Ο φοβερός στρατός

Το έγκλημα των Τεμπών ανήκει στη φρικτή κανονικότητα των αρχών και των αξιών τις οποίες υπηρετεί και για τις οποίες υπερηφανεύεται η ΝΔ, αναντάμ παπαντάμ

Ακόμα αντηχεί στ’ αυτιά μου ο φρικώδης ήχος από τα χειροκροτήματα των βουλευτών της Ν.Δ. στον Κώστα Αχ. Καραμανλή και στον Κυριάκο Μητσοτάκη για τα έργα και τις κυβερνητικές ημέρες σχετικά με το έγκλημα των Τεμπών και το δεύτερο έγκλημα, της λυσσασμένης προσπάθειας για συγκάλυψη. Ένα έγκλημα διαρκείας που πραγματοποιείται παντί τρόπω και παντί σθένει από ένα καθεστώς απολυταρχικής δημοκρατίας: από την ατιμωτική, δηλαδή, και προσβλητική για τους 57 νεκρούς συμπεριφορά της Ν.Δ. στην Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής μέχρι τη διαστρέβλωση, την επιχωμάτωση της αλήθειας, την αποσιώπηση, ακόμα και τη θριαμβολογία επί των κυβερνητικών πεπραγμένων από τους εθελόδουλους και τους εξωνημένους αυτού του απάνθρωπου συστήματος.

Φυσικά ισχύει πάντοτε η αξιωματική ρήση του Νίτσε, «όποιος αγοράζεται είναι μικρής αξίας», αυτό όμως ουδόλως εμποδίζει την τρομακτική μηχανή του κράτους των «δυνατών» να χρησιμοποιούν ασύστολα και εγκληματικά το πλήθος της εθελούσιας προσφοράς υπηρεσιών από τόσους και τόσους πρόθυμους παρακοιμώμενους και σφουγγοκωλάριους της εξουσίας. Χωρίς αυτό το πλήθος που δημιουργεί το δυσώδες υποκυπτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ζούμε καμία επικοινωνιακή τακτική του επιτελικού παρακράτους δεν θα μπορούσε να πετύχει.

Ομως όχι. Ο φοβερός στρατός είναι μονίμως παραταγμένος σε διάταξη μάχης, ετοιμοπόλεμος και πρόθυμος να θυσιαστεί. Για το καλό της πατρίδας, της θρησκείας και της οικογένειας βεβαίως, βεβαίως. Έτοιμος να συνθλίψει τον «αντίπαλο» με όλο το «μίσος των ομοίων», που θα έλεγε και ο Ζοζέ Σαραμάγκου. Το βλέπουμε με κάθε ευκαιρία και το έγκλημα των Τεμπών δεν αποτελεί εξαίρεση. Αντιθέτως. Ανήκει στη φρικτή κανονικότητα των αρχών και των αξιών τις οποίες υπηρετεί και για τις οποίες υπερηφανεύεται η Ν.Δ., αναντάμ παπαντάμ και με μεγάλη επιτυχία σε όλα «τα στρεβλά σχήματα της κλοπής, της απάτης, της ελεημοσύνης». Κι όποιος δεν το πιστεύει, ας ρίξει μια ματιά (εύκολα πια τη βρίσκεις στο Διαδίκτυο) στην Έκθεση Πόρτερ από τον χειμώνα του 1947. Ο Πολ Α. Πόρτερ είχε έρθει στην Ελλάδα επικεφαλής κλιμακίου εμπειρογνωμόνων για να συντάξει μια έκθεση της οικονομικής κατάστασης της χώρας προς την αμερικανική κυβέρνηση ενόψει της οικονομικής βοήθειας του δόγματος Τρούμαν. Θα φρίξει κανείς με όσα θα διαβάσει εκεί μέσα. Κυρίως θα φρίξει με το πόσο αναλλοίωτες παραμένουν -όσα χρόνια κι αν περάσουν- οι «αρχές και οι αξίες της παράταξης».

Βλέπεις, πάντοτε υπάρχουν περιθώρια για διαχρονική καταισχύνη, αφού ποτέ ο εξευτελισμός μας δεν είναι τέλειος! Ή, όπως λέει ο νόμος του Μέρφι, «ποτέ τα πράγματα δεν είναι τόσο άσχημα ώστε να μην μπορούν να πάνε χειρότερα». Ακόμα κι αν κείτονται μπροστά μας 57 διαμελισμένες σοροί, που οι περισσότερες ανήκουν σε παιδιά. Ακόμα κι αν 700 πνιγμένοι ζητάνε το δίκιο τους που με μεγάλη ευκολία ξεχάστηκε «στις αμμουδιές του Ομήρου», όπως όλα τα μυστικά της θάλασσας που ξεχνιούνται στο ακρογιάλι και όπως όλα τα μυστικά των διαλυμένων σωμάτων που σκεπάστηκαν με χώμα και τσιμέντο στο ρείθρο της Εθνικής (πόσο τραγικά κοροϊδευτικό ακούγεται αυτό το «Εθνικής») Οδού, αυτής της «υπέροχης Εθνικής Οδού» που χρειάστηκαν δυο πολύνεκρα δυστυχήματα για να γίνει. Και να που «τώρα θα αποκτήσουμε υπέροχο σιδηρόδρομο» για να περνάει και να διαμελίζει, με ακρίβεια Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής, ξανά και ξανά τους 57 αδικοσκοτωμένους. Δεν το λέω εγώ, το είπαν «εγκυρότατα» χείλη της καθεστωτικής τηλεοπτικής νεκροπολιτικής.

Πώς λοιπόν να μην κληθεί σε απολογία από το πειθαρχικό όργανο της Super League ο Παναιτωλικός για το πανό που σήκωσαν οι οπαδοί του και έγραφε «Μαρία όρμα τους – Καμία ειρήνη χωρίς δικαιοσύνη»; Αφού είπαμε: no politika στο ποδόσφαιρο. Το να στέλνεις νερά στους φασίστες κυνηγούς κεφαλών για να γράψουν «το έπος» (της ντροπής) του Έβρου» δεν ήταν πολιτική πράξη, ήταν αγάπη για την πατρίδα.

Το να σκίζεις το χαρτί με τα λόγια που ήθελαν να πουν και να αποβάλλεις δύο μαθητές επειδή ήθελαν στη γιορτή της 25ης Μαρτίου (!!) να τραγουδήσουν, στη μνήμη των συνομηλίκων τους, τους… αντεθνικούς στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου και την (αποδεδειγμένα) αντεθνική μουσική του Μίκη στο «Έχε το νου σου στο παιδί» δεν ήταν ανατριχιαστικό, ήταν ανάγκη. Όχι όμως δική μας.

Print Friendly, PDF & Email