ΗΡΩΕΣ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ

Οι δρόμοι του κόσμου είναι γεμάτοι ήρωες, μην κλείνεις τα μάτια. Ύψωσε τα και θα τους αντικρίσεις. Κοίτα το δεκάχρονο παιδί με το ματωμένο κεφάλι στην πόλη της Ισπανίας, κοίτα πως αγκάλιασε τον δρόμο, πως στάθηκε όρθιο απέναντι στη βία, πως κράτησε με παράπονο τη διπλανή του και δάκρυσε με απορία στο αίμα. Κοίτα σου λέω. Κοίτα το εξάχρονο στα συντρίμμια της Γάζας. Πως κοίταξε ψηλά και είδε πέρα από το ατσάλινο κέλυφος του πολέμου στα αστέρια.

Κοίτα σου λέω μην κατεβάζεις τα μάτια. Κοίτα και μέτρα τα εκατομμύρια σήμερα εκεί έξω, τους ήρωες και αν χωράνε τα εκατομμύρια στην οθόνη, κοίτα την πεντάχρονη στους δρόμους της Αθήνας. Πως στάθηκε αυτή μόνη, με το ρυτιδιασμένο βλέμμα και την πείνα στα χέρια. Κοίτα σου λέω τους ήρωες της ζωής. Μην στρέψεις το κεφάλι. Έλα ακόμα πιο κοντά και κοίτα, κοίτα τον μετανάστη στη γωνία του δρόμου. Πως προσπέρασε την λάμψη της λεπίδας. Ακόμα δεν βλέπεις; Κοίτα σου λέω. Κοίτα τον απολυμένο. Πως αποφάσισε να απεργήσει κι όχι να δηλώσει ασθένεια. Κοίτα και το κορίτσι δίπλα μου. Πως μετά το επαγγελματικό λύκειο πουλάει λουλούδια στο νυχτερινό κέντρο και το απόγευμα κρατούσε στα χέρια της τις φωτογραφίες του πολυτεχνείου. Κοίτα πως έφτιαξε μόνη της τη γιορτή. Κοίτα σου λέω. Κοίτα τη δασκάλα. Πως δεν αγάπησε τα σύνορα γιατί αγαπούσε τα παιδιά. Κοίτα ακόμη πιο προσεκτικά. Τους ήρωες που κρατάνε ακούνητοι, εκεί στην πόρτα, ανοιχτά τα σπίτια των ανθρώπων. Κοίτα ακόμα πιο μακριά. Πέρνα τους ωκεανούς, πέρνα τις οροσειρές. Κοίτα και μετά μετρήσου με τους ήρωες.

Μη σκύβεις το κεφάλι, κοίτα σου λέω. Κοίτα ξανά και ρώτα. Ρώτα τους, πως τα κατάφεραν και κοιτούν με απορία το αίμα, πως μετρούν τ’ αστέρια, πως αγκαλιάζουν τις ρυτίδες, πως γυαλίζουν τις αλυσίδες, πως κατεβαίνουν σε απεργίες, πως φτιάχνουν κολάζ και πάνω, την πύλη και το τανκ, και τις λέξεις “Δεν Ξεχνώ”. Πως στέκονται όρθιοι, πως αγαπάνε τα παιδιά, πως κρατιούνται αγκαζέ πως κρατάνε της ζωή τους. Ρώτα τους και μάθε. Μάθε πως ερωτεύονται, πως ζουν σας σκιές. Μάθε πρώτα.

Οι δρόμοι του κόσμου είναι γεμάτοι ήρωες. Και μόνοι αυτοί, κρατούν στα χέρια τους την ιστορία. Είναι φορές που ξεχνάει να νυχτώσει. Είναι ψίθυροι εκείνων που πέθαναν δίχως να βρούνε καμία δικαίωση, δίχως να βρουν δύο μέτρα γης, για να φυτέψουν το νεκρό τους σώμα. Δίχως να βρούνε κάποιον που θα τους κουβαλούσε έστω σαν μακρινή ανάμνηση… από τον ένα χρόνο στον άλλον.