Ινστιτούτο Reuters: Οι Έλληνες δεν εμπιστεύονται τα ΜΜΕ της χώρας τους
Μόλις 22% των Ελλήνων δηλώνουν ότι εμπιστεύονται τα μέσα ενημέρωσης ― ένα ποσοστό εξαιρετικά χαμηλό, σχεδόν ισο με αυτό της Ουγγαρίας
Μέσα σε έναν κόσμο όπου η πληροφορία τρέχει με την ταχύτητα της εικόνας και των αλγορίθμων, οι έλληνες εμφανίζεται πιο καχύποπτοι από ποτέ απέναντι στην ενημέρωση. Σύμφωνα με τη Διεθνή Έκθεση Ψηφιακών Ειδήσεων 2025 του Reuters Institute for the Study of Journalism, η χώρα μας καταγράφει μία από τις χαμηλότερες επιδόσεις παγκοσμίως σε ό,τι αφορά την εμπιστοσύνη προς τα μέσα ενημέρωσης, ενώ ταυτόχρονα βλέπει τους πολίτες της να στρέφονται μαζικά στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης – με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
Εμπιστοσύνη στον πάτο της Ευρώπης
Μόλις 22% των Ελλήνων δηλώνουν ότι εμπιστεύονται τα μέσα ενημέρωσης ― ένα ποσοστό εξαιρετικά χαμηλό, σχεδόν ισο με αυτό της Ουγγαρίας. Η κρίση αξιοπιστίας είναι βαθιά και πολυεπίπεδη, αποτέλεσμα χρόνιων παθογενειών στον εγχώριο δημοσιογραφικό χώρο: κομματικοί εναγκαλισμοί, εξαρτήσεις από διαφημιστικά συμφέροντα, έλλειψη ελέγχου ποιότητας και πολλαπλές καταγγελίες για φίμωση και μονομέρεια.
«Η φετινή έρευνα διεξήχθη κατά τη διάρκεια μαζικών διαδηλώσεων στην Ελλάδα με αφορμή τη δεύτερη επέτειο του θανατηφόρου σιδηροδρομικού δυστυχήματος στα Τέμπη το 2023, με εκτεταμένα αιτήματα που απευθύνονταν κυρίως στην κυβέρνηση για μεγαλύτερη υπευθυνότητα και βελτίωση της ασφάλειας των σιδηροδρόμων. Η εμπιστοσύνη στους θεσμούς, συμπεριλαμβανομένου του συστήματος δικαιοσύνης, βρίσκεται κοντά στα χαμηλότερα επίπεδα όλων των εποχών, ενώ η δημόσια κριτική επεκτάθηκε και στα ειδησεογραφικά μέσα ενημέρωσης και την κάλυψη του συμβάντος και των συνεπειών του. Η εμπιστοσύνη στα ειδησεογραφικά μέσα ενημέρωσης παραμένει πολύ χαμηλή στην Ελλάδα καθ’ όλη τη διάρκεια των δέκα ετών της Έκθεσης Ψηφιακών Ειδήσεων, και φέτος δεν αποτέλεσε εξαίρεση – μόνο το 22% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι εμπιστεύεται τις ειδήσεις, το χαμηλότερο επίπεδο μεταξύ 48 χωρών» σημειώνεται χαρακτηριστικά. Παράλληλα τονίζεται ότι η ΕΡΤ έπεσε 11 ποσοστιαίες μονάδες ως προς την εμπιστοσύνη του κοινού, ενώ ο ΣΚΑΪ, ο οποίος χαρακτηρίζεται από το Ινστιτούτο Reuters ως φιλοκυβερνητικός, κατέγραψε πτώση 10 μονάδων.
Η στροφή στα social media και η αποχή από τις ειδήσεις
Περισσότεροι από 6 στους 10 πολίτες δηλώνουν ότι αποφεύγουν συχνά ή περιστασιακά την κατανάλωση ειδήσεων. Το φαινόμενο της «επιλεκτικής αποχής» συνδέεται με τον κορεσμό από αρνητικότητα, την κόπωση από πολιτικές συγκρούσεις και τον εντεινόμενο κυνισμό απέναντι στην αλήθεια των ειδήσεων. Την ίδια στιγμή, το 64% των Ελλήνων δηλώνει ότι ενημερώνεται κυρίως μέσω πλατφορμών όπως το YouTube, το Instagram και το TikTok. Η ενημέρωση παύει να είναι προϊόν δημοσιογραφικής επιμέλειας και μετατρέπεται σε οπτικό περιεχόμενο που προβάλλεται από αλγόριθμους, influencers και πολλές φορές – όχι από επαγγελματίες δημοσιογράφους.
YouTubers αντί για δημοσιογράφους
Αξιοσημείωτη είναι η αυξανόμενη επιρροή ακροδεξιών YouTubers, που φτάνει να ξεπερνά την εμβέλεια παραδοσιακών μέσων. Το φαινόμενο αυτό προκαλεί έντονη ανησυχία, καθώς οι εν λόγω δημιουργοί προωθούν θεωρίες συνωμοσίας, ξενοφοβικό λόγο και περιεχόμενο με σαφείς αναφορές σε ομάδες όπως η Χρυσή Αυγή. Η μετάλλαξη της ενημέρωσης σε περιεχόμενο χειραγώγησης και προπαγάνδας, με επίφαση την «αντισυστημική» αλήθεια, ενισχύει φαινόμενα ριζοσπαστικοποίησης και διαβρώνει την κοινωνική συνοχή. Μόλις 9% των Ελλήνων ακούν ειδησεογραφικά podcasts σε εβδομαδιαία βάση. Ωστόσο, η πλειοψηφία των podcasts που καταναλώνονται δεν αφορούν αυστηρά την ενημέρωση, αλλά εστιάζουν περισσότερο στην ψυχαγωγία ή στον σχολιασμό επικαιρότητας μέσα από μια πιο χαλαρή, μη δημοσιογραφική ματιά.
Η τεχνητή νοημοσύνη στις ειδήσεις: απούσα ή ελεγχόμενη
Παρότι σε άλλες χώρες η Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ) αρχίζει να ενσωματώνεται ενεργά στην παραγωγή και επιμέλεια ειδήσεων, στην Ελλάδα η είσοδός της παραμένει βραδεία και αποσπασματική. Επιπλέον, ο περιορισμένος έλεγχος στην κυκλοφορία ψηφιακού περιεχομένου και η αδιαφάνεια στα δεδομένα πρόσβασης, φρενάρουν την αξιοποίηση νέων τεχνολογιών και επιτείνουν την ασυμμετρία μεταξύ δημοσιογράφων, τεχνολογίας και κοινού.








