Λίγο χώμα, ένα ματσικόριδο, μια αγκαλιά… – 20 χρόνια από τη διάνοιξη των οδοφραγμάτων

Λίγο χώμα, ένα ματσικόριδο, μια αγκαλιά…

Σαν σήμερα, στις 23 Απριλίου 2003, πριν από 20 χρόνια άνοιξε το οδόφραγμα του Λήδρα Πάλας επιτρέποντας για πρώτη φορά, έστω και υπό προϋποθέσεις, τη διακίνηση από και προς τις δύο πλευρές της διαχωριστικής γραμμής.

Στο άκουσμα της είδησης κανείς δεν πίστεψε ότι ήταν αλήθεια. Σε λίγες ώρες, όμως, σχηματίστηκαν ουρές χιλιάδων ανθρώπων που περνούσαν από τη μια πλευρά στην άλλη. Μέσα σε 15 μόνο μέρες περίπου 260.000 Ελληνοκύπριοι και 88.000 Τουρκοκύπριοι, περίπου το 35% του πληθυσμού, πέρασαν από την άλλη πλευρά της Πράσινης Γραμμής. Κι αυτό παρά τις πολιτικές αντιδράσεις και στις δύο πλευρές.

Επιφυλακτική έως αποτρεπτική η πρώτη δήλωση της κυβέρνησης Τάσσου Παπαδόπουλου στην οποία αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι: «Η κυβέρνηση είναι υπέρ της ελεύθερης διακίνησης. Όμως δεν πέφτει το τείχος και δεν έχει επιλυθεί το Κυπριακό ακόμα… δεν είναι σκόπιμο να ενισχύονται οι προσπάθειες του κ. Ντενκτάς για επίδειξη ύπαρξης κυριαρχίας ή χωριστών συνόρων», ενώ ο ίδιος ο Τ. Παπαδόπουλος εκτιμούσε ότι θα περνούσαν από το οδόφραγμα «καμιά 200αριά επαναπροσεγγιστές». Εχθρική, αν και συγκρατημένη, η αντίδραση των εθνικιστικών τουρκοκυπριακών κομμάτων. Η απόφαση Ντενκτάς είχε, βλέπετε, τις ευλογίες της Άγκυρας.

Μαζικά οι Ελληνοκύπριοι προσπέρασαν την πολιτική τους ηγεσία, ενώ στα κατεχόμενα γίνονταν μαζικές μαχητικές διαδηλώσεις των Τουρκοκυπρίων που απαιτούσαν λύση του Κυπριακού και ένταξη στην ΕΕ μαζί με τους Ελληνοκυπρίους.

Ο Απρίλης του 2003 σημάδεψε με ποικίλους τρόπους τους ανθρώπους και τον τόπο αυτό που ακόμη δεν καταφέραμε να επανενώσουμε. Συγκινητικές οι ανθρώπινες ιστορίες εκείνων των ημερών…

Άνθρωποι που ξεκίνησαν από την Κερύνεια για να βρεθούν στις παλιές τους γειτονιές στη Λεμεσό και άνθρωποι από τη Λεμεσό που ξεκίνησαν για να βρεθούν στην Αμμόχωστο ή την Κερύνεια. Λευκωσιάτες που για δεκαετίες σταματούσαν κάπου στα μέσα της οδού Λήδρας, ξαφνικά βρέθηκαν στην «άλλη πλευρά» βλέποντας για πρώτη φορά ολόκληρη την πόλη τους.

Οι άνθρωποι έπαιρναν μαζί τους λίγο χώμα από την αυλή του σπιτιού τους, λίγη άμμο από τη θάλασσα της Αμμοχώστου, ένα ματσικόριδο από τις γλάστρες που άφησαν πίσω τους το 1974… Αρκετοί από τους προσωρινούς ένοικους πότιζαν τα δέντρα και τα λουλούδια ή φύλαξαν με ευλάβεια παλιές φωτογραφίες και αγαπημένα αντικείμενα για να τα δώσουν πίσω στους ιδιοκτήτες τους όταν θα ερχόταν η ευλογημένη ώρα της επανένωσης.

Αγκαλιές και κλάματα εκείνες τις πρώτες μέρες όταν φίλοι και γείτονες έσμιξαν ξανά μετά από τόσα χρόνια βίαιου χωρισμού. Άλλωστε, οι άνθρωποι αυτού του τόπου δεν έχουν τίποτα να χωρίσουν. Τουναντίον έχουν τόσα πολλά που τους ενώνουν -όλα αυτά που ήταν η σπίθα πίσω από τη δημιουργία δικοινοτικών ομάδων και την κοινή πάλη σε καιρούς δύσκολους και επικίνδυνους.

Σήμερα, 20 χρόνια μετά το άνοιγμα του πρώτου σημείου διέλευσης, λειτουργούν συνολικά 9 σημεία διέλευσης κατά μήκος της Πράσινης Γραμμής που χωρίζει το νησί στα δύο. Με το φόβο ότι ζούμε αργά-αργά τη μετατροπή της de facto διχοτόμησης σε de jure.

Οι άνθρωποι, όμως, συνεχίζουν να ελπίζουν ότι κάποτε θα έρθουν καλύτερες μέρες, ότι μια μέρα θα γιορτάζουν ένα καινούργιο ορόσημο -τη μέρα που θα καταργηθούν όλα τα οδοφράγματα και τα συρματοπλέγματα.

Οι μεγαλειώδεις κινητοποιήσεις συνέβαλαν στο άνοιγμα των οδοφραγμάτων

Όταν ανακοινώθηκε το άνοιγμα των οδοφραγμάτων, οι Κύπριοι, κατά χιλιάδες, έσπευσαν να περάσουν στην «άλλη πλευρά». Και έδωσαν ένα μάθημα σε όλους τους εθνικιστές και στις δύο πλευρές -και ιδίως στον Ντενκτάς και τους υποστηρικτές του- που υποστήριζαν ότι τυχόν συνεύρεση των δύο κοινοτήτων θα οδηγούσε σε συγκρούσεις. Αυτή ήταν και η δικαίωση όλων εκείνων που για χρόνια, σε πολύ δύσκολες συνθήκες, διαδήλωναν και διεκδικούσαν το δικαίωμα στην επικοινωνία των ανθρώπων και την επανένωση του νησιού.

Χρ. Βαλανίδου: Πολλοί Κύπριοι θεωρούν κάθε κομμάτι του νησιού αυτού μέρος της κοινής μας πατρίδας

Η 23η Απριλίου 2003, ήταν ένας σταθμός για την Κύπρο και την ιστορία της, μας αναφέρει η Χριστίνα Βαλανίδου, μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής της Δικοινοτικής Πρωτοβουλίας Ειρήνης-Ενωμένη Κύπρος.

Σύμφωνα με τη Χριστίνα Βαλανίδου, η επιθυμία των Κυπρίων -Ε/κ και Τ/κ- να δουν ή να ξαναδούν τους τόπους που έζησαν οι ίδιοι ή οι παππούδες τους, να συναντηθούν με ανθρώπους της άλλης κοινότητας, που αποτυπώθηκε σε εκείνη την κοσμοσυρροή των πρώτων ημερών, συνεχίζεται και σήμερα. «Και οι αριθμοί αυξάνονται, αποδεικνύοντας ότι πολλοί Κύπριοι θεωρούν κάθε κομμάτι του νησιού αυτού μέρος της κοινής μας πατρίδας. Και παρά τα εμπόδια (τεχνικά ή πολιτικά) που τίθενται και σήμερα στις δύο πλευρές ελέγχου, οι Κύπριοι συνεχίζουν να περνούν στην ‘‘άλλη πλευρά’’, με την απαίτηση οι άνθρωποι αυτού του τόπου να μπορούν να κινούνται ελεύθερα σε ολόκληρη την πατρίδα τους.

Ως ενεργός πολίτης που συμμετέχω, ακόμη και πριν το ‘‘άνοιγμα’’ των οδοφραγμάτων, σε δικοινοτικές συνεργασίες θέλω να υπογραμμίσω πόσο πιο εύκολη και ‘‘ακίνδυνη’’ είναι τώρα η επικοινωνία και η ανάπτυξη κοινών δράσεων και πρωτοβουλιών. Το 1989, όταν ιδρύσαμε την Κίνηση για Ανεξάρτητη και Ομόσπονδη Κύπρο, μια κοινή κίνηση Ε/κ και Τ/κ, ο Ντενκτάς ακύρωνε συχνά τις προσπάθειές μας για συναντήσεις και ανάπτυξη συνεργασιών. Αποκορύφωμα των διαμαρτυριών μας ενάντια στις απαγορεύσεις αυτές ήταν η οργάνωση παράλληλων πορειών διαμαρτυρίας, προς το οδόφραγμα του Λήδρα Πάλας όπου συναντήθηκαν οι φωνές διαμαρτυρίας και τα συνθήματά μας για επανένωση. Ωστόσο, η τρομοκρατία, που ενθάρρυνε το καθεστώς Ντενκτάς, ‘‘απάντησε’’ το ίδιο βράδυ με τρομοκρατικές και βομβιστικές επιθέσεις ενάντια στους φίλους-συνεργάτες μας Τ/κ.

Το άνοιγμα κάποιων οδοφραγμάτων μετά το 1974, αποτελεί μια σημαντική συμβολή στην ιστορία των προσπαθειών για επανένωση του τόπου μας. Ωστόσο, μόνο η κατάργηση όλων των διαχωριστικών γραμμών θα είναι η λύση, μια λύση που θα επιτευχθεί στη βάση μιας συμφωνίας, όπως προνοούν τα ψηφίσματα του ΟΗΕ και οι μέχρι σήμερα συμφωνίες ανάμεσα στις δύο κοινότητες σε μια ομόσπονδη Κύπρο, πατρίδα όλων των Κυπρίων».

Τζαβίτ Αν: Πώς μια προσφυγή στο ΕΔΑΔ ήταν καταλυτική για το άνοιγμα των οδοφραγμάτων

Ο Δρ Aχμέτ Τζαβίτ Αν χαρακτηρίζει ως τη μοναδική επαναστατική εξέλιξη μετά τον πόλεμο του 1974 το άνοιγμα των οδοφραγμάτων πριν από 20 χρόνια στις 23 Απριλίου.

Ο ίδιος ήταν ο Τ/κ συντονιστής της Κίνησης για Ανεξάρτητη και Ομόσπονδη Κύπρο που συγκροτήθηκε στις 24 Σεπτεμβρίου 1989 στη Λευκωσία, ως η πρώτη δικοινοτική επιτροπή, όπως αναφέρει μετά το κύμα τρομοκρατίας της τ/κ οργάνωσης ΤΜΤ το 1958. «Ως προοδευτικοί Τ/κ και Ε/κ διοργανώσαμε πολλές συναντήσεις και δράσεις. Η τ/κ ηγεσία ήταν ενάντια στις δραστηριότητές μας για διαφώτιση της κοινής γνώμης, γι’ αυτό και στη συνέχεια δεν μας δινόταν άδεια για συναντήσεις ή κοινές δράσεις. Για όσους θέλουν να ερευνήσουν περαιτέρω για το Κίνημά μας, έχω δωρίσει όλα τα έγγραφα και το υλικό των εφημερίδων στο Ερευνητικό Κέντρο Προμηθέας.

Ο Zaim Necatigil, ο οποίος ήταν προηγουμένως ο ‘‘νομικός εισαγγελέας της τδβκ’’ και υπερασπίστηκε την Τουρκία στο ΕΔΑΔ, διέθεσε 20 σελίδες για την προσφυγή μου στο ΕΔΑΔ (Djavit An vs Turkey, Application No.20652/92) στο βιβλίο του ‘‘The Cyprus Question and the Turkish Position in International Law’’. Έγραψε συγκεκριμένα τα εξής: ‘‘Υπήρξε μεγάλος αντίκτυπος από την αίτηση του Cavit An στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το οποίο ανακοίνωσε την απόφασή του για τις 20 Φεβρουαρίου 2003, και αφορούσε το άνοιγμα σημείων στην ‘‘Πράσινη Γραμμή’’ στις 23 Απριλίου 2003. Δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί το άνοιγμα των οδοφραγμάτων, που ήρθε λίγο μετά από αυτήν την απόφαση, ως σύμπτωση’’.

Τα τελευταία χρόνια άνοιξαν περισσότερα σημεία ελέγχου στη διαχωριστική γραμμή και οι δύο κοινότητες είχαν την ευκαιρία να γνωριστούν καλύτερα και να αναπτύξουν στενές επαφές και φιλία. Δυστυχώς, ο στόχος μας για ένα ενιαίο ομοσπονδιακό κράτος δεν μπόρεσε ακόμα να πραγματοποιηθεί. Είναι τώρα η κατάλληλη στιγμή να δημιουργηθεί ένα παγκύπριο φεντεραλιστικό μέτωπο για να αγωνιστεί για μια ομοσπονδιακή Κύπρο».

Irkad: Αποτέλεσμα της διεκδίκησης των Τουρκοκυπρίων και Ελληνοκυπρίων για επανένωση της Κύπρου

O Ulus Irkad έμαθε ότι άνοιξαν τα οδοφράγματα από τον αείμνηστο πατέρα του. «Πριν από 20 χρόνια, ήμασταν πολύ χαρούμενοι. Ήταν μεγάλη ευτυχία και για τον πατέρα μου που πέθανε ένα χρόνο αργότερα. Την επόμενη μέρα, πολλοί Ελληνοκύπριοι φίλοι μας είχαν περάσει στον βορρά.

Φυσικά, αυτό ήταν το αποτέλεσμα της συλλογικής δουλειάς και διεκδίκησης όλων των Τουρκοκύπριων και Ελληνοκύπριων φίλων μας που αγωνίστηκαν για την επανένωση της Κύπρου. Βοήθησε επίσης η παγκόσμια και περιφερειακή συγκυρία.

Δεν υπήρχε ελεύθερη διέλευση μεταξύ των δύο κοινοτήτων στην Κύπρο από τις 20 Ιουλίου 1974. Τώρα οι Κύπριοι απολαμβάνουν αυτή την ελευθερία πιο άνετα. Για να αντιληφθούμε, όμως, πώς φτάσαμε στις 23 Απριλίου 2003, πρέπει να ρίξουμε μια ματιά στην κατάσταση και στις δύο πλευρές. Στο βόρειο μέρος της Κύπρου, υπήρχε ένα καθεστώς που αντανακλά το στρατιωτικό καθεστώς της Τουρκίας και ήταν ενάντια σε οποιαδήποτε επαφή με τους Ελληνοκύπριους. Για παράδειγμα, ακόμη και για να πάει κάποιος στο Λήδρα Πάλας έπρεπε να υποβάλει αίτηση για ειδική άδεια τουλάχιστον δύο εβδομάδες νωρίτερα. Ωστόσο, υπήρχε πάντα ο κίνδυνος απόρριψης της αίτησης την τελευταία στιγμή. Παρ’ όλα αυτά, δεν τα παρατήσαμε. Δεν πτοηθήκαμε από τις λίστες, τις αιτήσεις, τα αμέτρητα εμπόδια…

Ζήσαμε δύσκολες μέρες μέχρι να ανοίξουν τα οδοφράγματα. Το 2000 καταδικάστηκα σε ποινή φυλάκισης 15 ετών λόγω των επαφών μου. Την ημέρα που άνοιξαν τα οδοφράγματα η υπόθεσή μου συνεχιζόταν. Ήταν η πλήρης αντίθεση, ενώ δικαζόμουν οι διελεύσεις και από τις δύο πλευρές συνεχίζονταν.

Για τις επαφές μας όλο αυτό το διάστημα και πριν ανοίξει το οδόφραγμα στο Λήδρα Πάλας χρησιμοποιούσαμε την Πύλα. Εκδώσαμε το τρίγλωσσο περιοδικό “HADE”, οργανώναμε εκπαιδευτικές δραστηριότητες και εργαστήρια ιστορίας. Δεν μπορεί να ξεχαστεί η βοήθεια και η αλληλεγγύη των αριστερών και δημοκρατικών κομμάτων στο βορρά και στο νότο. Το άνοιγμα των οδοφραγμάτων μάς έδωσε μια ελπίδα εδώ και 20 χρόνια για επανένωση του νησιού μας για λύση και ειρήνη».

Κ. Χριστοδουλίδης: Το άνοιγμα των οδοφραγμάτων άλλαξε το χάρτη των δικοινοτικών ομάδων

Το άνοιγμα των οδοφραγμάτων αύξησε τις επαφές, οι άνθρωποι συνδέθηκαν ακόμη περισσότερο, σμίγουν μαζί σε γιορτές, χαρές, λύπες, αναφέρει μιλώντας στην εφημερίδα μας ο Κωνσταντίνος Χριστοδουλίδης.

Το άνοιγμα των οδοφραγμάτων, αναφέρει, έδωσε και ζωή στη Δικοινοτική Χορωδία που μέχρι τότε λειτουργούσε με πολλές δυσκολίες και χάρη στο πείσμα των ανθρώπων που είχαν ταχθεί να την κρατήσουν ζωντανή.

Η χορωδία έκανε την πρώτη της εμφάνιση τον Οκτώβριο του 1997 σε δικοινοτική εκδήλωση των Ηνωμένων Εθνών στο Λήδρα Πάλας. Η συνέχεια όμως ήταν δύσκολη. Οι πρόβες από τα μέσα του 1999 γίνονταν στην Πύλα κάθε δεύτερη Κυριακή. Ο Κωνσταντίνος Χριστοδουλίδης σημειώνει τον ηρωισμό των Τουρκοκυπρίων που μετέβαιναν στις πρόβες στην Πύλα παρά την αντίθεση τής τότε τουρκοκυπριακής ηγεσίας.

Ανάμεσα στις στιγμές που έχουν χαραχθεί ανεξίτηλα στο μυαλό και την καρδιά τους είναι η παράσταση στο Λονδίνο που διοργάνωσαν Ε/κ και Τ/κ που ζουν εκεί. Δεν ήταν και λίγο πράγμα, το γεγονός, όπως μαρτυρεί, πως άνθρωποι από τον ίδιο τόπο βρέθηκαν τόσα χιλιόμετρα μακριά για να τραγουδήσουν για την ειρήνη.

Επιστρέφοντας στην Κύπρο αποφάσισαν να διοργανώσουν την πρώτη κοινή τους εκδήλωση στην Πύλα τον Ιούλιο του 2000. «Λίγες μέρες νωρίτερα πήραμε μήνυμα από τα Ηνωμένα Έθνη να μην κάνουμε την εκδήλωση γιατί είχαν πληροφορίες ότι θα γίνονταν επεισόδια από ακραία εθνικιστικά στοιχεία. Κάναμε όμως την εκδήλωση -δυστυχώς μόνοι μας, αφού ο Ντενκτάς είχε κλείσει το οδόφραγμα και δεν άφησε τους Τ/κυπρίους να περάσουν».

20 χρόνια έχουν περάσει από τότε που άνοιξε το οδόφραγμα του Λήδρα Πάλας και η μνήμη ξεθωριάζει, αναφέρει ο Κωνσταντίνος Χριστοδουλίδης που σημειώνει πως αυτό που μένει είναι ο αγώνας μιας ομάδας ανθρώπων να σμίξουν σε δύσκολους καιρούς.

Τώρα πια οι σχέσεις μεταξύ τους είναι σε άλλη διάσταση -συναντώνται στα σπίτια ο ένας του άλλου, πάνε μαζί σε εκδρομές, γάμους και κηδείες. Το συγκινητικό με τη χορωδία είναι το γεγονός ότι εδώ και τόσα χρόνια όποτε τραγουδούν το «Η δική μου η πατρίδα», κλαίνε. Κλαίνε γιατί η πατρίδα μας εξακολουθεί να είναι μοιρασμένη.

Αναμνήσεις που κρατούν σαν φυλακτό…

Σαν σήμερα μετρούν 20 χρόνια απ’ όταν ανακοινώθηκε ότι το κατοχικό καθεστώς άνοιξε το οδόφραγμα στο Λήδρα Πάλας επιτρέποντας τις διελεύσεις ένθεν και ένθεν της διαχωριστικής γραμμής.

Μετά το πρώτο ξάφνιασμα, χιλιάδες ήταν οι άνθρωποι, στην πλειοψηφία Ελληνοκύπριοι, που άρχισαν να συρρέουν στο οδόφραγμα για να περάσουν είτε με το αυτοκίνητο είτε με τα πόδια στην απέναντι πλευρά. Κάτι αντίστοιχο συνέβαινε και από την αντίθετη κατεύθυνση. Άνθρωποι που επίσης ήθελαν να δουν τους δικούς τους τόπους και άλλοι που περνώντας τα οδοφράγματα φώναζαν «επιτέλους ελευθερία», αφού ιδιαίτερα το προοδευτικό κομμάτι των Τουρκοκυπρίων ένιωθε και με το παραπάνω την καταπίεση από την ηγεσία τότε του Ραούφ Ντενκτάς.

Στο οδόφραγμα του Λήδρα Πάλας βρέθηκαν τότε άνθρωποι που ξεριζώθηκαν βίαια το 1974 αφήνοντας πίσω τα σπίτια τους, αλλά και ένα μεγάλο κομμάτι από την ίδια τους τη ζωή. Αψηφώντας τις όποιες αμφιβολίες, αλλά και παραινέσεις από πολιτικούς, έσπευσαν να μεταβούν στην κατεχόμενη πλευρά του νησιού μας καρτερώντας υπομονετικά τη σειρά τους με τις ώρες για να περάσουν και να επισκεφθούν τα χωριά και τα σπίτια τους.

Στα σπίτια που άφησαν πίσω τους το 1974 τους υποδέχθηκαν σε πολλές περιπτώσεις Τουρκοκύπριοι, λέγοντας «σας περιμέναμε…» Σε αρκετά σπίτια οι Τουρκοκύπριοι πλέον ένοικοι είχαν φυλάξει κειμήλια για να τα παραδώσουν στους νόμιμους ιδιοκτήτες τους. Υπήρχαν βέβαια και περιπτώσεις όπου άνθρωποι δεν βρήκαν το σπίτι τους αφού στη θέση του βρήκαν για παράδειγμα μια πολυκατοικία ή ένα γήπεδο. Υπήρξαν και οι περιπτώσεις, ιδιαίτερα εκεί που οι ένοικοι ήταν έποικοι, που συνάντησαν καχυποψία, αντίδραση ακόμα και εχθρότητα.

Μεγάλος ήταν ο καημός για την κυρία Άννα να επισκεφθεί το σπίτι της στον Τράχωνα. Θυμάται ότι πέρασε με τα πόδια από το οδόφραγμα του Λήδρα Πάλας όπου γινόταν ένας χαμός. «Με το αυτοκίνητο δεν υπήρχε περίπτωση να περάσουμε από τον κόσμο που περίμενε στις ουρές». Με ένα μαγικό τρόπο τα πόδια θυμήθηκαν το δρόμο, έστω και αν είχαν αλλάξει κάποια πράγματα και σε ένα 20λεπτο περίπου αφότου πέρασε στην άλλη πλευρά βρήκε το σπίτι της, εκεί στη γωνιά να την περιμένει με τις μυρωδιές της ανθισμένης λεμονιάς που είχε φυτέψει και τα περίτεχνα κάγκελα της τζαμαρίας που έστεκαν ακόμη.

Στο σπίτι κατοικούσε πλέον μια οικογένεια Τουρκοκυπρίων που έμεναν πριν τον πόλεμο στην περιοχή του Τακτακαλά. Παιδιά τότε, ενήλικες πλέον, οι γονείς τους είχαν πεθάνει, υποδέχθηκαν την κυρία Άννα και τους συγγενείς της και τους τρατάρισαν, όπως είναι το έθιμο. Φώναξαν και άλλους γείτονες για να δουν τους Eλληνοκύπριους ένοικους, ενώ μεγάλη ήταν η συγκίνηση όταν από το πατάρι κατέβασαν φωτογραφίες από το γάμο της κυρίας Άννας που είχαν βρει και είχαν φυλάξει μέχρι την ημέρα που θα επέστρεφε. «Λόγω του ότι ήμασταν με τα πόδια δεν μπορούσα να τις πάρω μαζί μου. Είχα ένα βάρος που τις άφησα πίσω. Όμως το επόμενο διάστημα ήρθαν στο σπίτι μου στη Λευκωσία οι Τουρκοκύπριοι φίλοι μας πλέον και μας τις έφεραν, γιατί όπως μου είπαν ήξεραν ότι ήταν σημαντικές για εμένα».

Η κυρία Ειρήνη μια και μοναδική φορά επισκέφθηκε το σπίτι της, το πατρικό στο Παλαίκυθρο, μια φορά ήταν αρκετή για να το δει και να επαναχαράξει μέσα της εκείνη την ανάμνηση. Όπως θυμάται, κτύπησε δειλά την πόρτα για να της ανοίξουν κάποιοι ξένοι, οι οποίοι δεν ήταν πολύ θερμοί. Άφησαν την ίδια και τα ενήλικα παιδιά της, που δεν είχαν αναμνήσεις από το σπίτι τους αφού ήταν πολύ μικρά όταν έφυγαν, να μπουν μέσα και να δουν το σπίτι. Σύμφωνα με την ίδια, η κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει το σπίτι ήταν αβάσταχτη για την ίδια. «Πήγα μόνο μια φορά, ήταν μεγάλος ο καημός να δω το σπίτι που κάποτε ήταν δικό μου, όμως το να πηγαίνω να βλέπω ένα σπίτι όπου πλέον μένουν άλλοι, με πληγώνει».

Η κυρία Μαρία από την Κερύνεια θυμάται ότι πέρασε με τον άνδρα της από το οδόφραγμα το βράδυ εκείνης της Μεγάλης Τετάρτης. Στο οδόφραγμα πήραν ταξί που το οδηγούσε ένας Τουρκοκύπριος από το Καζάφανι που μιλούσε Ελληνικά. «Μας πήρε πρώτα στο σπίτι του να γνωρίσουμε την οικογένειά του και να μας κεράσει καφέ και μετά μας γύρισε με το αυτοκίνητο στην Κερύνεια. Σταματήσαμε έξω από το σπίτι μας, αλλά δεν κατέβηκα. Σε εκείνη την πρώτη επίσκεψη ήμουν σοκαρισμένη, συγχυσμένη, δεν ήξερα τι έβλεπα. Σαν να έβλεπα όνειρο. Η γειτονιά μου είχε αλλάξει πολύ».

Λίγες μέρες αργότερα, ξαναπέρασαν από το οδόφραγμα με το αυτοκίνητό τους. Αυτή τη φορά πήραν μαζί και τα παιδιά τους. «Θέλαμε να δουν τα παιδιά μας τους τόπους που γεννηθήκαμε, τα σπίτια μας. Στην Κερύνεια, συναντηθήκαμε με Τ/κ φίλους. Πήρα πρώτα τα παιδιά στο σπίτι μας. Ήταν άδειο, κλειδωμένο. Έκοψα, όμως, λίγη δάφνη από την αυλή για να πάρω μαζί μου. Μετά τους πήγα στο σχολείο μου, στο λιμανάκι, στον Άγιο Ιλαρίωνα… Καταλήξαμε στο Βαρώσι… Ήταν μια μέρα δύσκολη, φορτισμένη με συναισθήματα που δυσκολεύομαι τώρα να περιγράψω».

17 χρονών ο Τασίν σήμερα, δεν γνώρισε την πρότερα κατάσταση. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην εποχή όπου η λειτουργία των οδοφραγμάτων αποτελεί μιαν κανονικότητα σε μια μοιρασμένη πατρίδα. Η δική του πραγματικότητα είναι ότι πρέπει να δείξει την ταυτότητά του στους ελέγχους στο οδόφραγμα για να μπορέσει να πάει σχολείο, να πάει στις προπονήσεις του και να βρεθεί με τους φίλους του.

Δεν μπορεί να φανταστεί πώς θα μπορούσε η ζωή του να ήταν αλλιώς, περιορισμένος στο μισό της πατρίδας του, χωρίς να γνωρίζει πώς μοιάζουν οι Ελληνοκύπριοι συμπατριώτες του. Ένας Τουρκοκύπριος έφηβος που μιλά άπταιστα Ελληνικά, αγαπά όλη την πατρίδα του και όμως αναγκάζεται να περιμένει στην κίνηση των οδοφραγμάτων επιδεικνύοντας ταυτότητα για να μπορέσει να διακινηθεί.

Από την άλλη, για τη μητέρα του, όπως και για τους περισσότερους Τουρκοκύπριους, όπως αναφέρει η ίδια, το άνοιγμα των οδοφραγμάτων πριν από 20 χρόνια σηματοδοτούσε και το άνοιγμα μιας πόρτας σε έναν τελείως νέο κόσμο. «Ήταν πολύ παράξενο το γεγονός ότι ενώ έχουμε την ίδια γεωγραφία, κλίμα, καιρό, φαγητό, με το που περπατήσαμε στη νότια πλευρά της Λευκωσίας μόλις άνοιξαν τα οδοφράγματα ήταν σαν να βρεθήκαμε σε μια χρονομηχανή. Σε μια χρονομηχανή που μας έδειχνε πώς θα μπορούσε να είναι η βόρεια πλευρά του νησιού μας σε 30 ή 40 χρόνια από τότε».

Το άνοιγμα των οδοφραγμάτων, όπως ομολογεί, είναι μια εξαιρετική ευκαιρία για να κοινωνικοποιηθούν, να κάνουν νέους φίλους ή να επανασυνδεθούν με παλιούς φίλους. Ωστόσο, παρατηρεί ότι με το άνοιγμα των οδοφραγμάτων έχουν αλλάξει και κάποια πράγματα στην καθημερινότητα της τουρκοκυπριακής κοινότητας. «Η μεγάλη ζήτηση που υπάρχει για συγκεκριμένες υπηρεσίες από Ελληνοκύπριους έχει αυξήσει τις τιμές για όλους, με αποτέλεσμα πλέον για εμάς τους Τουρκοκύπριους κάποια πράγματα να αποτελούν πολυτέλεια». Στα αρνητικά περιλαμβάνει και το γεγονός ότι χρειάζονται ώρες για να μπορέσει κάποιος να διασχίσει τη Λευκωσία από το οδόφραγμα του Αγίου Δομετίου. Η ίδια και η οικογένειά της κάνουν κάθε μέρα τη συγκεκριμένη διαδρομή και η ταλαιπωρία στο οδόφραγμα είναι αβάσταχτη. Αυτό, τονίζει, αποθαρρύνει πλέον και πολλούς που απλά θέλουν να συναντηθούν με φίλους είτε στη μια πλευρά είτε στην άλλη και όχι απλά να κάνουν ψώνια.

Ο πόθος για επιστροφή ήταν μεγαλύτερος από οτιδήποτε άλλο

Δημοσιογράφοι θυμούνται και περιγράφουν γεγονότα και συναισθήματα

«Ζητούμενο η λύση», «Το αδιαχώρητο χθες», «Η Μεγάλη Τετάρτη», «Κοσμοσυρροή», «Με το διαβατήριο στο χέρι», «Και βίζα θέλει ο Ντενκτάς», ήταν μερικοί από τους τίτλους των καθημερινών ε/κ εφημερίδων της εποχής, ενώ από την άλλη ο τ/κ Τύπος έγραφε «Ιστορική ημέρα», «Νίκη του λαού».

Μια ματιά στις εφημερίδες την επόμενη μέρα που άνοιξε το οδόφραγμα στο Λήδρα Πάλας αλλά και τις ημέρες που ακολούθησαν, αφού άνοιξαν και τα οδοφράγματα σε Πέργαμος και Στροβίλια, φανερώνει και το κλίμα που επικρατούσε.

Ο προοδευτικός τ/κ Τύπος πανηγυρίζει, γιατί επιτέλους οι Τουρκοκύπριοι νιώθουν ελεύθεροι μετά από δεκαετίες και ο δεξιός Τύπος ασκεί κριτική στην κίνηση αυτή του Ραούφ Ντενκτάς. Πιο συγκρατημένα ήταν τα δημοσιεύματα στον ε/κ Τύπο, όπου γινόταν λόγος για μερική άρση των περιορισμών, τονίζοντας πως αυτό δεν αποτελεί λύση, ενώ θιγόταν έντονα και το ότι χρειαζόταν η επίδειξη διαβατηρίων για τις διελεύσεις. Ωστόσο τις πρώτες ημέρες το σύστημα στα σημεία ελέγχου των κατεχομένων είχε καταρρεύσει λόγω της κοσμοπλημμύρας, με αποτέλεσμα να μη γίνεται κανένας έλεγχος.

Όπως είναι αναμενόμενο, από τους πρώτους που έσπευσαν να καλύψουν το γεγονός αυτό ήταν οι λειτουργοί των ΜΜΕ, δημοσιογράφοι, εικονολήπτες, φωτογραφικοί ρεπόρτερ.

Π. Χατζηπαναγής: Μια από τις καθοριστικότερες, ίσως, στιγμές της σύγχρονης κυπριακής πολιτικής ιστορίας

Η κοσμοσυρροή αλλά και τα ανάμεικτα συναισθήματα είναι αυτό που κρατά ο αρχισυντάκτης του ΡΙΚ, Πανίκος Χατζηπαναγής, που κλήθηκε τότε ως ρεπόρτερ να καλύψει το άνοιγμα του οδοφράγματος στο Λήδρα Πάλας.

«Είκοσι χρόνια μετά, τόσο κοντά και τόσο μακριά, όσο κοινότυπο και αν φαίνεται αυτό… Βρεθήκαμε από νωρίς εκεί, με την κάμερα (θυμάμαι σε κάποια φάση συνδεθήκαμε και με την ΕΡΤ), παρακολουθώντας αυτό που μετατράπηκε σε κάποια φάση σε κάτι σαν λαϊκό πανηγύρι. Οι “αστυνομικοί” που στελέχωναν το οδόφραγμα ήταν αδύναμοι να συγκρατήσουν το πλήθος, οι διατυπώσεις σε πολλές περιπτώσεις παρακάμπτονταν…

Ο πόθος των ανθρώπων για επιστροφή, στην ουσία επίσκεψη σε αυτό που λέμε πατρογονικές εστίες, ήταν μεγαλύτερος από τις όποιες, για κάποιους, πολιτικές αναστολές. Νομίζω ότι ήταν, πιθανότατα, η πρώτη φορά μετά την εισβολή που Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι στην κοινή επιθυμία να δουν τα σπίτια τους αδιαφόρησαν μπροστά στις όποιες προτροπές, ακόμα και αν από μερίδα της πολιτικής μας ηγεσίας μεταφερόταν ότι αυτό αποτελούσε αναγνώριση του ψευδοκράτους. Ένα κύμα συναισθημάτων παρέσερνε τα πάντα.

Εμείς καταγράφαμε δηλώσεις πολιτικής και συναισθημάτων σε μια ίσως από τις καθοριστικότερες στιγμές της σύγχρονης κυπριακής πολιτικής ιστορίας. Εκείνο που θυμάμαι εντονότερα από τα ρεπορτάζ συναδέλφων που ακολούθησαν πρόσφυγες που επισκέπτονταν τα σπίτια τους, είναι οι ιστορίες προσφύγων που βρήκαν στο σπίτι τους άθικτα αντικείμενα -ακόμα και ποτήρια και πιάτα- ακριβώς όπως τα είχαν αφήσει σχεδόν τρεις δεκαετίες προηγουμένως».

Μ. Μιχαήλ: Ήταν, ίσως, η μοναδική φορά που οι εθνικιστές και στις δύο κοινότητες ένιωθαν έξω από τα νερά τους

Για να καλύψει το γεγονός βρέθηκε στο οδόφραγμα του Λήδρα Πάλας και ο δημοσιογράφος του «Άστρα» Μιχάλης Μιχαήλ. Όπως χιλιάδες άλλοι, όμως, δεν μπόρεσε να αντισταθεί σε αυτό που εκτυλισσόταν και όταν πέρασε στην απέναντι πλευρά, έσπευσε να επισκεφθεί και αυτός το κατεχόμενο χωριό του, τον Γερόλακκο.

«Όλοι ξαφνιαστήκαμε από την κίνηση του Ραούφ Ντενκτάς να ανοίξει τα οδοφράγματα. Στην αρχή έπεσε παγωμάρα, λέγαμε ότι μάλλον ήταν μπλόφα. Γρήγορα όμως καταλάβαμε πως ήταν αλήθεια. Τα ΜΜΕ έτρεξαν στο Λήδρα Πάλας, το πρώτο οδόφραγμα που άνοιξε.

Βρέθηκα στο Λήδρα Πάλας μετά το μεσημέρι, ως απεσταλμένος του “Άστρα”. Το τι εκτυλισσόταν εκεί ήταν συγκλονιστικό. Χιλιάδες νέοι, μεσήλικες, ηλικιωμένοι, στέκονταν στη σειρά και περίμεναν υπομονετικά να περάσουν από το σημείο ελέγχου για να πάνε στα κατεχόμενα χωριά τους. Ήταν μία κατάσταση που δύσκολα μπορεί να κατανοήσει κάποιος αν δεν την έζησε.

Ταυτόχρονα, εκεί στο οδόφραγμα, συναντιόντουσαν παλιοί γνωστοί από τις δύο κοινότητες. Πρώην συγχωριανοί, πρώην συνάδελφοι, πρώην γνωστοί. Χαρές, γέλια, μια αισιοδοξία ότι κάτι πάει να γίνει.

Ήταν η μοναδική φορά που οι εθνικιστές και στις δύο κοινότητες ένιωθαν έξω από τα νερά τους. Δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτε, παρά μόνο να ελπίζουν ότι θα σημειώνονταν επεισόδια. Δεν έσπασε όμως ούτε μύτη.

Ο κόσμος περίμενε υπομονετικά, για ώρες ολόκληρες. Πολλοί κατάφεραν να περάσουν την πρώτη μέρα. Άλλοι όχι. Και βρέθηκαν εκεί και την επόμενη μέρα και την παράλλη. Μέχρι που τα κατάφεραν. Όπως τα κατάφερα κι εγώ. Ύστερα από 29 χρόνια κατάφερα να πάω για πρώτη φορά στο χωριό μου, στο σπίτι μου. Το τι ένιωθα δεν μπορεί να περιγραφεί».

Ε. Νταβούτ: Το άνοιγμα των οδοφραγμάτων ήταν καταλυτικό, ωστόσο δεν είναι αρκετό

Η Εμινέ Νταβούτ ήταν ανταποκρίτρια της εφημερίδας «Κίπρις» όταν άνοιξαν τα οδοφράγματα. Την ημέρα εκείνη βρισκόταν στο Λονδίνο και όταν άκουσε τα νέα, όπως και πολλοί άλλοι, στην αρχή δεν πίστεψε ότι συνέβαινε κάτι τέτοιο.

«Ήταν μια μεγάλη εξέλιξη. Οι δύο κοινότητες δεν είχαν επικοινωνία για σχεδόν 30 χρόνια. Και ξαφνικά, είχαν την ευκαιρία να περάσουν άνθρωποι από τη μια πλευρά στην άλλη, να δουν τα σπίτια τους, τους τόπους που γεννήθηκαν, φίλους.

Με την επιστροφή μου στην Κύπρο λίγο αργότερα το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να περάσω στη νότια πλευρά του νησιού μας. Ο ενθουσιασμός στους ανθρώπους και στις δύο πλευρές ήταν εμφανής.

Το πρώτο μέρος που επισκέφθηκα ήταν η Λήδρας και η Μακαρίου, οι δύο πιο γνωστές οδοί, αφού στα 30 μου χρόνια τότε ποτέ δεν είχα βρεθεί στο νότιο μέρος της Κύπρου. Ήταν μια παράξενη εμπειρία, γιατί ενώ το σπίτι που έμενα βρισκόταν μόνο μερικά μέτρα μακριά από την άλλη πλευρά, δεν γνώριζα πώς ήταν αυτή η άλλη πλευρά.

Η πεθερά μου είναι από τη Λεμεσό, έτσι βρεθήκαμε και στη Λεμεσό. Μόλις πλησιάσαμε στην πόλη ο ενθουσιασμός της ήταν πολύ μεγάλος. Το ίδιο όμως και η σύγχυσή της. Το να βλέπεις το σπίτι σου, μετά από τόσα χρόνια, από το 1974 που αναγκάστηκες να το εγκαταλείψεις, ήταν ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα.

Σήμερα χιλιάδες άνθρωποι πάνε κι έρχονται κάθε μέρα από τη μια πλευρά στην άλλη. Υφίστανται όμως μεγάλη ταλαιπωρία, ιδιαίτερα στο οδόφραγμα του Αγίου Δομετίου. Σίγουρα στη Λευκωσία χρειάζεται να ανοίξουν και άλλα σημεία. Πιστεύω ότι το άνοιγμα των οδοφραγμάτων ήταν καταλυτικό. Ωστόσο δεν είναι αρκετό. Αυτό που χρειαζόμαστε ως νησί είναι να καταλήξουμε σε μια δίκαιη λύση και να ξεφορτωθούμε όλα τα οδοφράγματα».

Μ. Κανατλί: Κόσμος πάει κι έρχεται, όμως περιμέναμε περισσότερα…

Ο Μουράτ Κανατλί, που τότε εργαζόταν στην εβδομαδιαία εφημερίδα «Νέα Εποχή», θυμάται ότι την ημέρα εκείνη είχε διοργανωθεί μια δικοινοτική δημοσιογραφική διάσκεψη στην Πύλα και οι περισσότεροι δημοσιογράφοι βρίσκονταν εκεί.

«Εκεί έπεσε η πρώτη πληροφορία ότι η τ/κ πλευρά άνοιξε το οδόφραγμα του Λήδρα Πάλας. Σε λίγα λεπτά το δωμάτιο άδειασε, όλοι ήταν έξω και μιλούσαν με τις εφημερίδες και τους σταθμούς που εργάζονταν. Οι πληροφορίες, όμως, ήταν συγκεχυμένες. Κατά την επιστροφή μας στη Λευκωσία αντικρίσαμε ουρές από ανθρώπους, κυρίως από την ελληνοκυπριακή πλευρά, να προσπαθούν να περάσουν.

Ένα από τα πράγματα που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση ήταν το γεγονός ότι η πλειοψηφία των ανθρώπων είχαν στα χέρια τα μικρά παιδιά τους. Όλοι γνωρίζουμε ότι στην Κύπρο για τους γονείς το πιο σημαντικό είναι τα παιδιά τους και όμως δεν σκέφτηκαν ότι πάνε σε έναν άγνωστο περιβάλλον που ίσως και να μην ήταν τόσο ασφαλές. Αυτό από μόνο του καταδεικνύει τη μεγάλη επιθυμία που είχαν οι άνθρωποι να περάσουν στην άλλη πλευρά.

Θυμάμαι επίσης έντονα την ημέρα εκείνη, όπως περπατούσαμε προς το άγαλμα του Μάρκου Δράκου, ότι εκεί βρισκόταν μια ομάδα από Ελληνοκύπριους – μέλη του Νεοκυπριακού Συνδέσμου, ανάμεσά τους θυμάμαι χαρακτηριστικά τον Τζους Παγιάτα, που περίμεναν να βοηθήσουν όσους Τουρκοκυπρίους περνούσαν και ήθελαν πληροφορίες».

Ο Μουράτ Κανατλί παραδέχεται ότι οι προσδοκίες του, από το άνοιγμα των οδοφραγμάτων και έπειτα, ήταν μεγαλύτερες. Ανέμενε πως με το άνοιγμα των οδοφραγμάτων θα εντατικοποιούνταν και οι προσπάθειες ώστε να δημιουργηθεί ένα ρεύμα πίεσης και από τις δύο κοινότητες για επίλυση του Κυπριακού. Δυστυχώς, αναφέρει, με την πάροδο κάποιων χρόνων η κατάσταση έχει «κανονικοποιηθεί». Όπως σημειώνει, «το όνειρό μας ότι η διακίνηση, έστω και με τον τρόπο που γίνεται, θα δημιουργούσε ένα κίνημα που θα πίεζε για την επανένωση, δυστυχώς έχει καταρρεύσει. Υπάρχουν επαφές μεταξύ συγχωριανών, φίλων, συμφοιτητών, όμως αφορά κυρίως τις ανθρώπινες σχέσεις. Δεν υπάρχουν πρωτοβουλίες σε πολιτικό επίπεδο, δεν βλέπουμε κάποια πολιτική επίδραση».

Επιμέλεια: Ελένη Κωνσταντίνου

πηγή: dialogos.com.cy