Ο πόλεμος οδηγεί σε Αρμαγεδδώνα

ΗΠΑ και ΝΑΤΟ από τη μία, με τη Ρωσία από την άλλη, κλιμακώνουν επικίνδυνα τη σύγκρουση, ανατινάζοντας παράλληλα τις «γέφυρες» υποχώρησης, καθώς κάθε συμβιβασμός μοιάζει πλέον με οδυνηρή ήττα. Σε ακόμη πιο δύσκολη θέση έχει περιέλθει η ΕΕ, η οποία απέχει πλέον ελάχιστα από ένα ολοκληρωτικό ενεργειακό και οικονομικό κραχ.

Όταν ο Σόιμπλε «τσακίζει κόκκαλα»…

Ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε είναι από τους εκπροσώπους της απέναντι πλευράς που λένε τα πράγματα με το όνομά τους. Αυτό έκανε και τώρα, αναφερόμενος στον πόλεμο και τις συνέπειές του. «Αν υποχωρήσεις μια φορά, θα υποχωρείς πάντα. Πάντα είχα στη ζωή μου καλά αποτελέσματα λέγοντας όχι, δεν θα με εκβιάσουν», τόνισε ο πρώην υπουργός Οικονομικών και Εσωτερικών και πρόεδρος της βουλής της Γερμανίας.

Αναφερόταν, φυσικά, στο μπρα-ντε-φερ της χώρας του και της ΕΕ με τη Ρωσία, που μοιάζει να οδηγείται στα άκρα. Κάλεσε, μάλιστα, τους Γερμανούς (εμμέσως, όλους τους Ευρωπαίους) να σφίξουν τα δόντια για να έρθει η νίκη απέναντι στη Μόσχα και τον Πούτιν, λέγοντας χαρακτηριστικά, «αυτός ο πόλεμος είναι και δική μας υπόθεση!». Στη γλώσσα του Σόιμπλε και όσων εκπροσωπεί, αυτό ερμηνεύεται ως εξής: Για να επιτευχθούν οι στόχοι που έχει θέσει η αστική τάξη της Γερμανίας (έστω και συρόμενη από τους Αμερικανούς), πρέπει ο λαός να πληρώσει αγόγγυστα όποιο τίμημα απαιτηθεί.

Προκειμένου, δε, να μην υπάρξουν παρανοήσεις, φρόντισε να τα κάνει… λιανά. Αφού χαρακτήρισε τους συμπατριώτες του «κακομαθημένους» –προφανώς στη λογική του «μαζί τα φάγαμε»– και διαφώνησε με τις οριζόντιες παροχές της νυν κυβέρνησης, τους έστειλε το μήνυμα «εν ανάγκη, μην πας μια φορά διακοπές». Απέναντι στο ενδεχόμενο να παγώσουν όσοι δεν μπορούν να αντέξουν το κόστος, τους πρότεινε να «φορέσουν ένα πουλόβερ ή, ίσως, και ένα δεύτερο πουλόβερ». Μην αποκλείοντας, επίσης, το ενδεχόμενο διακοπών στο ρεύμα, τόνισε πως «πρέπει να έχουμε πάντα στο σπίτι μερικά κεριά, σπίρτα ή ένα φακό».

Τι θα γραφόταν και θα λεγόταν, αλήθεια, εάν όλα αυτά ακούγονταν στη Ρωσία, την Κίνα ή την Κούβα;

Σε νέα φάση μπαίνει το «Ουκρανικό»

Ο Β. Πούτινγκ σε σύσκεψη στην Αγία Πετρούπολη την περασμένη Δευτέρα 10/10

Είναι γνωστό ότι οι πόλεμοι, ειδικά εκείνοι που διαρκούν πολύ, αργά ή γρήγορα αποκτούν τη δική τους δυναμική, η οποία ενίοτε αποκλίνει από τις προθέσεις των εμπλεκόμενων και τα αρχικά σχέδια που είχαν καταστρώσει. Αυτό μοιάζει να συμβαίνει και με τον πόλεμο στην Ουκρανία, ο οποίος συμπληρώνει σύντομα τους οκτώ μήνες, χωρίς να διαφαίνεται φως στο τούνελ. Αντιθέτως, το σκοτάδι γίνεται ολοένα πιο πηχτό και τρομακτικό, καθώς με τις τελευταίες εξελίξεις και δηλώσεις, είναι φανερό ότι ο πόλεμος εισέρχεται σε μια νέα φάση, πιο βίαιη και πιο επικίνδυνη — σε βαθμό που ακόμη και μια πυρηνική σύγκρουση να μην θεωρείται πλέον σενάριο πολιτικής ή δημοσιογραφικής φαντασίας.

Δεν χρειάζεται, άλλωστε, να είναι κανείς ειδήμων για να συνειδητοποιήσει ότι ταμπού τα οποία έμειναν ακλόνητα επί δεκαετίες και διαμόρφωναν την ισορροπία –έστω και τρόμου– ανάμεσα στα διάφορα στρατόπεδα στο πλαίσιο της παγκόσμιας τάξης πραγμάτων, έχουν αρχίσει να πέφτουν, το ένα μετά το άλλο, θυμίζοντας ντόμινο. Να μερικά από αυτά: Ο αποκλεισμός του συνόλου σχεδόν των τραπεζών μιας χώρας σαν τη Ρωσία από το διεθνές σύστημα πληρωμών. Η ακύρωση μεγάλων επιχειρηματικών συμφωνιών, αξίας δεκάδων δισ., παρά το κόστος που αυτό συνεπάγεται. Τα σαμποτάζ σε ζωτικής σημασίας υποδομές, όπως είναι οι υποθαλάσσιοι αγωγοί φυσικού αερίου Nord Stream στη Μαύρη Θάλασσα — ενδεχομένως και στη στεριά, μετά τη μυστηριώδη «διαρροή» που καταγράφηκε στον Ντρούζμπα.

Σε όλα αυτά, πρέπει ασφαλώς να προστεθεί και η επιλογή των βασικών αντιπάλων να «δείξουν» τον… άσο των πυρηνικών όπλων στην γεωπολιτική παρτίδα θανάτου. Τόσο της Ρωσίας και του Βλαντιμίρ Πούτιν, που έχουν στριμωχτεί και διαμηνύουν ότι προτιμούν τον αφανισμό από μια ταπεινωτική ήττα («ο κόσμος δεν έχει νόημα χωρίς τη Ρωσία», είχε πει ο πρόεδρός της). Όσο και των Αμερικανών και του ΝΑΤΟ, αξιωματούχος του οποίου δήλωσε για πρώτη φορά δημοσίως αυτή την εβδομάδα, στο περιθώριο της συνόδου των υπουργών Άμυνας, ότι εάν η Μόσχα κάνει χρήση ενός τέτοιου όπλου, τότε θα υπάρξει ανάλογη απάντηση.

Αμφότεροι αποδεικνύουν, έτσι, ότι η τυφλή εμμονή του κεφαλαίου με το κέρδος οδηγεί τις αστικές κυβερνήσεις και τους ανάλογους θεσμούς, εθνικούς και διεθνείς, ειδικά σε περιόδους κρίσης, να εμπλέκονται σε ένα ανελέητο ανταγωνισμό χωρίς αύριο, στον οποίο είναι έτοιμοι να χρησιμοποιήσουν όλα τα όπλα που έχουν στη διάθεσή τους. Μετατρέποντας μια «τοπική» σύγκρουση σε Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο και αδιαφορώντας, πρακτικά, για τη βεβαιότητα της ολοκληρωτικής καταστροφής που φέρνει αυτός μαζί του. Προκρίνοντας ακόμη και το ολοκαύτωμα –για την ώρα μόνο στα λόγια– αντί για οποιαδήποτε υποχώρηση ή συμβιβασμό που θα έφερνε τον αντίπαλο σε στρατηγικά πλεονεκτική θέση.

Το σίγουρο, σε κάθε περίπτωση, είναι πως όσο περισσότερο διαρκούν οι μάχες στην Ουκρανία τόσο αυξάνουν οι πιθανότητες για το «ατύχημα». Όλες οι ενδείξεις, μάλιστα, οδηγούν στο συμπέρασμα πως θα διαρκέσουν ακόμη πολύ και θα γίνουν ακόμη πιο φονικές, προκαλώντας μεγαλύτερες τραγωδίες κυρίως για τους λαούς της Ρωσίας και της Ουκρανίας. Με τη Ρωσία να προχωρά σε επιστράτευση με στόχο μια νέα μεγάλη επίθεση σε όλα τα μέτωπα και το ΝΑΤΟ να επιταχύνει τον εφοδιασμό του Κιέβου με πιο σύγχρονα και επιθετικά όπλα (Γαλλία και Γερμανία συναγωνίζονται πλέον ΗΠΑ και Βρετανία), ο δρόμος έχει χαραχτεί. Όσο για τις γέφυρες υποχώρησης ανατινάζονται διαρκώς η μία μετά την άλλη, καθώς Αμερικανοί και Ευρωπαίοι, Ρώσοι και Ουκρανοί ανεβάζουν διαρκώς ψηλότερα τον πήχη — έστω κι αν γνωρίζουν ότι δεν είναι σε θέση να τον περάσουν.

Αποκαλυπτική της κατάστασης που έχει δημιουργηθεί είναι το (φραστικό, για την ώρα) μπρα-ντε-φερ με τα πυρηνικά όπλα, των οποίων η χρήση δεν είναι πια τόσο απίθανη…

ΗΠΑ και ΕΕ, για παράδειγμα, ξέρουν καλά ότι είναι αδύνατο η Ρωσία να υποστεί συντριπτική στρατιωτική ήττα, παρά τα αδιαμφισβήτητα πλήγματα που έχει δεχθεί το τελευταίο διάστημα. Το Κρεμλίνο, από την άλλη, έχει συνειδητοποιήσει με οδυνηρό τρόπο ότι ο μύθος της υπερδύναμης έχει ξεθωριάσει, αλλά και ότι ο εξαναγκασμός της Ουκρανίας σε συνθηκολόγηση δεν μπορεί να επιτευχθεί με (συμβατικό) πόλεμο. Το Κίεβο και ο Ζελένσκι, τέλος, έχουν καταντήσει να εκπλήσσουν ακόμη και τους πάτρωνές τους, όταν βάζουν στο τραπέζι ζήτημα ανάκτησης της κυριαρχίας της Κριμαίας, καθώς η Δύση την έχει «εκχωρήσει» οριστικά στη Ρωσία — έστω κι αν δεν το παραδέχεται επισήμως.

Σε αυτό το φόντο, βεβαίως, υπάρχουν και οι αδύναμοι κρίκοι, που ούτε ορίζουν τους κανόνες του παιχνιδιού ούτε έχουν επαρκή περιθώρια ελιγμών. Σε αυτή τη θέση έχει βρεθεί εξαρχής η ΕΕ, με αποτέλεσμα να κλονίζεται ξανά συθέμελα και να κινδυνεύει να γκρεμιστεί το οικοδόμημα της ευρωπαϊκής καπιταλιστικής ολοκλήρωσης. Τα όσα συμβαίνουν μαρτυρούν του λόγου το αληθές: Τα 200 δισ. που διέθεσε –επειδή τα είχε– η κυβέρνηση της Γερμανίας, παρά τις ενστάσεις του Σόιμπλε, προκειμένου να στηρίξει την «εθνική οικονομία» προκαλούν αντιδράσεις και τρόμο σε πολλούς εταίρους της, καθώς βλέπουν το δόγμα της ανισόμετρης ανάπτυξης να κυριαρχεί πανηγυρικά. Έτσι, απέναντι στο «Πρώτα η Γερμανία» του σοσιαλδημοκράτη Σολτς, η ακροδεξιά κυβέρνηση της Μελόνι στην Ιταλία ετοιμάζεται να προβάλει το δικό της αντίστοιχο σύνθημα, κάτι που συμμερίζεται απολύτως και ο φιλελεύθερος Μακρόν στη Γαλλία — για να μην αναφερθούμε καν στον Ορμπάν και την κυβέρνηση της Πολωνίας.

Την ίδια στιγμή, οι σκληροί εργατικοί αγώνες πολλαπλασιάζονται, σε μια σειρά χώρες, έχοντας ως «καύσιμη ύλη» την κοινωνική οργή, αλλά και την απελπισία. Δεν είναι τυχαίο ότι στη Γαλλία [βλ. ρεπορτάζ στη σελ. 24] η πολυήμερη απεργία έχει γονατίσει την τροφοδοσία σε καύσιμα και η κυβέρνηση ετοιμάζεται να κηρύξει επιστράτευση. Στη Γερμανία, ανάλογα φαινόμενα έχουν για την ώρα αποφευχθεί, καθώς κυβέρνηση και εργοδότες έσπευσαν να δώσουν προκαταβολικά κάτι για να μην έρθει η έκρηξη. Ενώ στην Πορτογαλία, κυβέρνηση και εργοδότες έτρεξαν όπως-όπως να αποφασίσουν ένα «πακέτο» αυξήσεων, καθώς ο κοινωνικός αναβρασμός είναι αισθητός.

Το χειρότερο για το ευρωπαϊκό κεφάλαιο και τις κυβερνήσεις του, όμως, είναι ότι τα χειρότερα δεν έχουν έρθει ακόμη και η κρίση δεν πρόκειται να τελειώσει γρήγορα, ακόμη κι αν «βγει αυτός ο χειμώνας». Εάν, για παράδειγμα, η Ρωσία αποφασίσει να τα παίξει όλα για όλα, σταματώντας τη ροή αερίου και από τους αγωγούς μέσω Ουκρανίας και Πολωνίας (που συνεχίζουν να λειτουργούν κανονικά), τότε το μπλακάουτ θα είναι αναπόφευκτο. Ειδικά εάν υπάρξει και κάποιο σαμποτάζ στον Turkish Stream, που τροφοδοτεί τις χώρες της νότιας και ανατολικής Ευρώπης. Ακόμη κι αυτά να μην συμβούν, όμως, όταν στο τέλος του χειμώνα οι δεξαμενές θα έχουν αδειάσει, τότε οι Ευρωπαίοι είτε θα επιλέξουν να παγώσουν τον επόμενο χειμώνα είτε θα χρυσοπληρώσουν τους Καταριανούς και τους Αμερικανούς, οι οποίοι επιβάλλουν τιμές που έφτασαν να εξοργίσουν ακόμη και τον Πράσινο αντικαγκελάριο της Γερμανίας…

Πολεμούν τη Ρωσία, με το βλέμμα στην Κίνα

Αποκαλυπτικό το νέο «δόγμα ασφαλείας» των ΗΠΑ

Η σφοδρότητα των ανταγωνισμών και η ένταση των συγκρούσεων, σε συνδυασμό με τα όσα συμβαίνουν στον πόλεμο της Ουκρανίας, είναι σαφές ότι διαμορφώνουν σταδιακά ένα συνολικά πιο νέο και πολωμένο διεθνές σκηνικό. Κανείς δεν μένει ανεπηρέαστος από τις εξελίξεις, είτε ανήκει στις μεγάλες είτε στις μεσαίες είτε στις μικρές δυνάμεις.

Ειδικά η Κίνα θα βρεθεί τα επόμενα χρόνια στο επίκεντρο των ανακατατάξεων, καθώς οι Αμερικανοί δεν κρύβουν ότι μαζί της έχουν να λύσουν τους πιο σοβαρούς λογαριασμούς. Κι αυτό, παρά το ότι οι Ευρωπαίοι τους εκλιπαρούν να… κάνουν κράτει μιας και, όπως δήλωσε αυτή την εβδομάδα ο αντιπρόεδρος της Κομισιόν, Βάλντις Ντομπρόφσκις, «δεν αποτελεί επιλογή για την Ευρώπη και τις επιχειρήσεις της η απεμπλοκή από την Κίνα».

Η κυβέρνηση Μπάιντεν, όμως, έχει άλλα σχέδια. Κι αυτό αποτυπώθηκε και στο νέο δόγμα της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ που παρουσιάστηκε αυτή την εβδομάδα στο οποίο τονίζεται ότι ενώ η Ρωσία είναι η πιο «άμεση απειλή» και «πρέπει να σταματηθεί», η Κίνα είναι αυτή που αντιπροσωπεύει τον μεγαλύτερο κίνδυνο. Κι αυτό διότι, όπως ρητά σημειώνεται, «είναι η μοναδική χώρα η οποία έχει τόσο την πρόθεση να αναμορφώσει την παγκόσμια τάξη πραγμάτων όσο και, ολοένα περισσότερο, την οικονομική, διπλωματική, στρατιωτική και τεχνολογική ισχύ για να προωθήσει αυτόν τον στόχο».

Αυτός, άλλωστε, είναι και ο λόγος που έκανε την Ουάσιγκτον να ανακοινώσει ένα πακέτο κυρώσεων σε βάρος του Πεκίνου, βάζοντας φρένο στις πωλήσεις προς αυτό των πλέον εξελιγμένων ημιαγωγών, που είναι απολύτως απαραίτητοι σε όλους σχεδόν τους τομείς – από το διάστημα μέχρι τα οπλικά συστήματα και από τους κβαντικούς υπολογιστές μέχρι την τεχνητή νοημοσύνη.

Ώρα ανεξάρτητης αντιπολεμικής δράσης

Οι ιδιαίτερα επικίνδυνες εξελίξεις απαιτούν άμεση αναβάθμιση της αντιπολεμικής πάλης του κινήματος και της μαχόμενης Αριστεράς. Για να είναι όμως αποτελεσματικό για τα εργατικά συμφέροντα το αντιπολεμικό κίνημα πρέπει να είναι ανεξάρτητο από όλες τις αστικές πλευρές και τα ιμπεριαλιστικά μπλοκ, εν προκειμένω στην Ουκρανία και από το στρατόπεδο των ΗΠΑ/ΝΑΤΟ, ΕΕ, Ουκρανικό κράτος και από το αντίπαλο της Ρωσίας, κι ευρύτερα της Κίνας κλπ.

Δυνάμεις της Αριστεράς, στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς, στοιχίζονται επικίνδυνα πίσω από τη γραμμή υπεράσπισης της άμυνας του Κιέβου κατά της ρωσικής εισβολής, συμπλέοντας ουσιαστικά με ΝΑΤΟ, ΕΕ και αντιδραστικό καθεστώς Ζελένσκι, που όχι μόνο κλιμακώνουν τον πόλεμο, αλλά δίνουν και ένα ιδιαίτερο αντιδραστικό στίγμα επιβαρύνοντας τον ταξικό συσχετισμό σε κάθε χώρα.

Άλλες δυνάμεις με μια ενσωματώσιμη τελικά λογική, θεωρούν πως όποιος αντιπαλεύει το ΝΑΤΟ είναι φίλος μας ή πως ένας «πολυπολικός κόσμος» είναι καλύτερος από εκείνον της αμερικανικής ηγεμονίας. Έτσι καταγγέλλουν μόνο το ΝΑΤΟ αφήνοντας στο απυρόβλητο τον ρωσικό καπιταλισμό και την αντιδραστική κυβέρνηση Πούτιν. Δεν είναι χωρίς συνέπειες κι αυτή η πολιτική στάση. Αφενός δεν μπορεί να συμβάλλει ουσιαστικά σε ένα αντιπολεμικό κίνημα, αφού τάσσεται ουσιαστικά με την μία πλευρά, η οποία μάλιστα έχει πραγματοποιήσει στρατιωτική εισβολή. Από την άλλη αφαιρεί πλήρως το ταξικό διεθνιστικό στοιχείο, μιλώντας μόνο με όρους γεωπολιτικής και αναζητώντας «πιο καλούς καπιταλισμούς», με αποτέλεσμα να ακυρώνει τις προσπάθειες ταξικής ανασυγκρότησης και αντικαπιταλιστικής αντεπίθεσης του εργατικού κινήματος σε ανεξαρτησία και ρήξη με την αστική πολιτική σε κάθε χώρα και διεθνώς.

Γιώργος Παυλόπουλος

πηγή: prin.gr

Print Friendly, PDF & Email