Η τροφή ως ένας συντελεστής γεωπολιτικής και εξουσίας

Από την εποχή του εγκλεισμού λόγω του covid-19, εμφανίστηκαν οι πρώτες αρρυθμίες στην εφοδιαστική αλυσίδα των αγροτικών προϊόντων και των μεταποιημένων τροφίμων· εν συνέχεια η λεγόμενη «επισιτιστική κρίση» ήρθε μέσω της σύρραξης Ρωσίας-Ουκρανίας και τις τελευταίες ημέρες εμφανίστηκε ή επικαιροποιήθηκε, για να είμαστε πιο ακριβείς, το σενάριο των επιθέσεων των ανταρτών Χούθι στην Ερυθρά Θάλασσα και τα προβλήματα που αυτή δημιουργεί στη διέλευση των πλοίων μέσω της διώρυγας του Σουέζ. Αποτέλεσμα όλων αυτών των πυκνών γεγονότων, σε μικρό σχετικά χρονικό διάστημα, είναι η άνοδος των τιμών των καταναλωτικών ειδών σε δυσθεώρητα ύψη. Είκοσι επτά ευρώ επιπλέον υπολογίζεται ότι δίνουμε σε σχέση με πριν δύο χρόνια για την αγορά βασικών προϊόντων. Οι αυξήσεις, τον Δεκέμβριο του 2023 σε σύγκριση με τις αρχές Μαρτίου 2022, σε βασικά προϊόντα, λίγες ημέρες μετά την εκδήλωση του πολέμου στην Ουκρανία, κυμαίνονται από 30 έως και 110%. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που οι αυξήσεις έρχονται έμμεσα μέσω της μείωσης της συσκευασίας, δηλαδή ίδια τιμή αλλά με λιγότερο προϊόν.
Τα ρεπορτάζ επιμένουν για τον υψηλό πληθωρισμό τροφίμων, αποτυπώνοντας τρομολαγνικά το πρόβλημα, αλλά πουθενά δεν υπάρχει μια ανάλυση που να καταδεικνύει τις βασικές αιτίες του προβλήματος που αφορά ασφαλώς τον παγκόσμιο πληθυσμό. Αντίθετα, εμφανίζονται δηλώσεις του τύπου: «Οι τιμές στα τρόφιμα δεν θα επιστρέψουν ποτέ στα επίπεδα που ήταν πριν από δύο χρόνια». Ο Αριστοτέλης Παντελιάδης, πρόεδρος της Ένωσης Σούπερ-Μάρκετ Ελλάδας, ενημερώνει
απλώς ότι ακόμη και εάν οι πόλεμοι, οι ανταρτοεπιθέσεις και η «ενεργειακή κρίση» τερματιστούν, οι τιμές δεν θα επιστρέψουν στα πρότερα επίπεδα. Οι συγκεκριμένες δηλώσεις δείχνουν μια αιτία του προβλήματος που είναι η συγκέντρωση πώλησης αγαθών σε μεγάλους ομίλους που ελέγχουν την εφοδιαστική αλυσίδα και την αγορά ταυτόχρονα. Επιπλέον η απόφαση των μεγάλων ναυτιλιακών και πετρελαϊκών εταιρειών να σταματήσουν τη διέλευση των πλοίων τους από την Ερυθρά Θάλασσα εξαιτίας των συνεχιζόμενων επιθέσεων των ανταρτών Χούθι της Υεμένης σημαίνει αύξηση του κόστους μεταφοράς των προϊόντων από τα λιμάνια της Ασίας προς την Ευρώπη. Ταυτόχρονα, οι μειωμένες παραγωγές-σοδειές για διαφόρους λόγους σε μια σειρά αγαθών πολλαπλασιάζουν τις τιμές τους και κυρίως σε εκείνα που λογίζονται ως «χρηματιστηριακά». Πρόκειται για άλλη μια φαεινή ιδέα του οικονομικού συστήματος, όπου οι τιμές των βασικών αγαθών καθορίζονται από τις χρηματιστηριακές τους τιμές.
Πριν δούμε τις βασικές αιτίες του προβλήματος στην παραγωγή και διακίνηση των τροφίμων, είναι επιβεβλημένο να αναφέρουμε βασικά στοιχεία της μετάβασης που έγινε πριν από δώδεκα χιλιάδες χρόνια στην ανθρωπότητα, όπου από τροφοσυλλεκτική κοινωνία μετεξελίχθηκε σε τροφοπαραγωγική. Τα ερωτήματα που μπορούν επιπλέον να τεθούν είναι: Ο νέος τρόπος παραγωγής τροφής επηρέασε την υγεία, τον τρόπο ζωής και τον πληθυσμό του ανθρώπου; Οι εξισωτικές κοινωνίες της τροφοσυλλογής γιατί τερματίστηκαν σταδιακά με τη δημιουργία ιεραρχικών κοινωνιών τροφοπαραγωγής; Ας δούμε μερικά αξιοσημείωτα ποσοτικά δεδομένα: Ο παγκόσμιος πληθυσμός 12.000 χρόνια πριν υπολογίζεται σε 5 εκατ. ανθρώπους και η εκτόξευση του τα τελευταία 300 χρόνια τον οδήγησε στα 7,5 δις. Δηλαδή 1.500 φορές μεγαλύτερος. Η μέση πυκνότητα του ανθρώπινου πληθυσμού ήταν 4 άτομα ανά 100 τετραγωνικά χιλιόμετρα για να φτάσει σήμερα στα 57 άτομα ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο! Η διαφορά είναι εντυπωσιακή. Η εκμετάλλευση της γης για ανθρώπινες δραστηριότητες στις μέρες μας καλύπτει το 67%, εκ των οποίων το μεγαλύτερο ποσοστό κατανέμεται σε πόλεις, δρόμους, βιομηχανίες κ.λπ..
Είναι τόσο μεγάλες οι ποσοτικές διαφορές που, εκτός των άλλων, σημαντικοί ερευνητές έθεσαν καίρια ερωτήματα για τις εξημερώσεις φυτών και ζώων. Ο Τζακ Χάρλαν (1917-1998), ένας από τους σημαντικότερους ερευνητές στην εξημέρωση των φυτών, αναρωτήθηκε λίγο πριν πεθάνει: «Γιατί καλλιέργησαν; Γιατί αντικατέστησαν τις 20 μόλις ώρες εβδομαδιαίας εργασίας με το συνεχή μόχθο κάτω από τον ήλιο; Γιατί παραιτήθηκαν από τη διασκέδαση του κυνηγιού; Γιατί αποφάσισαν να δουλεύουν σκληρότερα για μια διατροφή υποδεέστερη και περισσότερο αβέβαιη; Γιατί προτίμησαν τον λιμό, τη νοσηρότητα και το συνωστισμό των πόλεων;» Ενώ ο Τζάρεντ Ντάιμοντ, προκλητικά έχει δηλώσει, ότι η συγκεκριμένη μετάβαση αποτελεί: «Το χειρότερο λάθος στην ιστορία του ανθρώπου».Η μετάβαση δηλαδή από μια οικονομία άμεσης απόδοσης (νομαδικό κυνήγι και τροφοσυλλογή από τη φύση) σε μια οικονομία αναμενόμενων μελλοντικών αποτελεσμάτων (καλλιέργεια γης και μόνιμη εγκατάσταση). Να επισημάνουμε εδώ ότι η μετάβαση μεταξύ των δυο συστημάτων δεν έγινε άμεσα και καθολικά.

Απεναντίας, ήταν πολύ μακρύς ο δρόμος της μετάβασης, ενώ και σήμερα υπάρχουν μερικές εκατοντάδες άνθρωποι σε φυλές που συνεχίζουν αυτή την παράδοση παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν από τον πολιτισμό. Έχει ενδιαφέρον να δούμε ένα απόσπασμα από το βιβλίο «Η συμβιωτική περιπέτεια» του Γιάννη Μανέτα, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2023, σχετικά με τη μετάβαση: «Ότι εδώ και 12.000 χρόνια η ανθρωπότητα ως σύνολο σχεδιάζει, φυτεύει, παράγει την τροφή της και ζει σε χωριά, πόλεις, βασίλεια, αυτοκρατορίες και κράτη. Τίποτα πιο αυθαίρετο! Διότι την ιστορία δεν τη γράφουν απλώς οι ισχυροί και οι κατακτητές, αλλά και οι κάτοικοι των πόλεων, και μάλιστα οι εγγράμματοι, όχι οι ανώνυμοι νομάδες. Σήμερα, για παράδειγμα, η αντίληψη που έχει διαμορφώσει ο μέσος άνθρωπος της εύπορης Δύσης για την ιστορία της κοιτίδας των καλλιεργειών, δηλαδή της Μεσοποταμίας, αφορά κυρίως τις συγκεντρωτικές γεωργικές πόλεις-κράτη των Σουμερίων, λες και κατά την χρονική εκείνη περίοδο και σε εκείνη τη περιοχή δεν υπήρχε κάτι άλλο εκτός από την Ουρ, την Ουρούκ και τη Νινευή. Η αντίληψη αυτή αγνοεί το γεγονός ότι ο πληθυσμός των μεγάλων πόλεων-κρατών, ακόμα και σε τοπικό επίπεδο, ήταν μια σταγόνα στον ωκεανό των κυνηγών και των τροφοσυλλεκτών που την παριέβαλαν. Με την ίδια λογική η Ιστορία της Κλασσικής Ελλάδας και της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας θεωρείται η Ιστορία του κόσμου για εκείνη την περίοδο, λες και το υπόλοιπο 95% της Γης ήταν ανυπόστατο, κατοικούμενο από ενοχλητικούς βαρβάρους, άξιους μόνο για κατάκτηση ή έστω για μελέτη». Είναι εκείνος ο πληθυσμός που κατά τους επόμενους αιώνες θα αποικιοκρατηθεί από τους Ευρωπαίους σε όλα τα σημεία του ορίζοντα και εν συνεχεία οι επόμενες γενιές εξουσίας θα αποικήσουν για αλλού. Η νεωτερική υποκρισία και ιδιοτέλεια των αποίκων θα υπερισχύσει της πρωτόγονης αφέλειας και ευπιστίας των αυτοχθόνων. Και όπως σημειώνει και ο Γ. Μανέτας εύστοχα: «…αν και η κυρίαρχη κουλτούρα προσπαθεί να μας πείσει ότι ο σημερινός άνθρωπος χαρακτηρίζεται αποκλειστικά ως Homo economicus, Homo consumens και Homo avarus, δηλαδή ορθολογιστικά ιδιοτελής και άπληστος καταναλωτής, στην πραγματικότητα δεν είμαστε τόσο κακοί. Διότι τόσο τα βιολογικά όσο και τα πολιτισμικά ίχνη από τη γενναιοδωρία, την παιγνιώδη και συνεργατική διάθεση, την εμπιστοσύνη και τον αλτρουισμό που χαρακτήριζαν τους προγεωργικούς και στιγματισμένους ως απολίτιστους παλαιολιθικούς μας προγόνους, δεν είναι δυνατόν να απαλειφθούν μέσα στον ελάχιστο χρόνο που η ανθρωπότητα διήνυσε κατά την πλέον πρόσφατη γεωργική, νεωτερική, συσσωρευτική, επεκτατική, ιεραρχική, ανταγωνιστική και επιπόλαιη περίοδο». Αλλά οι διαπιστώσεις αυτές, έγκαιρα διατυπωμένες κυρίως από τους αναρχικούς, διατηρούν σταθερά τη σημασία τους. Όπως επίσης και ένα κείμενο του Ζαν-Ζακ Ρουσώ, που το 1753, συμμετέχοντας σε ένα διαγωνισμό περί της φύσης του ανθρώπου, και με την αφορμή των εκατό χρόνων από τη δημοσίευση του Λεβιάθαν του Χομπς και της επικρατούσας άποψης, ότι η έμφυτη κτηνώδης βία του ανθρώπου μόνο με τη βία της εξουσίας μπορεί να συνετιστεί, έγραψε: «…την εποχή που η φύση ικανοποιούσε όλες τις ανθρώπινες ανάγκες οι άνθρωποι απολάμβαναν αναρχική ατομική ελευθερία χωρίς κυβερνήσεις, άρχοντες και νόμους. Οι διαφορές μεταξύ τους αφορούσαν τη δύναμη, την ευφυία και την επιδεξιότητα. Η κοινωνική όμως ανάπτυξη μετέτρεψε την αυτοεκτίμηση σε φιλαυτία και σε επιθυμία κυριαρχίας και θαυμασμού από τους συνανθρώπους τους. Τη γενναιοδωρία αντικατέστησε η αγάπη για ιδιοκτησία. Τελικά η δύναμη του πλούτου θεσμοποίησε την ανισότητα παρέχοντάς της ηθική δικαίωση…». Η μεταβολή των κοινωνικών δομών μεταβάλει λοιπόν και τα ανθρώπινα συμπεριφορικά χαρακτηριστικά και γι’ αυτό ένας αγώνας απέναντι σε κάθε μορφής εξουσία οφείλει να είναι πολυεπίπεδος και προς κάθε κατεύθυνση. Εντός μας και εκτός μας.
Παρατηρείται, λοιπόν, ότι η τροφή, παρ’ ότι αποτελεί ένα κύριο συστατικό για την επιβίωση του ανθρώπου μέσα από μια διαδρομή χιλιάδων χρόνων και τη σταδιακή μεταβολή των δομών, συνθηκών και χαρακτηριστικών της κοινωνικής οργάνωσης, μετατρέπεται σε μια βάσανο για τον άνθρωπο. Οι πόλεμοι, οι επιδημίες, οι επιθέσεις, οι ξηρασίες και τόσα άλλα αποτελούν κυρίως τις αφορμές για τις διαμορφωμένες συνθήκες και ταυτόχρονα είναι το αποτέλεσμα ενός συστήματος κυριαρχίας παγκοσμιοποιημένης μορφής. Η τροφή αποτελεί ακόμη ένα ισχυρό όπλο στα χέρια των εξουσιαστών. Από τη στιγμή που η διατροφή του ανθρώπου εξαρτάται από τα δίκτυα διανομής και όχι μόνο, είναι ξεκάθαρο ότι αποτελούμε έρμαια των αποφάσεων τους. Το ίδιο αφορά και το νερό. Μια χούφτα εταιρείες ελέγχουν την παραγωγή-διακίνηση-πώληση των τροφίμων. Όλη η αλυσίδα βρίσκεται υπό τον απόλυτο έλεγχο μερικών πολυεθνικών, όπου τα τρόφιμα δεν αποτελούν τροφή αλλά εμπόρευμα και η πολιτική το χρησιμοποιεί ως ένα όπλο. Δεν είναι τυχαίο, ότι τον περασμένο αιώνα ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Χιούμπερτ Χαμφρυ είχε δηλώσει: «Η τροφή είναι συνώνυμο της δύναμης. Πολύ ρεαλιστικά, πρόκειται για μια επιπλέον μονάδα μέτρησης της δύναμης». (Pierre Raffard, Γεωπολιτική των τροφίμων και της γαστρονομίας, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2023). Στις 15 Δεκεμβρίου 1975, το περιοδικό Business Week δημοσίευσε ένα κείμενο με τίτλο: «U.S. Food Power: Ultimate Weapon in World Politics.-Επισιτιστική Ισχύς των ΗΠΑ: Το απόλυτο όπλο στη διεθνή πολιτική». Εν μέσω ψυχρού πολέμου και της πετρελαϊκής κρίσης του ’73 οι ΗΠΑ εκπονούν και θέτουν σε εφαρμογή τη στρατηγική του «επισιτιστικού όπλου» που θα μπορεί να μετατρέπει τα πλεονάσματα σε όργανα επιρροής. Ο Κίσινγκερ παραδίδει το 1974 στον πρόεδρο Φορντ μια έκθεση αναφορικά με τα μέσα εξουδετέρωσης «του δημογραφικού όπλου», που αποτελούσαν οι αναπτυσσόμενες χώρες. Μεταξύ των μέτρων που προτείνονται είναι: «Από την άποψη των αμερικανικών συμφερόντων, μια τέτοια μείωση των επισιτιστικών αναγκών των αναπτυσσόμενων χωρών θα μπορούσε να αποβεί ξεκάθαρα συμφέρουσα. Δεν θα περιόριζε τις εμπορικές μας αγορές, δεδομένου ότι η πτώση της ζήτησης τροφίμων ως επακόλουθο της μείωσης του πληθυσμού των χωρών αυτών θα επηρέαζε μόνο τη ζήτηση της επισιτιστικής βοήθειας με τη μορφή παραχωρήσεων ή επιχορήγησης, και όχι τις εμπορικές πωλήσεις». Είναι η γνωστή μέθοδος της στρόφιγγας. Ασφαλώς η προσφυγή στο όπλο των τροφίμων συναντάται από την έναρξη της εξουσιαστικής ισχύος με τον αποκλεισμό πόλεων και του ανεφοδιασμού των κατοίκων. Τα περίκλειστα τείχη των αρχαίων και μεσαιωνικών πόλεων, όπως περιόρισαν τις μετακινήσεις των κατοίκων στην ύπαιθρο και στις γεωργικές ασχολίες καθιστώντας τους εξαρτημένους «υπηκόους», στο όνομα πάντα της ασφάλειάς τους από τον «εξωτερικό εχθρό», ήταν εκείνα που οδηγούσαν στον «αργό θάνατο» τους πολιορκημένους. Στη σύγχρονη εποχή, οι πρώτες επιτάξεις των εμπλεκόμενων σε πόλεμο αφορούν τα τρόφιμα και η γεωργική παραγωγή. Είναι γνωστό το Hungerplan-Σχέδιο πείνας, το οποίο εφάρμοσαν οι ναζί κατά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Επιπλέον, κάτι που έχει σχέση με τις πρόσφατες κινήσεις των Χούθι και αφορούν το διεθνές εμπόριο: Από το 2014, διεθνείς παρατηρητές και ΜΚΟ αναφέρουν ότι, μέσω της σύμπραξης Σαουδικής Αραβίας και ΗΑΕ, καλλιέργειες, αποθήκες σιτηρών, δεξαμενές πόσιμου νερού κ.ά. γίνονται στόχος επιθέσεων στην Υεμένη. Η επισιτιστική κρίση των κατοίκων της Υεμένης διαρκεί κοντά δέκα χρόνια, με το λαθρεμπόριο παντός είδους να κυριαρχεί.
Είναι φανερή, λοιπόν, η στρατηγική του δούρειου ίππου μέσω των τροφίμων από τις κυρίαρχες δυνάμεις. Όταν οι ΗΠΑ έθεταν μεταπολεμικά το Σχέδιο Μάρσαλ και το νόμο, Food for Peace, στόχος τους ήταν αφ’ ενός να βρεθούν εμπορικές διέξοδοι για την αμερικάνικη γεωργική παραγωγή και αφ’ ετέρου να ισχυροποιήσουν τη θέση τους έναντι των σοβιετικών. Ταυτόχρονα τοπικές εξουσίες και ομοτράπεζοι των διεθνών οργανισμών, όπως του ΟΗΕ, συχνά-πυκνά, για να μην πούμε καθολικά, λεηλατούν τις επισιτιστικές βοήθειες των διεθνών οργανισμών ή τις χρησιμοποιούν για να ασκήσουν τοπική πολιτική. Άλλωστε αυτά, όπως και άλλα κράτη της Αφρικής, βρίσκονται στο επίκεντρο εκτεταμένων αγοροπωλησιών χιλιάδων και εκατομμυρίων εκτάσεων από τεράστιους ομίλους τροφίμων που θέλουν να ελέγξουν περαιτέρω την παραγωγή. Συνέπεια αυτών των κινήσεων είναι η αύξηση της τιμής της γης, εκδίωξη των κατοίκων, μόλυνση περιβάλλοντος και άλλων πρακτικών που οδηγούν στην αλλοίωση των τοπικών χαρακτηριστικών με ιστορία χιλιάδων ετών.
Η επιβολή της κυριαρχίας και η ηγεμόνευση στην τροφή έχει ως αποτέλεσμα χιλιάδες άνθρωποι ουσιαστικά να εκδιώκονται από τις εστίες τους, με αρκετούς από αυτούς να μεταναστεύουν σε δυτικές μητροπόλεις, όπου μπορεί κάποιος εκεί να συναντήσει περισσότερα «αποικιακά» εδέσματα παρά τοπικά προϊόντα, όπως τα Εδώδιμα και Αποικιακά, που έγραφαν και κάποιες παλιές ξύλινες ταμπέλες. Είναι ένας γαστρονομικός αποικισμός ως μια επιπλέον μορφή πολιτισμικής διείσδυσης. Άλλωστε η γαστρονομία παίζει διαχρονικό ρόλο σε πολλούς τομείς δράσης, είτε αφορά τον τουρισμό είτε τη διπλωματία. Αναμφισβήτητα βρισκόμαστε στην εποχή του FoodTech, της σφόδρα αναπτυσσόμενης αγροτικής και μεταποιητικής βιοτεχνολογίας. Η τεχνολογία εισέρχεται με φόρα στη φύση και στην παραγωγή. Οι παγκοσμιοποιημένοι φορείς κυριαρχίας και εξουσίας, όπως διεθνείς συνασπισμοί κρατών, τεράστιες πολυεθνικές εταιρίες και διεθνείς οργανισμοί τροφίμων εργάζονται μεθοδικά στην επιβολή ενός συστήματος απόλυτου ελέγχου της τροφής. Από το σπόρο μέχρι το ράφι. Η τοπικότητα και οι μικρές τοπικές προσπάθειες και δομές βρίσκονται στο στόχαστρο. Οι πρόσφατες θεσπίσεις ψηφιακών συναλλαγών σε αγρότες μικρής κλίμακας στις λαϊκές αγορές του ελλαδικού χώρου δείχνουν τις στοχεύσεις του κράτους. Πρόκειται για την αποδυνάμωση της καλλιέργειας μικρής κλίμακας προς όφελος της μονοκαλλιέργειας εκτεταμένων αγροκτημάτων. Οι, επίσης, πρόσφατες εξαγγελίες και θεσπίσεις για νομιμοποίηση 30.000 εργατών γης, εκτός όλων των άλλων άσχετων θεμάτων που θίχτηκαν, φανέρωσε ένα μικρό μέρος των αναγκών που υπάρχουν στην αγροτική παραγωγή. Αλλά το μοντέλο που προωθείται είναι η υποβάθμιση των υπηρεσιών υγείας-εκπαίδευσης της υπαίθρου, η συρρίκνωση του τοπικού πληθυσμού, η σταδιακή απομόνωση και η γήρανση των κατοίκων της. Η ερήμωση των χωριών και της αγροτικής καλλιέργειας αποτελεί κρατική πολιτική δεκαετιών, ως μια
ετεροβαρής συνθήκη της αστικής/βιομηχανικής ανάπτυξης. Η χρήση περιστασιακών εργατών γης δεν δημιουργεί κοινότητες και δίκτυα μεταξύ των ανθρώπων, δεν ενισχύει τη ζωή της υπαίθρου σε μόνιμη βάση, με δεσμούς και σχέσεις. Είναι μια μονομερής πράξη, προς εξυπηρέτηση των μεγαλογαιοκτημόνων και περιορίζεται ολοκληρωτικά στο οικονομικό σκέλος της εκμετάλλευσης. Και ασφαλώς δεν αποτελεί μια συγκυριακή κυβερνητική πολιτική, αλλά αντίθετα είναι μέρος μιας διαρκούς εθνικής στρατηγικής με εγχώριους και διεθνείς εντολείς.
Κάτω από αυτές οι συνθήκες, η βαθιά γνώση της παραγωγής της τροφής, μέσα από φυσικούς κύκλους και διαδικασίες, αποτελεί ένα αναπόσπαστο κομμάτι σε όσους επιθυμούν να αποτάξουν τους σύγχρονους όρους δουλείας και να πορευτούν προς την προσπάθεια δημιουργίας ενός ανεξούσιου κόσμου. Οι διαμεσολαβητές της παροχής της τροφής, μέσα σε δαιδαλώδη ιεραρχικά συστήματα, το μόνο που προσφέρουν είναι εξαρτήσεις και εξαθλίωση. Γι’ αυτό είναι αναγκαία η στήριξη και η ενίσχυση εκείνων των προσπαθειών που, μέσω αδιαμεσολάβητων και αντιεραρχικών σχημάτων, καλλιεργούν, παράγουν και διακινούν τροφές αναγκαίες ολιστικά για τον άνθρωπο και το οικοσύστημα. Και βεβαίως, οι «μαρκετίστικες», δήθεν λύσεις για τη δημιουργία, για παράδειγμα, συνθετικού κρέατος ή άλλων βασικών ειδών διατροφής, ως μια ηθική απάντηση στην κτηνοτροφία και στην καταπολέμηση της απορρύθμισης του κλίματος, προκαλούν μεγαλύτερα προβλήματα και ηθικά διλήμματα από αυτά που υποτίθεται ότι επιλύουν. Οι μάχες δίνονται ήδη για την περιβαλλοντική και υγειονομική ποιότητα των προϊόντων και στην αλλαγή του αγροδιατροφικού μοντέλου. Αυτές, όμως, οι αλλαγές, για να είναι αποτελεσματικές, απαιτούν μια συνολική μεταβολή και ανατροπή των υφιστάμενων ιεραρχικών-εξουσιαστικών δομών και ταυτόχρονα την ουσιαστική κατανόηση της ωφελιμότητ ας και τη σκέψη μας. Ίσως τότε το πιρούνι μας μπορεί να γίνει και το όπλο μας ενάντια σε κάθε ηγεμονία που αφορά την τροφή μας.

Print Friendly, PDF & Email