Μιλώντας περί ελευθερίας, των ορίων της και των μέτρων αντιμετώπισης της πανδημίας
γράφει στο peripteron.eu ο Καθηγητής Κώστας Β Μάρκου, βουλευτή Αχαίας ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ
Την απόδοση «ελευθεριών σε εκείνους που τις δικαιούνται» εξήγγειλε ο ανεκδιήγητος κ. Μητσοτάκης σε διάγγελμα του στις αρχές καλοκαιριού. Δυστυχώς αυτή την φορά δεν επρόκειτο για παραδρομή των γνώσεών του, όπως συνέβη όταν μπέρδευε τον Ρουσσώ με τον Μοντεσκιέ ή την Rita Mae Brown με τον Αϊνστάιν. Με το παρόν άρθρο διατυπώνω την άποψη ότι συνιστούσε οργουελικού τύπου επαναπροσδιορισμό των εννοιών «ελευθερία» και «δικαίωμα».
Για την αριστερά η έννοια της ελευθερίας είναι παράγωγο της ισότητας, τα ανθρώπινα δικαιώματα πραγματοποιούνται και συγκεκριμενοποιούνται πάντα σε σχέση με την ανάπτυξη και ανύψωση του κοινωνικού συνόλου.
Για τον νεοφιλελευθερισμό, ή έννοια της ελευθερίας αποκτά το περιεχόμενο της ασυδοσίας και τα δικαιώματα είναι εκείνα που βρίσκονται για να περιορίσουν λίγο ή πολύ την έκταση αυτής της ασυδοσίας.
Σε κανένα όμως σύστημα σκέψης η απόδοση δικαιωμάτων δεν προηγείται του πλαισίου στο οποίο αποδίδονται. Μοιάζει σαν να εξαρτά το δικαίωμα στην ελευθερία, από έναν λευκό κανόνα τον οποίο δεν εξειδικεύει προσωρινά, για να έρθει κατόπιν να τον επιβάλλει. Η αντιστροφή αυτή δεν είναι ολωσδιόλου αθώα ή τυχαία. Ουσιαστικά διακηρύσσει, ότι η ελευθερία, ατομική ή κοινωνική πρέπει να περιοριστεί απόλυτα στα στενά της όρια. Πρέπει να υποταχθεί και να υπακούει σε έναν κανόνα υπέρτατο που να επιβλέπει την ανάπτυξη και την πρόοδο ολόκληρου του λαού και τον οποίο κανόνα θα επιβάλλει με τρόπο δεσποτικό η θεοποιημένη εκδοχή του νόμου της αυτού μεγαλειότητας του. Η αντιστροφή αυτή στηρίζεται στην άρνηση της έννοιας της ισότητας και στην απόρριψη της δημοκρατίας.
Πώς όμως, ανεξάρτητα από τους μεγαλομανείς πόθους του πρωθυπουργού, θα μπορούσε ο περιορισμός της ελευθερίας και της ισότητας να εξειδικευτεί τηρώντας τις αρχές τις επιστήμης αφενός και διατηρώντας τον δημοκρατικό του χαρακτήρα αφετέρου; Θεωρώ ότι η ενίσχυση από το κράτος όλων των πτυχών της επιστήμης θα μπορούσε όχι μόνο να διατηρήσει, αλλά να ενισχύσει τον δημοκρατικό χαρακτήρα των μέτρων. Η υποστήριξη του τομέα της έρευνας, της διδασκαλίας, της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, η θεσμική και ουσιαστική ενίσχυση της Επιτροπής Βιοηθικής και όλων των άλλων γνωμοδοτικών Επιτροπών με νέες και νέους επιστήμονες θα έπρεπε να είναι η προτεραιότητα μιας κυβέρνησης της αριστεράς. Έτσι, θα αντιδιαστέλλονταν από την προνομιακή οικονομική ενίσχυση συμφερόντων, που δεν σχετίζονται με την κοινωνική ευημερία.
Η συνολική ενίσχυση της επιστήμης κυρίως στον χώρο της Υγείας, θα επέτρεπε εξάλλου την πληρέστερη και ακριβέστερη εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας των μέτρων που πρέπει να ληφθούν για την προάσπιση της δημόσιας υγείας. Οι περιορισμοί έτσι, θα ήταν οι ηπιότεροι και αναγκαίοι, μέσα από μια ευρεία γκάμα επιλογών.
Παράλληλα, η ενίσχυση της διαφάνειας και του ελέγχου μέσα από τον δημόσιο διάλογο, χωρίς αποκλεισμό των αντίθετων απόψεων από τα ΜΜΕ θα εξασφάλιζε νομιμοποίηση των αποφάσεων «από τα κάτω προς τα πάνω» και εμπιστοσύνη των πολιτών στις εν λόγω αποφάσεις. Η συμμετοχή σε ένα θέμα που ούτως ή άλλως απασχολεί καθημερινά τους διαλόγους όλων μας, θα λειτουργούσε παιδευτικά και θα προσέδιδε το συναίσθημα της συμπερίληψης. Για να συμβεί όμως κάτι τέτοιο απαιτείται εμβάθυνση της δημοκρατίας στα ΜΜΕ και θεσμική αντιμετώπιση της διασποράς ψευδών ειδήσεων. Προκύπτει επομένως το συμπέρασμα, ότι τα προβλήματα που έχουν ανακύψει το τελευταίο διάστημα σε όλη την ανθρωπότητα, δεν λύνονται με διατάγματα απειλητικού χαρακτήρα και αυθαίρετες αποφάσεις της ενός ανδρός αρχής, αλλά με ριζικές τομές που εκτείνονται σε βάθος.









