγια είναι αγαθό κοινωνικό και όχι ατομικό, όντας ταυτόχρονα βασική προϋπόθεση γεια την ευημερία της κοινωνίας σε οποιοδήποτε άλλο επίπεδο.

Το είδαμε στην πανδημία: η συνεισφορά των ιδιωτών ήταν είτε μηδενική (όπου φύγει-φύγει) είτε κερδοσκοπική (π.χ. πανάκριβα τεστ, κλίνες). Το βλέπουμε και σε άλλο πεδίο κρίσης σήμερα, με την απουσία δημόσιου παρόχου ενέργειας ως κοινωνικού αγαθού.

Το πρόβλημα αποκτά άλλωστε ιδιαίτερη διάσταση σήμερα στην εποχή του πληθωρισμού, καθώς η υγεία του πληθυσμού λειτουργεί αποπληθωριστικά. Όσο καλύτερα αποδίδουν οι άνθρωποι εξαιτίας της καλής σωματικής και ψυχικής υγείας τους τόσο τα προϊόντα που παράγουν και οι υπηρεσίες που παρέχουν προσφέρονται με χαμηλότερο κόστος για τους καταναλωτές τους.

Ο ιδιωτικός τομέας υγείας έχει θέση δευτερεύουσα από την άποψη του βασικού κρατικού – λαϊκού συμφέροντος, η οποία είναι απλώς η παροχή υπηρεσιών ποιότητας ανώτερης της βασικής σε όσους επιθυμούν να την έχουν. Εάν όμως έρθει στο επίκεντρο της δημόσιας πολιτικής υγείας αναμένεται να ροκανίσει την υγεία των πολιτών και τις θυσίες των καταχρεωμένων και φορολογούμενων Ελλήνων. Ο ιδιωτικός τομέας, σε κάθε χώρα και ανέκαθεν, προσφέρει ακριβές, μη ποιοτικές και ελλιπείς υπηρεσίες υγείας. Σε τίποτα από τα παραπάνω δεν υπάρχει πλεονέκτημα σε βάθος χρόνου, παρά μια ψευδαίσθηση στις περιόδους χαμηλής έντασης των εκτάκτων αναγκών και ανατροπών.

Καταρχήν, ένα σύγχρονο κράτος με πολιτική που ελέγχεται από σώματα διαβούλευσης κληρωτών και εκλεγμένων πολιτών (ΔΙΑΣΚΕΠ) μπορεί να είναι ευέλικτο στην εισαγωγή αυτοματισμών και διοικητικής οργάνωσης, εξαλείφοντας την κομματοκρατία και τη γραφειοκρατία. Το ενδιαφέρον και το χαμόγελο στις συναλλαγές μπορούν να προσφερθούν γνήσια μόνο από σωματικά και ψυχικά υγιείς και ικανοποιητικά αμειβόμενους εργαζόμενους που αισθάνονται πως εργάζονται υπέρ της κοινωνίας τους και λογοδοτούν μόνο σε αυτήν. Ως προς τον υποτιθέμενο εξορθολογισμό του κόστους, ο ιδιωτικός τομέας υγείας μειώνει το βραχυπρόθεσμο κόστος επιτιθέμενος στην εργασία, με την εντατικοποίηση και με την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων, όταν είναι όλα μακροπρόθεσμα προγραμματισμένα και καλοκουρδισμενα.

Αυτό δεν συμβαίνει στην εποχή μας σε τόσα πλέον επίπεδα.

Έτσι, όταν η κυβέρνηση μιλά για ΣΔΙΤ (συμπράξεις δημόσιου-ιδιωτικού τομέα) στο μυαλό τους έχουν την εκχώρηση των επικερδών στην αγορά υπηρεσιών του ΕΣΥ σε ιδιώτες (που θα ζημιώνουν το κρατικό ταμείο) ενώ το πραγματικά δύσκολο θεραπευτικό και το προληπτικό έργο (που δεν έχει περιθώριο κέρδους) φορτώνεται σε κακοπληρωμένους, απαξιωμένους, χωρίς μέσα, γιατρούς και νοσηλευτές.

Επιπρόσθετα, το κλειδί για την εξασφάλιση υγείας στον πληθυσμό δεν είναι η διάγνωση και η θεραπεία, αλλά η πρόληψη και η πρόβλεψη. Τα περισσότερα συμπτώματα, είτε οργανικά είτε πολύ περισσότερο και ψυχικά, αποτελούν την τελική κατάληξη μακροχρόνιων αλυσίδων επιδείνωσης στις οποίες είναι σαφής και ο ταξικός χαρακτήρας. Όταν τα συμπτώματα εμφανιστούν ώστε να κινητοποιηθούν οι μηχανισμοί της αγοράς τότε είναι συχνά ήδη πολύ βαριά και η οποία παρέμβαση είναι πολύ αργοπορημένη. Ακριβώς η πρόληψη είναι η υπηρεσία που δεν παρέχει περιθώρια κέρδους για τον ιδιωτικό τομέα. Εξ ορισμού ο ιδιωτικός τομέας μπορεί να τραφεί μόνο από τη δημιουργία της ανάγκης και όχι από την πρόληψη της.

Αυτό καθιστά ξεκάθαρο ότι ένα σύγχρονο κράτος οφείλει να παρέχει στους πολίτες δωρεάν δημόσια υγεία επικεντρωμένη στην πρόληψη, οργανικών και ψυχιατρικών παθήσεων εξίσου. Ακριβώς αυτό δεν γίνεται και δεν πρόκειται να γίνει.
Οι προϋποθέσεις ενός ποιοτικού μοντέλου υγείας, διασφαλιζόμενης από ανθρώπους και παρεχόμενης προς ανθρώπους, καλύπτονται εάν η υγεία παρέχεται ως δημόσια, τόσο επιχειρησιακά (οργάνωση, στελέχωση, συνθήκες εργασίας), όσο όμως και πάνω απ’ όλα και ευρύτερα πολιτικά (έλεγχος και επιλογή του οράματος υγείας, για όλες και όλους, δωρεάν, από την κοινωνία προς την κοινωνία κ.λπ.)

Η κατεύθυνση της σημερινής πολιτικής γίνεται εμφανής όταν αποτιμήσει κανείς την κυβερνητική θητεία. Μπορεί να έχουν γίνει κάποιες κινήσεις που αφορούν την προαγωγή των συνεργασιών δημοσίου και ιδιωτικού τομέα αλλά το 90% των πολιτικών είναι η απαξίωση του δημόσιου τομέα υγείας και ιδίως των νοσοκομείων. Οι κυβερνητικές τακτικές είναι δηλαδή καταστροφικές και όχι δημιουργικές βλέπουν εχθρό και όχι έναν όποιο δημιουργικό στόχο. Η απαξίωση απλώς διώχνει το εξειδικευμένο προσωπικό και οδηγεί τους πολίτες στην αγορά υπηρεσιών υγείας από τον ιδιωτικό τομέα σε πολλαπλάσιο κόστος, το οποίο καλύπτεται προς το παρόν με κυβερνητικές επιδοτήσεις, στο πλαίσιο ενός ιδιότυπου κρατισμού απολύτως ελεγχόμενου από την ολιγαρχία και βέβαια έτοιμου να καταρρεύσει στην επόμενη κρίση χρέους.

Αυτά είναι επίσης ένας πληθωρισμός που προ πολλού πλήττει την υγεία, ο οποίος εκδηλώνεται κατά κύματα μετά από φαινομενικές περιόδους ηρεμίας

Από παντού ακούγονται κραυγές υγειονομικών όχι απλώς για το μισθό, τα απάνθρωπα ωράρια και την επιβίωσή τους, αλλά εξίσου και για τον ξεπεσμό της ποιότητας παρεχόμενης υγείας από την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια κέντρα, σε βαθμό που όλο και περισσότεροι οδηγούνται σε παραίτηση ή οι νεότεροι δεν έχουν κανένα κίνητρο για να προσληφθούν. Χειρουργεία κλείνουν, ολόκληρα τμήματα κλείνουν, το ελάχιστο προσωπικό βρίσκεται σε εργασιακή εξάντληση. Η γενική διάλυση δημιουργεί ένα μόνιμο κίνδυνο “ξαφνικού θανάτου” σε οποιοδήποτε νοσοκομείο στη χώρα όπου θα συμβούν έκτακτα συμβάντα, ιδίως στα περιφερειακά όπου μάλιστα ο πληθυσμός υπερπολλαπλασιάζεται κατά την τουριστική περίοδο.

Η κατάσταση αυτή προφανώς ευθύνεται για το ότι η Ελλάδα έχει τη μεγαλύτερη υπερβάλλουσα θνησιμότητα ανάμεσα σε όλες τις χώρες της παλαιότερης Ευρωπαϊκής Ένωσης με σταθερό και ακατέβατο ρυθμό από το Μάρτιο του 2021 έως και σήμερα. Σε σύγκριση με το 2019, στη χώρα μας πεθαίνουν περίπου 20 έως 30.000 περισσότεροι άνθρωποι κάθε χρόνο, από κάθε αίτιο. Μάλιστα από άποψη επιδημιολογικής επιτήρησης γίνεται η εγκληματική παράλειψη να μην μετριούνται οι θάνατοι ανά ηλικία έτσι ώστε να διαπιστωθούν νέες τάσεις που κινδυνεύουν να χαθούν λόγω των στατιστικών διακυμάνσεων. Αλλά ούτε και η επιδημιολογική επιτήρηση παρέχει κίνητρα κέρδους…