Ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΜΑΥΡΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ

γράφει στο peripteron.eu ο Βαγγέλης Πάλλας Δημοσιογράφος – Ερευνητής – Αναλυτής IFJ/SPJ

Ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΖΟΦΙΚΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ

Οι πρώτες αρχαίες ελληνικές αποικίες, έκαναν την εμφάνιση τους κατά τον 6ο π.Χ. αιώνα στα παράλια της Μαύρης θάλασσας και στη χερσόνησο της Κριμαίας. Οι Έλληνες αποτελούν τον ιστορικότερο πληθυσμό της χερσονήσου αυτής. Τα ερείπια των αρχαίων ελληνικών πόλεων Παντικαπαίου, Χερσονήσου, Φαναγόρειας, Θεοδοσίας κ.ά, μαρτυρούν την παλιά δόξα των Ελλήνων. Εξάλλου πολλά τοπωνύμιο της Κριμαίας έχουν ελληνική ρίζα. Ποιας ξέρει ότι το όνομα Πάλτα προέρχεται από τη λέξη «γιολίτα», που στην τοπική ελληνική διάλεκτο σημαίνει «μικρός γιαλός»; Μέχρι την άφιξη των Τατάρων, το 13ο αιώνα, η Κριμαία ήταν μια καθαρά ελληνική περιοχή. Παρά την κατάκτηση από τους Τατάρους, σε ένα μέρος της Κριμαίας υπήρχε ελληνικό κράτος το οποίο κατελήφθη το 1475 από τους Οθωμανούς. Η κατοχή της Κριμαίας από τους Τατάρους και τους Οθωμανούς επέφερε μεγάλα δεινά στον ελληνικό πληθυσμό: οικονομική καταπίεση, βίαιοι εξισλαμισμοί, υποχρεωτική χρήση της ταταρικής διαλέκτου κ.λπ.

Παρ’ όλα αυτά, η ελληνική παρουσία παρέμενε ισχυρή στην Κριμαία έως το 1778, που ένα μέρος του ελληνικού πληθυσμού εγκατέλειψε το χανάτο και εγκαταστάθηκε στα εδάφη που του παραχώρησε η αυτοκράτειρα της Ρωσίας Αικατερίνη η Μεγάλη.

Εδώ, ιδρύουν την πόλη Μαριούπολη, με 22 γύρω χωριά και αποκτούν πολλά προνόμια από την κυβέρνηση της αυτοκράτειρας Αικατερίνης Β’. Μετά την επανάσταση του 1917, αρχίζει μια σύντομη περίοδος της εθνικής αναγέννησης και γίνεται προσπάθεια ανάπτυξης του ελληνικού πολιτισμού, η οποία όμως τελειώνει με τις σκληρές καταπιέσεις του Στάλιν. Στα 1926-1928 στην Αζοφική, τέθηκε σε εφαρμογή μία φιλελεύθερη εθνική πολιτική που ευνοούσε την πολιτιστική ανάπτυξη των εθνικών μειονοτήτων. Στα σχολεία, ξεκίνησε η διδασκαλία της νέας ελληνικής γλώσσας, ενώ στη Μοριούπολη ξεκίνησε να λειτουργεί η «Ελληνική Παιδαγωγική Σχολή», στην οποία δίδασκαν καθηγητές από την Ελλάδα.

Από το 1930, εκδίδονταν στην ελληνική γλώσσα η εφημερίδα «Κολλεχτιβιστής», το λογοτεχνικό περιοδικό «Νεότητα», το παιδικό περιοδικό «Πιονέρος», Το 1932 λειτούργησε το Ελληνικό Εθνικό θέατρο, για το οποίο συγκεκριμένα οι ποιητές Κωστοπράβ και Τελεντσής γράφουν θεατρικά έργα στην τοπική ελληνική, την λεγόμενη «ρουμέικη» διάλεκτο, όπως επίσης μεταφράζουν έργα Ουκρανών και Ρώσων λογοτεχνών. Συνολικά στο θέατρο αυτό ανεβάστηκαν 14 θεατρικά έργα.

Το Δεκέμβριο του 1935 στο χωριό Σαρτανά δημιουργήθηκε ελληνικό συγκρότημα τραγουδιού και χορού, το οποίο μέσα σε ένα χρόνο πραγματοποίησε συναυλίες στις πάλεις της Ουκρανίας, ενώ τον Αύγουστο του 1936 έλαβε μέρος στο φεστιβάλ ερασιτεχνικών συγκροτημάτων εθνικών μειονοτήτων στη Μόσχο, όπου πήρε την πρώτη θέση. Η επιτυχία αυτή έκανε διάσημο το συγκρότημα και τα ελληνικά τραγούδια μεταδίδονταν συχνά στο πανενωσιακό ραδιοφωνικό σταθμό.

Οι καταπιέσεις του Στάλιν που ξεκίνησαν το 1937 έβαλον τέλος στην εθνική ανάπτυξη της ελληνικής διασποράς στην Ουκρανία. Με την υπ’ αριθμ. 50216, που εκδόθηκε από τη Λαϊκή Επιτροπή Εσωτερικών της ΕΣΣΔ, χαρακτηρίστηκαν ως «κατασκοπευτικές» οι οργανώσεις των Ελλήνων της Σοβιετικής Ένωσης.

Αυτό που ακολούθησε, ήταν μια εθνοκάθαρση και πραγματική τραγωδία για το μικρό ελληνικό λαό της Αζοφικής. Κλείστηκαν τα ελληνικά σχολεία, το θέατρο, η εφημερίδα, καταργήθηκε το λαογραφικό συγκρότημα. Καταστράφηκαν ακόμα και όλα τα έγγραφα που θύμιζαν την ύπαρξη τους. Με ψευδείς κατηγορίες, εκτελέστηκαν όλοι οι Έλληνες διανοούμενοι, καθώς και χιλιάδες εργάτες και αγρότες ελληνικής καταγωγής. Δεν υπήρχε ελληνική οικογένεια που να μην είχε χάσει ένα μέλος της από τις καταπιέσεις αυτές. Παραμένουν άγνωστα μέχρι σήμερα οι τόποι εκτέλεσης και ταφής των θυμάτων του Στάλιν.

Από το 1941 έως 1945 οι Έλληνες της Ουκρανίας, παίρνουν ενεργό μέρος στον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, υπερασπιζόμενοι την πατρίδα τους από την φασιστική Γερμανία. Στις δεκαετίες 1950 με 1980, οι δραστηριότητες των εθνικών μειονοτήτων δεν ευνοούνται και καταπιέζονται από την επίσημη εξουσία και η μικρή εστία του ελληνικού πολιτισμού διατηρείται από τους λίγους Έλληνες ποιητές και τους αγωνιστές του.

Με την άνοδο στην εξουσία του Νικήτα Χρουστσώφ, οι Έλληνες της Ουκρανίας, όπως και της υπόλοιπης πρώην Σοβιετικής Ένωσης, απέκτησαν σχετική πολιτική ελευθερία. Οι έλληνες ποιητές Σαπουρμάς και Κυριόκοβ ξεκίνησαν την αναγέννηση της Ελληνικής λογοτεχνίας, δημοσιεύοντας χειρόγραφες συλλογές των ποιημάτων τους καθώς και των μεταφρασμένων στα ρουμέϊκα ποιημάτων των σπουδαίων Ουκρανών και Ρώσων λογοτεχνών. Στη δεκαετία του 70 είχε συσταθεί μια λογοτεχνική ομάδα των Ελλήνων ποιητών που συναντιούνταν κάθε καλοκαίρι στο εξοχικό «Αζοφικά αγλάρ» («Το χελιδόνι της Αζοφικής») του ποιητή Δημήτρη Δεμερντζή.

Από το 1952 στα χωριά της Αζοφικής, άρχισαν να οργανώνονται λαογραφικές αποστολές του Κρατικού Πανεπιστημίου του Κιέβου υπό την καθοδήγηση του καθηγητή Ανδρέα Μπελέτσκι και υφηγήτριας Τατιάνο Τσερνισοβα. Οι φοιτητές που συμμετείχαν στις αποστολές κατέγραψαν τα λαϊκά τραγούδια, τα παραμύθια, τα ρητά και τις παροιμίες και ασχολούνταν με τη μελέτη των ελληνικών διαλέκτων της Αζοφικής. Το προπολεμικό συγκρότημα τραγουδιού και χορού «Σαρτανιώτικα μαργαριτάρια» αναβίωσε το 1967 με βασικά υποκινητή τη Μαρία Γαϊτάν. Το συγκρότημα αυτό λειτουργεί μέχρι σήμερα.

Μετά τις ραγδαίες αλλαγές που άρχισαν να συντελούνται από το 1989 και μετέπειτα, στην Ουκρανία, όπως και σε όλη την Σοβιετική Ένωση αναζωογονήθηκε το ελληνικό κίνημα. Στις 25 Ιανουαρίου 1989 στη Μαριούπολη, ιδρύθηκε ο πρώτος ελληνικός σύλλογος. Ως πρωταρχικός σκοπός του, τέθηκε η αναγέννηση της ελληνικής διαλέκτου της Μαριούπολης και η εκμάθηση της νέας ελληνικής γλώσσας.

Στις 25 Μαρτίου 1989 στη Μαριούπολη για πρώτη φορά γιορτάστηκε η Ημέρα Ανεξαρτησίας της Ελλάδος, χρειάστηκε όμως γίνουν πολλές διαπραγματεύσεις με το Δήμο της πόλης και τις αρχές της Σοβιετικής Ένωσης, για να επιτραπεί στη σκηνή η ελληνική σημαία και να ακουστεί δημόσια ο εθνικός ύμνος της Ελλάδος. Στη γιορτή αυτή είχαν έρθει Έλληνες από τα γύρω χωριά, οι οποίοι χόρευαν στη διάρκεια της συναυλίας τους ελληνικούς χορούς. Μετά από τη συναυλία, οι άνθρωποι αγκαλιάζονταν και έκλαιγαν, για πρώτη φορά μετά από πολλές δεκαετίες, από τη σκηνή ακουγόταν η μητρική τους γλώσσα. Το 1989 ξεκινάει και η μεγάλη προσπάθεια για την ίδρυση στην πόλη εκπαιδευτικού ιδρύματος με διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας. Αποστέλλονταν αιτήσεις στις αρμόδιες υπηρεσίες όλων των βαθμίδων, ενώ τα δραστήρια μέλη του κινήματος συμμετείχαν σε διάφορες διασκέψεις για τις εθνικές μειονότητες όπου προέβαλαν τα αιτήματα τους. Αποτέλεσμα ήταν να ιδρυθεί το 1991στη Μαριούπολη το Κολέγιο Ανθρωπιστικών Σπουδών, το οποίο σύντομα εξελίχθηκε σε Ινστιτούτο και σήμερα ονομάζεται Κρατικό Πανεπιστήμιο Ανθρωπιστικών Σπουδών Μαριούπολης, το οποίο διαδραματίζει και σήμερα πρωτεύοντα ρόλο στην αναγέννηση του ελληνισμού στην Ουκρανία. Από τον ελληνικό σύλλογο είχε συσταθεί επίσης μια ομάδα εργασίας για την επιστροφή στη Μαριούπολη του ιστορικού της ονόματος, καθώς από το 1945 έφερε την ονομασία «Ζντάνοβ», που ήταν το όνομα ενός από τους στενούς συνεργάτες του Στάλιν. Έτσι, από τον Ιανουάριο του 1989 επανήλθε η ιστορική της ονομασία Μαριούπολη.

Το 1990 η Μαριούπολη ήταν ο τόπος διεξαγωγής του επιστημονικού συνεδρίου με θέμα «Τα αναγνώσματα του Αριστοτέλη», στο οποίο μετείχε ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Βασίλειος Κύρκος, ο οποίος στη συνέχεια διοργάνωσε σεμινάρια ελληνικής γλώσσας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων για τους δασκάλους από την Μαριούπολη.

Το 1991 πραγματοποιήθηκαν τα πρώτα καλλιστεία για καλλονές ελληνικής καταγωγής «ΑΦΡΟΔΙΤΗ».

Από το 1992 έως το 2000 στον τοπικό δημοτικό ραδιοφωνικό σταθμό, δυο φορές το μήνα μεταδίδονταν η εκπομπή «ΚΑΛΗΣΠΕΡΑ». Από το 1992 έως το 1995 στην πόλη Ντονέτσκ εκδίδονταν η εφημερίδα «ΛΟΓΟΣ», ενώ από το 1994 άρχισε να κυκλοφορεί η εφημερίδα «ΧΡΟΝΟΣ» του ελληνικού συλλόγου της Μαριούπολης.

Το 1995 συστάθηκε η Ομοσπονδία Ελληνικών Συλλόγων της Ουκρανίας με κεντρικά γραφεία στη Μαριούπολη. Σήμερα η Ομοσπονδία αριθμεί πάνω από 90 μέλη, κυρίως ελληνικούς συλλόγους σε όλη την Ουκρανία και έχει δικό της δημοσιογραφικό όργανο, την εφημερίδα «ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΗΣ ΟΥΚΡΑΝΙΑΣ». Από τον Οκτώβρη του 1996, άρχισε να λειτουργεί στη Μαριούπολη το Γενικό Προξενείο της Ελλάδας.

Σήμερα στα 23 σχολεία της Μαριούπολης και σε όλα τα ελληνικά χωριά διδάσκεται η ελληνική γλώσσα. Κάθε χρόνο διεξάγεται η Πανουκρανική Ολυμπιάδα Μαθητών στην ελληνική γλώσσα, ιστορία και πολιτισμό. Εκδίδονται βιβλία πάνω στα θέματα της ιστορίας, πολιτισμού και λογοτεχνίας των ελλήνων της Αζοφικής. Λειτουργούν λαογραφικά συγκροτήματα στα χωριά και τις πόλεις με αμιγώς ελληνικό πληθυσμό.

Κάθε δυο χρόνια πραγματοποιούνται το Φεστιβάλ Ελλήνων Ουκρανίας «Μέγα Γιορτή» και το Φεστιβάλ Ελληνικού Τραγουδιού «Ταμάρα Κατσή».

Πραγματικό στολίδι όχι μόνο για την περιοχή της Μαριούπολης, αλλά για την Ουκρανία ολόκληρη και τις περιοχές της Αζοφικής και της Μαύρης Θάλασσας, αποτελεί το Ιατρικό Διαγνωστικό Κέντρο (ΙΔΚ) της Μαριούπολης, που υλοποιήθηκε χάρη στη γενναία χορηγία του επιχειρηματία Αντώνη Δαύδου και εγκαινιάστηκε στις 20 Σεπτεμβρίου 2003. Πρόκειται για ένα από τα πιο σύγχρονα Διαγνωστικά Κέντρα στη Δημοκρατία της Ουκρανίας και το μεγαλύτερο Ιατρικό Κέντρο του ΣΑΕ, που θα παρέχει δωρεάν ιατρική περίθαλψη όχι μόνο στους δεκάδες χιλιάδες Έλληνες που κατοικούν στην περιοχή, αλλά και στους Ουκρανούς στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας.

Σήμερα ο ελληνισμός της Αζοφικής αριθμεί πάνω από 120.000 άτομα.

ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΣ

Οι ρίζες των ελληνικών κοινοτήτων της Βουλγαρίας χάνονται βαθιά μέσα στο χρόνο. Εγκαταστάσεις ελληνικών φύλων στα σημερινά εδαφικά όρια της Βουλγαρίας μαρτυρούνται ήδη από τον 7ο π.χ. αιώνα, με σημαντικότερους σταθμούς, αναμφίβολο, τον εποικισμό του Δυτικού Ευξείνου Πόντου από Έλληνες της Μικράς Ασίας και την Ίδρυση της Φιλιππούπολης, το 341 π.χ., από το βασιλιά της Μακεδονίας, Φίλιππο Β’. Ο ελληνισμός της περιοχής γνώρισε ιδιαίτερη ακμή κατά τον 18ο και τον 19ο αιώνα όταν – δίπλα στις παλιές εστίες των Ελλήνων – σχηματίστηκαν πολλές νέες, ιδιαίτερα στην περιοχή της Ανατολικής Ρωμυλίας. Τότε ήταν που οι Έλληνες της περιοχής διακρίθηκαν για τις επιδόσεις τους στο γράμματα και τις τέχνες, ιδρύοντας μεγαλοπρεπή εκπαιδευτικά ιδρύματα, φιλεκπαιδευτικούς συλλόγους, φιλανθρωπικές αδελφότητες, θεατρικές ομάδες κ.α., σε πόλεις όπως η Αγχίαλος, η Σωζόπολη, η Βάρνα, ο Πύργος (Μπουργκάς) και η Φιλιππούπολη. Σύμφωνα με το διαθέσιμα, αλλά συχνά αντικρουόμενο, απογραφικά στοιχεία, στο τέλη του 19ου αιώνα οι Έλληνες της Βουλγαρίας υπερέβαιναν τις 100 χιλιάδες.

Η είσοδος, ωστόσο, του 20ου αιώνα, σε συνδυασμό με τη σύγκρουση των εθνικισμών των βαλκανικών κρατών, οδήγησαν στη σταδιακή συρρίκνωση τους. Οι ανθελληνικοί διωγμοί του 1905, η μετανάστευση ελληνικού πληθυσμού την περίοδο των Βαλκανικών Πολέμων και του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου αλλά και η ανταλλαγή των «φυλετικών, γλωσσικών και θρησκευτικών» μειονοτήτων ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Βουλγαρία ως εφαρμογή της Συνθήκης του Νεϊγί το 1919, αποτέλεσαν το κύκνειο άσμα για έναν πληθυσμό που σφράγισε γιο αιώνες, με την ενεργά παρουσία του, το χώρο της κεντρικής Βαλκανικής. Τη δεκαετία του 1940, μάλιστα, η καθεστωτική αλλαγή στη Βουλγαρία, που οδήγησε στην εθνικοποίηση της γης και των επιχειρήσεων, έβαλε την ταφόπλακα στην ελληνική παρουσία. Σήμερα είναι δύσκολο, ελλείψει αξιόπιστων απογραφικών στοιχείων, να γίνει ακριβής προσδιορισμός του εναπομείναντος ελληνισμού της Βουλγαρίας. Μπορεί, όμως, να παρατηρήσει κανείς πως σε κάθε περίπτωση η αφομοίωση του έχει προχωρήσει σε πολύ μεγάλο βαθμό. Χονδρικά η ελληνική παρουσία στη γειτονική χώρα μπορεί να διακριθεί σε τρεις κατηγορίες: στους ελληνικής καταγωγής εναπομείναντες κατοίκους των παλαιών ελληνικών κοινοτήτων, στους Σαρακατσάνους και τους πολιτικούς πρόσφυγες του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου, και τους επιχειρηματίες που εγκαταστάθηκαν εκεί μετά το 1989.

Κατά προσέγγιση υπολογίζεται πως περίπου 28.500 άτομα ελληνικής καταγωγής εξακολουθούν να διαβιούν στην περιοχή της Βουλγαρίας διασκορπισμένοι κυρίως στη Βάρνα, τον Πύργο, την Αγχίαλο, τη Σωζόπολη, τη Μεσημβρία, την Αγαθούπολη, τον Άσπρο και τον Κόζιακα. Από αυτούς οι 15.000 είναι Σαρακατσάνοι, οι 2.000 πρώην πολιτικοί πρόσφυγες, οι 8.000 «παλαιοί» Έλληνες και οι υπόλοιποι 2.000 επιχειρηματίες και μέλη των οικογενειών τους.

Μετά το 1989 και τις δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις στη Βουλγαρία έγιναν διάφορες προσπάθειες από ελληνικής καταγωγής Βούλγαρους πολίτες για τη σύσταση πολιτιστικών συλλόγων. Η πρώτη έγινε στη Μεσημβρία από την αρχαιολόγο Ευτέρπη Θεακλίεβα – Στόιτσεβα, με αποτέλεσμα την ίδρυση του «Συλλόγου για την πολιτιστική και ανθρωπιστική συνεργασία μεταξύ των Βουλγάρων και Ελλήνων πολιτών Μεσήμβρια».

Σκοπός του συλλόγου ήταν η ανάπτυξη των πολιτιστικών ανταλλαγών ανάμεσα στις δύο χώρες και η ενίσχυση, έτσι, των φιλικών σχέσεων ανάμεσα στους δύο λαούς. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη διδασκαλία μαθημάτων ελληνικής γλώσσας, τη διοργάνωση εκπαιδευτικών εκδρομών καθώς και την αποστολή παιδιών ελληνικής καταγωγής σε θερινές κατασκηνώσεις στην Ελλάδα. Το παράδειγμα της Μεσημβρίας σύντομα ακολούθησαν και πολλοί άλλοι σύλλογοι στην Αγχίαλο, τη Σωζόπολη, τη Βάρνα, τον Κόζιακα και την Αγαθούπολη. Ιδιαίτερη ζέση έδειξαν, προς την κατεύθυνση αυτή, οι ομάδες των Σαρακατσάνων κατάφεραν να κρατήσουν το συμπαγή τους χαρακτήρα. Μάλιστα τον Δεκέμβριο του 1990, 395 αντιπρόσωποι Σαρακατσάνων από όλη τη Βουλγαρία συγκεντρώθηκαν στην πόλη Σλίβεν και ίδρυσαν την Ένωση Σαρακατσάνων Βουλγαρίας, η οποία διατηρεί παραρτήματα σε άλλες 16 πόλεις.

Όλοι αυτοί οι σύλλογοι δραστηριοποιούνται έως σήμερα ενεργά, αποτελώντας γέφυρα φιλίας και συνεργασίας ανάμεσα στις δύο χώρες. Τα τελευταία χρόνια παρακολουθείται επίσης η σταδιακή δημιουργία νέων ελληνικών πυρήνων σε βουλγαρικά αστικά κέντρα, όπου αναπτύσσονται δραστηριότητες ελληνικών επιχειρήσεων. Αξιοσημείωτο είναι πως η Ελλάδα έχει εξελιχθεί σε δεύτερο επενδυτή στη Βουλγαρία, καλύπτοντας το 10,2 % των συνολικών επενδύσεων στη χώρα. Σύμφωνα με ελληνικά στοιχεία, περίπου 1.200-1.500 ελληνικές επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται στη βουλγαρική αγορά, έχοντας επενδύσει, στην περίοδο 1992 – 2005, ποσά που ξεπερνούν το 1,8 δισ. ευρώ. Δεσπόζουσα είναι και η παρουσία των ελληνικών τραπεζών, που μοιράζονται το 25-30 % της αντίστοιχης αγοράς της Βουλγαρίας.

Η μικρή απόσταση που χωρίζει τις δύο επικράτειες, οι διμερείς διακρατικές συμφωνίες για τη διευκόλυνση της επικοινωνίας, καθώς και η επιχειρηματική δραστηριότητα ευνοούν την ανάπτυξη του ελληνικού στοιχείου στη γείτονα χώρα.

ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΡΟΥΜΑΝΙΑΣ

Οι Παραδουνάβιες Ηγεμονίες υπήρξαν ιδιαίτερα προσφιλής τόπος της νεοελληνικής διασποράς, ήδη από τα χρόνια που ακολούθησαν την Άλωση της Πόλης. Γι’ αυτό και στις χώρες εκείνες η βυζαντινή πολιτική παράδοση ήταν πάντοτε ισχυρή. Μεγάλη ακμή του παραδουνάβιου ελληνισμού σημειώθηκε τον 18ο και τον 19ο αιώνα, τόσο κατά την περίοδο των Φαναριωτών Ηγεμόνων (1711-1821) όσο και στην περίοδο που ακολούθησε τη συνθήκη της Αδριανούπολης (1829), με την οποία ξεκίνησε η διαδικασία σχηματισμού του Ρουμανικού Κράτους (1857). Οι πολλαπλές οικονομικές δυνατότητες που προσφέρονταν στην περιοχή, λειτούργησαν ως πόλος έλξης για τη δημιουργία ισχυρού μεταναστευτικού ρεύματος από πολλά μέρη του ελληνικού χώρου, κυρίως όμως από την Ήπειρο, τη Μακεδονία και τα Επτάνησα, ιδιαίτερα την Κεφαλονιά και την Ιθάκη. Υπολογίζεται ότι στα μέσα του 19ου αιώνα ο αριθμός των Ελλήνων που εγκαταστάθηκαν εκεί έφτασε ίσως τα 35-40 χιλιάδες άτομα, ενώ στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα – εποχή της μεγαλύτερης ακμής του ελληνισμού της Ρουμανίας -πλησίασε τις 60 χιλιάδες ψυχές.

Οι Έλληνες της Ρουμανίας ασχολήθηκαν με επιτυχία με όλους τους τομείς της οικονομίας, ιδιαίτερο όμως με το εμπόριο, κυρίως των σιτηρών και της ξυλείας, τη ναυτιλία (κατείχαν το μεγαλύτερο μέρος του εμπορικού στόλου του Δούναβη) και την εκμετάλλευση της γης. Ανέπτυξαν, επίσης, δραστηριότητες ως βιομήχανοι, βιοτέχνες, τραπεζίτες, γιατροί, δικηγόροι, εκπαιδευτικοί, εκδότες, δημοσιογράφοι, τυπογράφοι, υπάλληλοι. Ο ελληνικός πληθυσμός της Ρουμανίας ήταν στην πλειοψηφία του αστικός. Κάποιες, μάλιστα, μικρές ομάδες είχαν προωθηθεί και στην ανώτερη κοινωνική τάξη της χώρας. Οι ελληνικές κοινότητες είχαν υψηλό βιοτικό και πολιτισμικό επίπεδο.

Οι σπουδαιότερες ιδρύθηκαν στα λιμάνια της Βράιλας, του Γαλατσίου, της Κωνστάντζας, του Σουλινά, του Γιούργεβου και της Τούλτσας, καθώς και στην πρωτεύουσα της χώρας, το Βουκουρέστι. Την εποχή των Φαναριωτών υπήρχε σημαντική ελληνική κοινότητα και στο Ιάσιο, που αργότερα παρήκμασε. Άλλες σημαντικές ελληνικές κοινότητες είναι αυτές του Μπρασόβ και του Σιμπίου της Τρανσυλβανίας. Έλληνες ζούσαν, επίσης, και στις πόλεις Ισμαήλι, Ρένι και Κισνόβι (Κίσινεφ) της Βεσαραβίας. Οι ελληνικές κοινότητες ήταν άριστα οργανωμένες με τις εκκλησίες και τα σχολεία τους, τους συλλόγους, τις βιβλιοθήκες και τις εφημερίδες τους. Οι σχέσεις των Ελλήνων με τους ντόπιους ήταν σε γενικές γραμμές καλές. Πολλοί υπήρξαν, εξάλλου, οι Έλληνες που ευεργέτησαν όχι μόνο την πατρίδα τους, αλλά και τη χώρα που τους φιλοξένησε.

Οι σημαντικότεροι από τους σημαντικότερους Έλληνες της Ρουμανίας υπήρξαν οι: Ευάγγελος και Κωνσταντίνος Ζάππος, μεγαλογαιοκτήμονες και βιομήχανοι, εμπνευστές και χορηγοί των Ολυμπίων (προδρόμων των Ολυμπιακών Αγώνων), Απόστολος Αρσάκης, γιατρός, ιδρυτής των Αρσακείων Εκπαιδευτηρίων, Παναγής Χαροκόπος, ενοικιαστής μεγάλων κτημάτων και έμπορος, ιδρυτής της Χοροκοπείου Σχολής, Νικόλαος Χρυσοβελώνης και Χριστοφής Ζερλέντης, τραπεζίτες με πλούσια κοινωφελή δραστηριότητα, Κωνσταντίνος Ξενοκράτης, έμπορος, και Γεώργιος Κυριαζής, γιατρός, ιδρυτές νοσοκομείου στο Βουκουρέστι και σχολών στο Μεσολόγγι.

Ορισμένοι Έλληνες αναμίχθηκαν και στην πολιτική της Ρουμανίας, με προεξάρχουσα τη μορφή του Απόστολου Αρσάκη, που διετέλεσε και Υπουργός Εξωτερικών της χώρας. Από τον 17ο και περισσότερο κατά τον 18ο και τον 19ο αιώνα οι Έλληνες των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών έδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την παιδεία και τον πολιτισμό. Γι’ αυτό και καλλιέργησαν σε μεγάλο βαθμό τα γράμματα και τις επιστήμες (ιδιαίτερα την ιατρική), αλλά και τις τέχνες (το νεοελληνικό θέατρα δημιουργήθηκε ουσιαστικά στις Ηγεμονίες). Την ανάπτυξη τους ευνόησαν πολύ και οι Φαναριώτες ηγεμόνες, καθώς και η λειτουργία των Ακαδημιών του Βουκουρεστίου και του Ιασίου, όπου δίδαξαν σπουδαίοι Έλληνες λόγιοι, οι οποίοι συνέβαλαν αποφασιστικά στη διάδοση της ευρωπαϊκής παιδείας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Προς την κατεύθυνση αυτή βοήθησε και η ανάπτυξη της ελληνικής τυπογραφίας στις χώρες αυτές και η έκδοση πολλών ελληνικών βιβλίων και αργότερα (από το δεύτερο μισά του 19ου αιώνα) και εφημερίδων.

Γενικά η παρουσία του ελληνισμού στη Ρουμανία υπήρξε πολύ ισχυρή και η ελληνική γλώσσα ήταν για μεγάλα διαστήματα διαδεδομένη, τόσο στην παιδεία όσο και στο εμπόριο. Ωστόσο η εξέλιξη ανακόπηκε κατά καιρούς, αρχικά στα μέσα του 19ου αιώνα, στη συνέχεια κατά την περίοδο του μεσοπολέμου και τελικά και κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Παρόλα αυτά η ελληνική παρουσία στη Ρουμανία δεν εξέλιπε. Καταρχάς έχουμε την εγκατάσταση εκεί – αμέσως μετά τον ελληνικό εμφύλιο -περίπου 7.500 πολιτικών προσφύγων.

Σήμερα οι πολιτικοί πρόσφυγες έχουν κατά το μεγαλύτερο μέρος τους επαναπατριστεί, αλλά η ελληνική παρουσία στη Ρουμανία ανανεώθηκε με τη μετάβαση – κυρίως από τη δεκαετία του 1970 – μεγάλου αριθμού Ελλήνων φοιτητών για σπουδές στα πανεπιστήμια της χώρας. Μετά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος, εξάλλου, πολλές ελληνικές επιχειρήσεις άρχισαν να δραστηριοποιούνται στη χώρα. Σήμερα υπάρχουν 2.826 ελληνικές επιχειρήσεις, όπου εργάζονται πολλοί Έλληνες που ζουν για μεγάλα χρονικά διαστήματα σε ρουμανικές πόλεις. Υπολογίζεται ότι στη χώρα ζουν περίπου 15.000 Έλληνες, απόγονοι των παλαιών Ελλήνων της Ρουμανίας η των πολιτικών προσφύγων. Έχουν συγκροτήσει από το 1990 την Ένωση Ελλήνων της Ρουμανίας, καθώς και ελληνικούς συλλόγους σε μεγάλες πόλεις. Έχουν επίσης εκλέξει και Έλληνα βουλευτή. Ο μόνος ελληνικός ορθόδοξος ναός που λειτουργεί σήμερα στη Ρουμανία είναι αυτός του Βουκουρεστίου (δωρεά του Παναγή Χαροκόπου το 1899), που υπάγεται στην Ελληνική Πρεσβεία. Εκδίδονται, επίσης, από την Ένωση Ελλήνων Ρουμανίας, το δίγλωσσο περιοδικό Ελπίς και η μηνιαία εφημερίδα Διάλογος.

Η ανθηρή Ρουμανική Εταιρεία Ελληνικών Σπουδών, που εδρεύει στο Βουκουρέστι, αλλά διαθέτει ελληνόφωνο μέλη σε ολόκληρη τη χώρα, εκδίδει το επιστημονικό περιοδικό Buietinul Soietatii romane de Stuun Neoelene (Δελτίο της Ρουμάνικης Εταιρείας Ελληνικών Σπουδών). Ας σημειωθεί, τέλος, ότι η νέα ελληνική γλώσσα διδάσκεται στα Πανεπιστήμια του Βουκουρεστίου και του Ιασίου.

ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΡΩΗΝ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

Μια από τις σημαντικότερες ομάδες του Ελληνισμού της Διασποράς σήμερα, είναι οι Έλληνες που κατοικούν στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας, στις Δημοκρατίες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Οι Ελληνικές Κοινότητες των χωρών αυτών αποτελούν τις σύγχρονες επιβιώσεις ενός ισχυρότατου ελληνισμού που η παρουσία του ανάγεται στους αρχαίους χρόνους.

Σήμερα ζουν στις περιοχές αυτές περίπου 400.000 Έλληνες και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους μπορούν να συνοψιστούν στα εξής:

Η παρουσία του Ελληνισμού στις ακτές και την ενδοχώρα της Μαύρης Θάλασσας είναι συνεχής από αρχαιοτάτων χρόνων.

Οι μετακινήσεις των πληθυσμών σε διάφορες ιστορικές περιόδους ήταν πολλές και στις περισσότερες περιπτώσεις βίαιες. Έτσι παρατηρείται σήμερα το φαινόμενο μιας μεγάλης διασποράς, από τη Λιθουανία μέχρι το Καζαχστάν και την Κεντρική Ασία και από τις ακτές του Ευξείνου Πόντου μέχρι τη Σιβηρία.

Οι μετακινήσεις των Ελλήνων από τις περιοχές αυτές προς την Ελλάδα ήταν τα τελευταία χρόνια ιδιαίτερα έντονες.

Η μεταβατική περίοδος που διανύουν οι νεοσύστατες Δημοκρατίες, που προέκυψαν από τη διάλυση της πρώην ΕΣΣΔ, η οικονομική και κοινωνική ρευστότητα δεν προσφέρουν ασφαλές περιβάλλον για την ικανοποιητική διαβίωση και ανάπτυξη της πολιτισμικής παρακαταθήκης των λαών.

Καθώς συνεχίζονται οι εσωτερικές μετακινήσεις των ελληνικών πληθυσμών ακόμη και σήμερα στην πρώην ΕΣΣΔ, καθίσταται δύσκολη μια ακριβής απογραφή, παρά την έντονη δραστηριοποίηση των Ελληνικών Κοινοτήτων και των Ομοσπονδιών τους τα τελευταία χρόνια.

Τα τελευταία επίσημα στοιχεία από την απογραφή των Ελλήνων της Σοβιετικής Ένωσης το 1989 μιλούσαν για ελληνικό πληθυσμό που ανέρχονταν σε 358.000, που ανεπίσημα στοιχεία τον ανέβασαν σε 500.000. Με βάση τις επίσημες στατιστικές του 1989, η ελληνική μειονότητα φαίνεται να είναι εγκατεστημένη στις παρακάτω περιοχές (μέσα στην παρένθεση υπάρχει ο κατ’ εκτίμηση σημερινός πραγματικός πληθυσμός): Ρωσία 80.541 (περισσότεροι από 120.000), Ουκρανία 104.091 (περισσότεροι από 120.000), Γεωργία 100.052 (15.000), Καζαχστάν 49.930 (12.000), Ουζμπεκιστάν: 7.500 (3.000), Αρμενία 7.400 (1.500).

Έλληνες επίσης κατοικούν στην Κιργιζία, τη Μολδαβία, τη Λιθουανία, τη Λετονία, την Εσθονία, το Τατζικιστάν, το Τουρκμενιστάν, τη Λευκορωσία και το Αζερμπαϊτζάν.

Σε μια γενικευμένη προσπάθεια ομαδοποίησης θα μπορούσαμε να ξεχωρίσουμε τέσσερις διαφορετικές ομάδες :

τους Έλληνες ποντιακής καταγωγής που βρίσκονται εγκαταστημένοι κυρίως στις παράλιες πόλεις του Καυκάσου( Γεωργία -Νότια Ρωσία), στην Κεντρική Ασία, στο Καζακατάν και στα μεγάλα αστικά κέντρα

τους Έλληνες της Μαριούπολης, αμιγής πληθυσμός της ομώνυμης πόλης που μετακινήθηκε τον 18ο αι. από την Κριμαία

τους διάσπαρτους απογόνους των μετοικησάντων στη Ρωσία από τον 18ο έως τις αρχές του 20ου αι. από την ηπειρωτική και νησιωτική Ελλάδα, τους πολιτικούς πρόσφυγες εγκατεστημένους κυρίως στην Τασκένδη.

Η παρουσία του Ελληνισμού στον Εύξεινο Πόντο ανάγεται στο μυθικά χρόνια. Περισσότερες από 75 ελληνικές αποικίες ιδρύθηκαν σε όλο τον Εύξεινο Πόντο από τον 8ο έως τον 6ο π.Χ. αιώνα και συμμετείχαν ουσιαστικά στην οικονομική πολιτική και πολιτισμική ζωή της ευρύτερης περιοχής. Ο εκχριστιανισμός των Ρώσων βοήθησε καταλυτικά στην ιστορική πορεία των δυο λαών. Μέσω της ορθοδοξίας διατηρήθηκε ζωντανή η σχέση της Ρωσίας με τα Ελληνικό Βυζάντιο, αλλά και με τους Έλληνες κατοίκους στα παράλια της Ρωσίας.

Η άλωση της Πόλης το 1453 και της Τραπεζούντας το 1461 προξένησαν νέο κύματα της αναγκαστικής φυγής των υπόδουλων Ελλήνων προς τη Ρωσία και τον Καύκασο.

Από τον ελλαδικό χώρο οι πρώτες ομαδικές μετοικεσίες της Οθωμανικής Περιόδου χρονολογούνται στις αρχές του 17ου αι. Η προσάρτηση της Κριμαίας στη Ρωσική Αυτοκρατορία το 1768 αύξησε το μεταναστευτικό ρεύμα των Ελλήνων του ελλαδικού χώρου.

Τον 19ο αι., μετά από κάθε ρωσοτουρκικό πόλεμο, μεγάλο κύματα Ελλήνων μετακινήθηκαν στην τότε Ρωσική Αυτοκρατορία και οι περισσότεροι από αυτούς στη Γεωργία, τη Νότια Ρωσία και την Κριμαία Την περίοδο εκείνη, που ο Ελληνισμός της Ρωσίας, έπαιζε κυρίαρχο ρόλο σε όλους τους τομείς, η αναγκαστική έξοδος των Ελλήνων του Πόντου προς τη Ρωσία συνεχιζόταν ασταμάτητα ως το 1923, τελευταίες μέρες του ξεριζωμού των Ελλήνων της Μικράς Ασίας, Κύρια αιτία ήταν οι συστηματικές διώξεις που εφάρμοσαν οι Νεότουρκοι σε βάρος των Ελλήνων του Πόντου. Η δημιουργία της ΕΣΣΔ δημιουργεί νέα δεδομένα για τον ελληνικό πληθυσμό. Ιδιαίτερη επισήμανση θα πρέπει να γίνει στην άνθηση των ελληνικών γραμμάτων την χρυσή δεκαετία 1926 – 1936. Οι Έλληνες είχαν δικές τους σχολές, εκκλησίες, θέατρα εφημερίδες και ακμάζουσες πολιτιστικές εστίες στη Νότια Ρωσία, την Ουκρανία και την Υπερκαυκασία.

Το 1937, στο διάστημα της σταλινικής περιόδου, άρχισαν οι εκκαθαρίσεις των εθνικών μειονοτήτων, που είχαν ως στόχο τη σοβιετοπαίηση και τον αφανισμό τους.

Με τις διώξεις του 1937-39 στοχοθετείται ο ελληνικός πολιτισμός.

Με την έναρξη του 2 ου Παγκοσμίου Πολέμου αρχίζουν νέοι διωγμοί προς το Καζαχστάν, τη Σιβηρία και την Κεντρική Ασία. Τα θύματα των διωγμών ανέρχονται σε δεκάδες χιλιάδες. Παρ’ όλες τις δυσκολίες οι Έλληνες προσπάθησαν και διατήρησαν τα ήθη και τα έθιμα τους στους γάμους, τα πανηγύρια και σε άλλες κοινωνικές τους εκδηλώσεις. Ο σταλινισμός δηλαδή δεν μπόρεσε να αλλάξει τη φυσιογνωμία και το χαρακτήρα του Ελληνισμού της Μαύρης Θάλασσας.

Από τη δεκαετία του ‘60 αρχίζει η αναγέννηση του ελληνικού πολιτισμού της Σοβιετικής Ένωσης με την ίδρυση μουσικών συγκροτημάτων και θεατρικών ομάδων. Το 1981 στα σχολεία της Γεωργίας αρχίζει η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας. Το 1982 και το 1987 ξεκινούν τη λειτουργία τους τα τμήματα της ελληνικής γλώσσας στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο της Μόσχας κοι το Κρατικό Πανεπιστήμιο της Τιφλίδας αντίστοιχα.

Το 1983 ιδρύεται ο Σύλλογος Ελληνικής Νεολαίας της Τιφλίδας, τα 1988 ο Σύλλογος Ελλήνων με το όνομα «ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ» στο Βλαδικαυκάς της Ρωσίας, η Ελληνική Λέσχη της Οδησσού και αργότερα άλλοι 30 περίπου σύλλογοι σε άλλες πόλεις της ΕΣΣΔ.Το 1989 στη Μόσχα ιδρύεται ο Σύνδεσμος Ελλήνων της Σοβιετικής Ένωσης «ΠΟΝΤΟΣ», με Πρόεδρο τον τότε δήμαρχο Μόσχας Γαβριήλ Ποπώφ. Εντείνεται από εδώ και πέρα, η δραστηριότητα των Ελλήνων της πρώην Σοβιετικής Ένωσης σε κοινωνικούς και πολιτιστικούς τομείς. Τον Οκτώβριο του 1990 στη Μόσχα πραγματοποιείται το Α’ Φεστιβάλ Ελληνικού Πολιτισμού και Τέχνης και το Μάρτιο του 1991 στο Γκελεντζίκ της Ρωσίας το Α’ Ιδρυτικό Συνέδριο Ελλήνων της ΕΣΣΔ. Μετά την διάσπαση της Σοβιετικής Ένωσης και την μετανάστευση πολλών Ελλήνων στην Ελλάδα παρατηρείται προσωρινή ύφεση των δραστηριοτήτων τους.

Στη διάρκεια της δεκαετίας του ’90, ωστόσο, ο ελληνισμός της πρώην ΕΣΣΔ επανέκαμψε και στις περισσότερες χώρες ιδρύθηκαν και δραστηριοποιήθηκαν ομοσπονδίες και ελληνικές κοινότητες.

Σήμερα, στην περιοχή λειτουργούν η Ομοσπονδία Ελληνικών Κοινοτήτων Ρωσίας με 40 κοινότητες, η Ομοσπονδία Ελληνικών Συλλόγων Ουκρανίας με πάνω από 90 συλλόγους, η Ομοσπονδία Ελληνικών Κοινοτήτων Γεώργιος με 30 κοινότητες, η Ομοσπονδία Ελληνικών Κοινοτήτων Καζαχστάν κοι Κιργισίας με 17 κοινότητες, η Ομοσπονδία Ελλήνων της Αρμενίας με 10 συλλόγους και Ομοσπονδία Ελλήνων Κριμαίας με 14 συλλόγους. Επίσης, υπάρχουν ελληνικές κοινότητες στις παρακάτω χώρες: Ουζμπεκιστάν, Λετονία, Λιθουανία, Λευκορωσία, Μολδαβία κοι Αζερμπαϊτζάν. Η δραστηριοποίηση των παραπάνω ομοσπονδιών και κοινοτήτων είναι έντονη τόσο σε πολιτιστικά θέματα, με την πραγματοποίηση πολλών Φεστιβάλ, Συνεδρίων κ.ά. όσο και σε κοινωνικό επίπεδο με την παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης σε συνεργασία με τα Ιατρικά Κέντρα που ίδρυσε το ΣΑΕ στην περιοχή.

Η Παρευξείνια ζώνη αποτελεί χώρο ζωτικής για την Ελλάδα. Η γεωοικονομική και γεωπολιτική σημασία της περιοχής τονίζει και την άξια της παρουσίας και συνέχειας του Ελληνισμού της Μαύρης Θάλασσας.