Καθυστερήσεις στην εφαρμογή της οδηγίας για την προστασία μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος

Καμία χώρα της ΕΕ δεν έχει τηρήσει την προθεσμία της 17ης Δεκεμβρίου για τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο της οδηγίας για την προστασία όσων καταγγέλλουν τις παραβάσεις της νομοθεσίας της ΕΕ.

Τον Απρίλιο του 2018, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε μια δέσμη πρωτοβουλιών, συμπεριλαμβανομένης μιας οδηγίας για την προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος. Η οδηγία εγκρίθηκε στις 23 Οκτωβρίου 2019 και τέθηκε σε ισχύ δύο μήνες αργότερα. Τα κράτη μέλη είχαν προθεσμία μέχρι την Παρασκευή για να τη μεταφέρουν στο εθνικό τους δίκαιο.

Η οδηγία θεσπίστηκε για να αυξήσει την προστασία των πληροφοριοδοτών λόγω της «άνισης και κατακερματισμένης» προσέγγισης για το θέμα αυτό σε εθνικό επίπεδο, ανέφερε η Επιτροπή. Πρόσθεσε μάλιστα ότι εξαιτίας αυτής της κατάστασης «οι πληροφοριοδότες συχνά αποθαρρύνονται να αναφέρουν τις ανησυχίες τους υπό τον φόβο αντιποίνων».

«Οι πληροφοριοδότες αυτοί είναι γενναίοι άνθρωποι πρόθυμοι να φέρουν στο φως παράνομες δραστηριότητες – συχνά με μεγάλο κίνδυνο για την καριέρα και τον βιοπορισμό τους – με μόνο στόχο να προστατεύσουν το κοινό από παρανομίες. Αξίζουν αναγνώριση και προστασία για τις γενναίες πράξεις τους. Καλώ, λοιπόν, τα κράτη μέλη να μεταφέρουν τους νέους κανόνες στην εγχώρια νομοθεσία τους χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση», δήλωσε η Βιέρα Γιούροβα, αντιπρόεδρος της Επιτροπής, αρμόδια για τις αξίες και τη διαφάνεια.

Η δέσμη πρωτοβουλιών δημιουργεί ένα ολοκληρωμένο νομικό πλαίσιο για τους μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος. Περιλαμβάνει την εξασφάλιση πρόσβασης σε διαύλους καταγγελίας, την ενίσχυση της υποχρέωσης εμπιστευτικότητας, την απαγόρευση των αντιποίνων κατά των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος και τη θέσπιση στοχευμένων μέτρων προστασίας.

Από τις 27 χώρες, οι 24 βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη και τρεις δεν έχουν ξεκινήσει, σύμφωνα με τα στοιχεία που επεξεργάζεται το «EU Whistleblowing Monitor».

Πώς προχωρούν οι χώρες

Η Γερμανία δεν έχει ακόμη μεταφέρει την οδηγία, αλλά η νέα κυβέρνηση συνασπισμού έχει δεσμευτεί να δώσει «έμφαση» στην αντιμετώπιση του ζητήματος. Η κυβέρνηση επιθυμεί να μεταφέρει την εν λόγω οδηγία με τρόπο που να είναι «πρακτικά και νομικά στεγανός», σύμφωνα με τη δήλωση του εκπροσώπου της κυβέρνησης την Παρασκευή (17 Δεκεμβρίου), ενώ πρόσθεσε ότι ένα σχέδιο γι’ αυτό θα παρουσιαστεί το συντομότερο δυνατό.

Η προηγούμενη κυβέρνηση είχε αποτύχει να εφαρμόσει αυτή την νομοθετική πράξη λόγω αδιεξόδου μεταξύ των συντηρητικών (CDU/CSU) και των σοσιαλδημοκρατών (SPD) εταίρων του συνασπισμού.

Ένα σχέδιο νόμου που είχε παρουσιάσει η τότε υπουργός Δικαιοσύνης Κριστίνε Λάμπρεχτ (SPD) θεωρήθηκε από τους συντηρητικούς ως υπερβολικά εκτεταμένο. Η Λάμπρεχτ είχε προτείνει να υπερβεί τις απαιτήσεις της ΕΕ και να προστατεύσει τους μάρτυρες που καταγγέλλουν παραβάσεις όχι μόνο της ευρωπαϊκής αλλά και της εθνικής νομοθεσίας.

Η Σλοβενία δεν έχει ενσωματώσει την οδηγία και δεν έχει τεθεί καν σε δημόσια διαβούλευση, μια διαδικασία που διαρκεί τουλάχιστον ένα μήνα. Στις αρχές Δεκεμβρίου, το υπουργείο Δικαιοσύνης δήλωσε ότι υπόκειται σε «διυπουργικό συντονισμό», με στόχο να περάσει το νομοσχέδιο μέχρι την άνοιξη.

Στην Κροατία, η κυβέρνηση έστειλε τη νομική πρόταση σε κοινοβουλευτική διαδικασία, αλλά λόγω των διακοπών του κοινοβουλίου, δεν φαίνεται να υπάρχει πιθανότητα αποφασιστικής δράσης πριν από τον Φεβρουάριο.

Την περασμένη άνοιξη, η ρουμανική κυβέρνηση άρχισε να ενσωματώνει την οδηγία στο εθνικό δίκαιο και χαρακτηρίστηκε μάλιστα ως η «χώρα-πρότυπο» για τους μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος. Ωστόσο, δεν υπάρχουν πληροφορίες σχετικά με την τρέχουσα κατάστασή του ή αν τελικά έχει ψηφιστεί.

Στην Τσεχία, οι αρχές απέτυχαν να τηρήσουν την καθορισμένη προθεσμία και οι τοπικές ΜΚΟ κάλεσαν τη νέα κυβέρνηση να την ενσωματώσει το συντομότερο δυνατό. Επιπλέον, η προστασία των μαρτύρων και η αναγκαία μεταρρύθμιση που συνδέεται με την οδηγία περιλαμβάνονται ήδη στο εθνικό σχέδιο ανάκαμψης της Τσεχίας.

Άλλες χώρες που δεν έχουν ακόμη εφαρμόσει την οδηγία είναι το Βέλγιο, η Μάλτα, η Πολωνία και η Ισπανία, ενώ η Κύπρος, η Ουγγαρία και το Λουξεμβούργο δεν έχουν ξεκινήσει ακόμα τη διαδικασία.

Τι περιλαμβάνει η οδηγία;

Σύμφωνα με την οδηγία, κάθε εταιρεία ή δημόσιος φορέας με 250 ή περισσότερους υπαλλήλους πρέπει να εφαρμόσει τη δική του πολιτική καταγγελίας. Από το 2023, θα εφαρμόζεται σε φορείς με 50 ή περισσότερους υπαλλήλους.

Καλύπτει την αποκάλυψη παραβάσεων της νομοθεσίας της ΕΕ σε τομείς όπως οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, οι δημόσιες συμβάσεις, η ασφάλεια και η συμμόρφωση προϊόντων, η περιβαλλοντική, η ακτινοβολία και η πυρηνική ασφάλεια, η καλή μεταχείριση των ζώων, η δημόσια υγεία, η ιδιωτική ζωή και τα προσωπικά δεδομένα, οι κρατικές ενισχύσεις και η νομοθεσία περί ανταγωνισμού, μεταξύ άλλων.

Όσοι αναφέρουν παραβάσεις θα προστατεύονται από απολύσεις, διαθεσιμότητα, υποβιβασμό και κάθε άλλου είδους συνέπειες. Η προστασία αυτή επεκτείνεται σε κάθε εργαζόμενο, εργολάβο, μέτοχο ή προμηθευτή.

Οι καταγγέλλοντες υποχρεούνται να ακολουθούν μια διαδικασία προειδοποίησης τριών σταδίων, η οποία περιλαμβάνει την εσωτερική προειδοποίηση, την προειδοποίηση προς τις αρχές εάν δεν ληφθούν μέτρα εσωτερικά εντός τριών μηνών και, τέλος, εάν δεν συμβεί τίποτα, την πλήρη δημοσιοποίηση.

Η οδηγία έχει δεχθεί έντονη κριτική, κυρίως όσον αφορά τη διαδικασία των τριών σταδίων. Τον Φεβρουάριο του 2019, 77 ανεξάρτητες οργανώσεις μέσων ενημέρωσης και καταπολέμησης της διαφθοράς δήλωσαν ότι η οδηγία «δεν είναι αρκετά καλή» και δεν εγγυάται μια προστασία υψηλού επιπέδου.

Είπαν ότι η διαδικασία θα μπορούσε να εμποδίσει τα μέσα ενημέρωσης να διαδραματίσουν ζωτικό ρόλο στην αποκάλυψη αδικημάτων και στην απόδοση ευθυνών για τη διαφθορά.

Επιπλέον, υπήρχαν ανησυχίες ότι θα απέτρεπε στην πραγματικότητα τους μάρτυρες από το να μιλήσουν υπό τον φόβο των αντιποίνων. Το σύστημα, είπαν οι επικριτές, υποχρεώνει τους μάρτυρες να αναφέρουν παρανομίες μόνο σε εκείνους που θα μπορούσαν να τις διευκολύνουν.

Τα Ηνωμένα Έθνη και ο Οργανισμός για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη, -ένας διεθνής παρατηρητής ανθρωπίνων δικαιωμάτων- ζήτησαν να αυξηθεί η προστασία στο πλαίσιο της οδηγίας και να μπορούν οι μάρτυρες να αποκαλύπτουν τα αδικήματα με τον καταλληλότερο γι’ αυτούς τρόπο.

Η EURACTIV ρώτησε την Επιτροπή εάν τα ζητήματα μεταφοράς της οδηγίας θα μπορούσαν να υποδηλώνουν έλλειψη ενθουσιασμού από τα κράτη μέλη, αλλά δεν υπήρξε απάντηση μέχρι τη στιγμή της δημοσίευσης.

πηγή: euractiv.gr