Η Παγκοσμιοποίηση Χωρίς Μάσκα Οικονομικές και Πολιτικές Διαστάσεις

Βαγγέλης Πάλλας / δημοσιογράφος

Ένα από τα θεμελιώδη ζητήματα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι κριτικοί διανοητές είναι η διαφθορά της πολιτικής γλώσσας, η εσκεμμένη πρόκληση συγχύσεων αναφορικά με τη σημερινή μορφή του καπιταλισμού μέσα από τη χρήση ευφημισμών και θεωριών που λίγη σχέση έχουν με την κοινωνική και την πολιτική πραγματικότητα που δηλώνουν ότι σχολιάζουν. Μπορούμε εύκολα να διαπιστώσουμε αυτή την παραπλάνηση κοιτώντας απλώς τις οικονομικές σελίδες ημερήσιων εφημερίδων. Όροι όπως «οικονομική μεταρρύθμιση» δεν έχουν κανένα κοινό σημείο με την παραδοσιακή τους χρήση και το νόημα που δηλώνουν με βάση την κοινή λογική – αναδιανομή του εισοδήματος, δημόσια ευημερία κ.λπ. Ο όρος αυτός σήμερα δηλώνει την επανασυγκέντρωση του εισοδήματος «προς τα πάνω και προς τα έξω», τη μεταβίβαση της δημόσιας περιουσίας σε ιδιωτικά μονοπώλια και την ανακατανομή των κρατικών δαπανών, από την χρονική πρόνοια στην επιδότηση και τη διευκόλυνση των εξαγωγών για τις κολοσσιαίες εταιρείες.
Το ίδιο πρόβλημα ανακύπτει με όλες τις έννοιες που επινόησαν τις τελευταίες δύο δεκαετίες οι ιδεολόγοι του νεοφιλελευθερισμού για να δικαιολογήσουν και να αποκρύψουν την αύξηση των κοινωνικο-οικονομικών ανισοτήτων και την άνοδο των αυταρχικών πολιτικών πρακτικών που συνοδεύουν την καπιταλιστική ηγεμονία. Για να ξεκινήσει σήμερα μια σοβαρή συζήτηση σχετικά με τα κύρια κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα, πρέπει πρώτα να διευκρινιστούν και να αποσαφηνιστούν έννοιες όπως αυτή της «παγκοσμιοποίησης».
Στο παρόν άρθρο επιχειρηματολογούμε κατά του όρου «παγκοσμιοποίηση» και υπέρ του όρου «ιμπεριαλισμός», με την έννοια ότι ο δεύτερος αποτελεί ακριβέστερο όρο περιγραφής και ερμηνείας του γενικού πλαισίου μέσα στο οποίο εντάσσονται τα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα. Στη συνέχεια αναλύουμε το θέμα των πολιτικών δικαιωμάτων μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της κριτικής ρήσης της «δημοκρατίας» και των δημοκρατικών αλλαγών, εισάγοντας την έννοια του «νεο-απολυταρχισμού» για να εξηγήσουμε πώς οι εκλογικές διαδικασίες οδήγησαν σε έναν φαύλο κύκλο κοινωνικο-οικονομικών ανισοτήτων. Αναφερόμενοι σ’ αυτό το ιμπεριαλιστικό, νεο-απολυταρχικό πλαίσιο, θα εξετάσουμε τις «επίσημες» και κριτικές απόψεις γύρω από τα πολιτικά δικαιώματα, εστιάζοντας στη διάσταση που υπάρχει ανάμεσα στις επίσημες διακηρύξεις και τις πραγματικές πρακτικές στο συγκεκριμένο ζήτημα.
Στο δεύτερο μέρος αυτού του άρθρου εξετάζουμε την άνοδο και την παρακμή της δημοκρατίας και των πολιτικών δικαιωμάτων στη Νότια Ευρώπη μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της νέα παγκόσμιας τάξης πραγμάτων και την παγιοποίηση της υποδεέστερης θέσης τους μέσα σ’ αυτό το σύστημα. Στο μέρος των φασμάτων συζητούμε τις προοπτικές αλλαγής. Εστιάζουμε σε μια σειρά συναφών πιθανοτήτων που θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μεγάλες και μακροπρόθεσμες αλλαγές.
Παγκόσμιοι μύθοι και ιμπεριαλιστική δύναμη
ΗΠΑ: Παγκοσμιοποίηση ή ιμπεριαλισμός; Αυτό είναι το βασικό ερώτημα. Σήμερα, στην αρχή της νέας χιλιετίας, μπορούμε πλέον να δώσουμε μια οριστική απάντη­ση: η παγκόσμια οικονομία κυριαρχείται όλο και περισσότερο από την οικονομι­κή δύναμη των ΗΠΑ. Η εικόνα που κυριαρχούσε στη δεκαετία του 1980 και στις αρχές της δεκαετίας του 1990 ήταν αυτή ενός κόσμου όπου κυριαρχούσαν οι «εταιρείες παγκόσμιας κλίμακας» που υπερέβαιναν τα εθνικά σύνορα – αυτό κά­ποιοι το αποκαλούσαν «παγκόσμιο χωριό» και άλλοι θεωρούσαν ότι επρόκειτο για ένα φαινόμενο όπου ανεξάρτητα κράτη διασυνδέονταν με διεθνείς επιχει­ρήσεις. Μια τέτοια άποψη όμως δεν ευσταθεί πλέον. Η συστηματική ανάλυση της σύνθεσης της διεθνούς οικονομίας αποδεικνύει ότι οι πολυεθνικές των ΗΠΑ είναι μακράν η κυρίαρχη δύναμη, η οποία συν τω χρόνω ενισχύεται όλο και πιο πολύ. Ιδέες όπως «διπολικός» ή «τριπολικός» κόσμος ή περί μιας διαφοροποιη­μένης παγκόσμιας οικονομίας που βασίζεται στο ασιατικό οικονομικό θαύμα α­ποτελούν πλέον αυταπάτη. Η ιδέα ότι η Ευρώπη, στηριζόμενη στην αναδυόμενη και ενοποιημένη γερμανική οικονομία, αποτελεί το αντίβαρο στη δύναμη των ΗΠΑ δεν φαίνεται να ευσταθεί, τουλάχιστον όσον αφορά τις τεράστιες πολυεθνικές που καθορίζουν την παγκόσμια οικονομία.
Η ρητορική της παγκοσμιοποίησης δεν είναι παρά μια ιδεολογική μάσκα που αποκρύπτει την αναδυόμενη δύναμη των πολυεθνικών των ΗΠΑ, οι οποίες εκμε­ταλλεύονται εργαζομένους και περιοχές και πλουτίζουν σε υπέρμετρο βαθμό, οι ίδιες και τα διευθυντικά στελέχη τους. Τον όρο «παγκοσμιοποίηση» θα μπορούσαμε να τον εκλάβουμε ως μια κωδική λέξη για την άνοδο του αμερικανικού ιμπεριαλισμού.
Η κυριαρχία των πολυεθνικών των ΗΠΑ
Μια πρόσφατη έρευνα που παρουσίασαν οι Financial Times σχετικά με τις μεγαλύτερες εταιρείες στον κόσμο με βάση την κεφαλαιοποίηση της αγοράς έδειξε ότι ανάμεσα στις 500 μεγαλύτερες οι ΗΠΑ διαθέτουν 244, η Ιαπωνία 46 και η Γερμανία 23. Ακόμη κι αν αθροίσουμε τις κυρίαρχες εταιρείες όλης της Ευρώπης, ο συνολικός αριθμός τους είναι 173, πολύ μικρότερος από τον αριθμό που κατέχουν και ελέγχουν οι ΗΠΑ. Παρ’ όλα αυτά, από τα στοιχεία είναι εμφανές ότι ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός, και όχι ο ιαπωνικός, παραμένει ο μόνος ανταγωνιστής των ΗΠΑ για την κυριαρχία στην παγκόσμια αγορά. Η επιτάχυνση της ανόδου τής οικονομικής δύναμης των ΗΠΑ και η παρακμή της Ιαπωνίας από το 1998 αποδεικνύεται από τον αυξανόμενο αριθμό των αμερικανικών εταιρειών που συγκαταλέγονται μεταξύ των 500 πρώτων (από 222 σε 244) και από την κατακόρυφη πτώση των αντίστοιχων ιαπωνικών (από 71 σε 46). Η τάση αυτή έγινε εμφανέστερη τα επόμενα χρόνια, όταν μεγάλες πολυεθνικές των ΗΠΑ εξαγόραζαν μεγάλο αριθμό ιαπωνικών επιχειρήσεων, όπως επίσης κορεάτικων, ταϊλανδικών και άλλων.
Εάν κοιτάξουμε τις 25 μεγαλύτερες επιχειρήσεις στον κόσμο, εκείνες των οποίων η κεφαλαιοποίηση ξεπερνά τα 86 δις δολάρια, η συγκέντρωση της οικονομικής δύναμης των ΗΠΑ είναι ακόμα πιο εμφανής: πάνω από το 70% ανήκουν στις ΗΠΑ, 26% είναι ευρωπαϊκές και 4% ιαπωνικές. Εάν κοιτάξουμε τις 100 κορυφαίες, το 61% από αυτές ανήκουν στις ΗΠΑ, το 33% είναι ευρωπαϊκές τα μόλις το 2% ιαπωνικές. Στο βαθμό που οι πολυεθνικές ελέγχουν την παγκόσμια οικονομία, οι ΗΠΑ έχουν επανεμφανιστεί ως η συντριπτικά κυρίαρχη δύναμη και καθώς οι μεγαλύτερες εταιρείες αποτελούν την κύρια δύναμη που αφανίζει τις μικρότερες μέσω συγχωνεύσεων και εξαγορών, είναι αναμενόμενο ότι οι πολυεθνικές των ΗΠΑ θα παίξουν σημαντικό ρόλο στη διαδικασία της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης κεφαλαίου.
Ο μύθος των «αναδυόμενων αγορών»
Στα μέσα της δεκαετίας του 1970, οι οικονομικοί συντάκτες, οι τραπεζικοί επενδύσεων και οι ακαδημαϊκοί άρχισαν να κάνουν λόγο για το τέλος της εξάρτησης του Τρίτου Κόσμου και την άνοδο της Ασίας ως νέου κέντρου του παγκόσμιου καπιταλισμού. Σήμερα αυτές οι δηλώσεις δεν έχουν καμία βάση. Όλες οι αναδυόμενες χώρες μαζί- στη Λατινική Αμερική, την Ασία, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική – κατέχουν συνολικά τις 26 από τις 500 μεγαλύτερες εταιρείες στον κόσμο – δηλαδή μόλις το 5%. Πιο σημαντικό απ’ αυτό είναι το γεγονός ότι πολλές από αυτές τις εταιρείες, λόγω των οικονομικών κρίσεων και των πολιτικών ιδιωτικοποίησης, εξαγοράστηκαν από αμερικανικά ή ευρωπαϊκά κεφάλαια και στην πραγματικότητα είναι θυγατρικές των γιγάντων της ευρω-αμερικανικης αυτοκρατορίας. Για παράδειγμα, στη Λατινική Αμερική οι περισσότερες εταιρείες τηλεπικοινωνιών και ηλεκτρισμού -που είναι από τις μεγαλύτερες εταιρείες στον επιχειρηματικό κόσμο της Λατινικής Αμερικής- ανήκουν σε ευρωπαϊκές πολυεθνικές. Οι ιδιωτικοποιήσεις στη Βραζιλία, ειδικά της Telebras, της μεγαλύτερης εταιρείας στη Λατινική Αμερική, επέκτειναν περαιτέρω την ευρω-αμερικανική αυτοκρατορία.
Οι κύριοι οικονομικοί τομείς στους οποίους δραστηριοποιούνται οι 500 κορυφαίες επιχειρήσεις είναι ο τραπεζικός τομέας, οι τηλεπικοινωνίες, η φαρμακοβιομηχανία, ο εξοπλισμός γραφείων, τα λογισμικά ηλεκτρονικών υπολογιστών και ο τομέας των ασφαλειών. Οι ΗΠΑ κυριαρχούν ιδιαίτερα στον χρηματιστικό τομέα και στην υψηλή τεχνολογία. Η μεγαλύτερη εταιρεία σήμερα στον κόσμο είναι η Microsoft και ακολουθεί η General Electric. Η ιμπεριαλιστική δύναμη των ΗΠΑ βασίζεται σε τέσσερις κύριους τομείς: χρηματοοικονομία, υψηλή τεχνολογία, φαρμακοβιομηχανία και ενεργειακούς πόρους.
Η δυναμική μετατόπιση της οικονομικής δύναμης είναι επίσης εμφανής αν κοιτάξουμε τον αριθμό των μεγαλύτερων εταιρειών σε εθνικό επίπεδο που σημείωσαν σημαντικές αυξήσεις της αξίας τους μεταξύ των ετών 1997- 98 μεταξύ 23 κορυφαίων εταιρειών, οι 13 ήταν αμερικανικές και οι 10 ευρωπαϊκές -καμιά εταιρεία της Ασίας ή της Λατινικής Αμερικής δεν υπάρχει στη λίστα. Αντίθετα, μεταξύ των εταιρειών των οποίων η κεφαλαιοποίηση μειώθηκε σημαντικά οι 12 ήταν ιαπωνικές, 5 από άλλες ασιατικές χώρες και μόλις 5 από τις ΗΠΑ και τη Δυτική Ευρώπη. Η αυξανόμενη αξία των αμερικανικών και των ευρωπαϊκών εταιρειών τους παρέχει περισσότερο κεφάλαιο για να επεκτείνουν τις αυτοκρατορίες τους, ενώ η φθίνουσα αξία της Ιαπωνίας, της Νοτιοανατολικής Ασίας και της Λατινικής Αμερικής τις καθιστά πιο ευπρόσβλητες σε εξαγορές.
Η κατακόρυφη πτώση της Ασίας ως οικονομικής δύναμης συμπίπτει με το τέλος της κομμουνιστικής πρόκλησης απέναντι στην ευρω-αμερικανική δύναμη. Οι «κανόνες της καπιταλιστικής συνεργασίας» μεταξύ των ιμπεριαλιστικών κέντρων και των «αναδυόμενων αγορών» άλλαξαν δραματικά. Κατά την προηγούμενη περίοδο της συστημικής αντιπαράθεσης, το ανερχόμενο ασιατικό κεφάλαιο αποτελούσε για την Ουάσινγκτον στρατηγικό σύμμαχο, στον οποίο παρείχε μεγάλες διευκολύνσεις εξασφαλίζοντάς του εύκολη πρόσβαση σε αγορές, δάνεια και επενδύσεις, ενώ κρατικές ρυθμίσεις και πολιτικές προστατευτισμού παραβλέπονταν άνετα. Σήμερα, στη μετακομμουνισιική περίοδο των ενδοκαπιταλιστικών ανταγωνισμών, όλοι οι κανόνες ανατράπηκαν. Η Ασία αντιμετωπίζεται πλέον ως ανταγωνιστής, ως ένας στόχος που πρέπει να κατακτηθεί. Η Ουάσινγκτον και η Wall Street ασκούν ισχυρές πιέσεις για τη λήψη μέτρων φιλελευθεροποίησης, ιδιωτικοποιήσεων και απορύθμισης των κεφαλαιαγορών της. Η οικονομική κρίση που ενέσκηψε στην Ασία προσφέρει μια μοναδική ευκαιρία στις αμερικανικές και στις ευρωπαϊκές εταιρείες να κατακτήσουν κερδοφόρες ασιατικές επιχειρήσεις και να εξαλείψουν τους ανταγωνιστές τους.
Συγκριτικά πλεονεκτήματα των αμερικανικών πολυεθνικών
Οι εταιρείες των ΗΠΑ, ακόμα και στη χειρότερη περίοδο της σχετικής παρακμής τους ως παγκόσμιας δύναμης, δηλαδή από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 ως τα μέσα της δεκαετίας του 1980, εξακολουθούσαν να διατηρούν αρκετά στρατηγικά πλεονεκτήματα, τα οποία μπόρεσαν κατόπιν να εκμεταλλευτούν πλήρως προκειμένου να ανακτήσουν την παγκόσμια κυριαρχία.
Πρώτο πλεονέκτημα: Οι εταιρείες ασκούν αδιαμφισβήτητο έλεγχο στο πολιτικό σύστημα των ΗΠΑ, σε βαθμό αδιανόητο για τα δεδομένα της Ευρώπης. Και τα δύο κόμματα, και το Δημοκρατικό και το Ρεπουμπλικανικό, είναι πλήρως προσανατολισμένα στο στόχο της επέκτασης της δύναμης των εταιρειών στο εξωτερικό, ακόμα κι αν αυτό απαιτεί τη θυσία των κοινωνικών προγραμμάτων στο εσωτερικό της χώρας. Όποιες κι αν είναι οι μικροδιαφορές τους σε επιμέρους ζητήματα, το Κογκρέσο, η Προεδρία και η Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ, όλοι στοχεύουν στην προώθηση της επέκτασης στο εξωτερικό.
Δεύτερο πλεονέκτημα: Τα σωματεία αντιπροσωπεύουν μόλις το 10% περίπου του εργατικού δυναμικού στον ιδιωτικό τομέα και είναι απόλυτα εξαρτημένα και συνδεδεμένα με τα δύο κυρίαρχα πολιτικά κόμματα. Η συναίνεση συνεπώς μεταξύ των δύο κομμάτων για την επέκταση των μεγάλων επιχειρήσεων στο εξωτερικό δεν απειλείται από καμιά σοσιαλδημοκρατική ή αριστερή πολιτική καθώς αυτή δεν υπάρχει. Οι ηγεσίες των σωματείων στις ΗΠΑ συνεργάζονται με εταιρείες που απολύουν εργαζομένους, που μειώνουν τις κοινωνικές παροχές και εφαρμόζουν εργασιακούς κανόνες που μεγιστοποιούν την εξουσία των εταιρειών. Επίσης πιέζουν τους εργαζομένους να αποδέχονται τεχνολογικές αλλαγές και εργασιακές κατηγοριοποιήσεις σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι η συνδικαλιστική ηγεσία των σωματείων στην Ευρώπη και στην Ασία. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι μεγάλες εταιρείες των ΗΠΑ να συγκεντρώνουν κεφάλαια και να επεκτείνονται στο εξωτερικό απρόσκοπτα, χωρίς να αντιμετωπίζουν οποιαδήποτε πολιτική αντίσταση, όπως αυτές που συναντάμε στην Ευρώπη και στην Ασία.
Τρίτο πλεονέκτημα: Οι ΗΠΑ διαθέτουν τους χαμηλότερους συντελεστές φορολογίας για τις επιχειρήσεις από οποιαδήποτε άλλη βιομηχανική χώρα. Οι φόροι που προέρχονται από τις επιχειρήσεις αντιστοιχούν στο 10% των ομοσπονδιακών προσόδων, ενώ οι φόροι εισοδήματος στους μισθούς αντιστοιχούν στο 47%. Επίσης, οι ΗΠΑ έχουν το υψηλότερο ποσοστό εργαζομένων χωρίς υγειονομική κάλυψη απ’ όλες τις υπόλοιπες βιομηχανοποιημένες ή ημιβιομηχανοποημένες χώρες. Ο συνδυασμός όλων αυτών των παραγόντων εξασφαλίζει στις εταιρείες των ΗΠΑ μεγαλύτερα κέρδη, που τους δίνουν τη δυνατότητα να εξαγοράζουν ανταγωνιστές και να χρηματοδοτούν συγχωνεύσεις που διασφαλίζουν την κυριαρχία τους στην παγκόσμια αγορά.
Τέταρτο πλεονέκτημα: Το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ μπορεί να καλύ­ψει τα τεράστια τρέχοντα ελλείμματα του κράτους εκδίδοντας νέο χρήμα – αυτό με τη μεγαλύτερη τρέχουσα χρήση στις παγκόσμιες αγορές. Κανένας ανταγωνιστής δεν έχει αυτή τη δυνατότητα να χρηματοδοτεί αρνητικά ισοζύγια.
Πέμπτο πλεονέκτημα: Οι αξιωματούχοι του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ είναι ταυτόχρονα και τα μέλη με τη μεγαλύτερη επιρροή στο ΔΝΤ και στην Παγκόσμια Τράπεζα, κατά συνέπεια είναι σε θέση να ισχυροποιούν τις οικονομί­ες πολιτικές που καθιστούν τα ανταγωνιστικά κράτη ευάλωτα καινά διευκολύνουν τις εξαγορές επιχειρήσεων από αμερικανικές εταιρείες περιορίζοντας τα εμπόδια για την εισβολή επενδύσεων αμερικανικού κεφαλαίου.
Τέλος, το ιμπεριαλιστικό κράτος των ΗΠΑ έχει επικεντρώσει τις προσπάθειές του, μέσω πολλών και ποικίλων παραγόντων και φορέων (εμπόριο, CIA, Πετάγωνο, Δημόσιο Ταμείο), στην εξασθένιση της ιαπωνικής οικονομίας, στη διατήρηση της επιρροής του στην Ευρώπη (μέσω του NATO) και στην αρπαγή περιουσιακών στοιχείων από την Ασία και τη Λατινική Αμερική μέσω ενός συνδυασμού, πολιτικών και στρατιωτικών παρεμβάσεων που διαμορφώνει την αναπτυξιακή πορεία στην κατεύθυνση των ελεύθερων αγορών. Αυτά τα εσωτερικά και εξωτερικά, πολιτικά και οικονομικά πλεονεκτήματα παρέχουν στις αμερικανικές εταιρείες τους εσωτερικούς πόρους αλλά και το διεθνές πλαίσιο για μεγάλης κλίμακας συγχωνεύσεις και επέκταση στο εξωτερικό, σηματοδοτώντας την επανεμφάνιση της αμερικανικής οικονομικής αυτοκρατορίας.
Και είναι όντως η έννοια αυτοκρατορία, και όχι η παγκοσμιοποίηση, που μπορεί να εξηγήσει γιατί η οικονομία των ΗΠΑ εξακολουθεί να αναπτύσσεται, ενώ η Ασία αντιμετωπίζει το φαινόμενο των μαζικών πτωχεύσεων και η Βραζιλία το φάσμα της οικονομικής κατάρρευσης. Η αντίθεση ανάμεσα στη συνεχή αύξηση της κεφαλαιοποίησης των μεγάλων εταιρειών των ΗΠΑ και στη μείωση της κεφαλαιοποίησης των ασιατικών και των λατινοαμερικανικών εταιρειών δεν μπορεί να εξηγηθεί από την έννοια της «αλληλοεξαρτώμενης» παγκόσμιας οικονομίας. Η αύξηση των κερδών, οι πληρωμές τόκων στις τράπεζες και οι εξαγορές από πολυεθνικές, που προηγούνται και συνοδεύουν την κατάρρευση στην Ασία και στη Λατινική Αμερική, μπορούν να κατανοηθούν ως μια επιτυχής δράση των ΗΠΑ στο πλαίσιο της νέας ιμπεριαλιστικής τάξης πραγμάτων. Οι κρίσεις που αντιμετωπίζουν οι ανταγωνιστές τους αποτελούν σημαντική ευκαιρία για τις επιχειρήσεις των ΗΠΑ και διευκολύνουν εξαγορές με χαμηλό κόστος εταιρειών και Τραπεζών στην Κορέα, την Ιαπωνία και τη Βραζιλία. Οι υποτιμήσεις ρίχνουν τους μισθούς στις χώρες όπου δραστηριοποιούνται οι αμερικανικές εταιρείες και φτηνά καταναλωτικά αγαθά τροφοδοτούν με αφθονία τις ΗΠΑ.
Ένα καλό παράδειγμα για το πώς οι «κρίσεις» αυτές έχουν επωφελήσει την αυτοκρατορία των ΗΠΑ και της Ευρώπης αποτελούν οι εξαγορές κερδοφόρων επιχειρήσεων. Το 1998 οι πολυεθνικές των ΗΠΑ και της Ευρώπης επένδυσαν 47 δις δολάρια για την εξαγορά εταιρειών στη Βραζιλία. Το 1999, με το χρέος, την υποτίμηση και την οικονομική ύφεση στη Βραζιλία, αναμένονταν ακόμα πιο επικίνδυνες εξαγορές για τις ευρω-αμερικανικές εταιρείες. Στην Κορέα πάνω από το 53% των εξωτερικών επενδύσεων των ΗΠΑ κατευθύνθηκε προς την ανάληψη ήδη υπαρχουσών δράσεων των κορεατικών δημόσιων εταιρειών. Το 1998 καθώς η ιαπωνική βιομηχανία συρρικνώθηκε κατά 6,9%, οι τράπεζες και οι χρηματοπιστωτικές εταιρείες των ΗΠΑ εισέβαλαν βαθιά στην ιαπωνική κεφάλαιαγορά και στην αγορά ακινήτων.
Η ανάπτυξη της οικονομίας συνδυάστηκε με τη χρήση βίας από την κυβέρνηση Κλίντον στο Ιράκ, στην Κεντρική Ευρώπη, στην Ασία και στην Αφρική για να αυξήσει τον στρατιωτικό προϋπολογισμό των ΗΠΑ και να διορίσει σκληροπυρηνικούς προεδρικούς συμβούλους σε θέματα κατασκοπείας και ασφάλειας με στόχο να πραγματοποιήσουν μυστικές και φανερές στρατιωτικές επεμβάσεις. Η Ουάσινγκτον είναι έτοιμη να υπερασπιστεί τη νεοαποκτηθείσα οικονομική κυριαρχία της με όλα τα αναγκαία μέσα: με το ελεύθερο εμπόριο αν είναι δυνατό και με τη στρατιωτική δύναμη αν είναι αναγκαίο.
Σύμφωνα με τους περισσότερους υποστηρικτές της θεωρίας της «παγκοσμιοποίησης», μπαίνουμε σε μια νέα εποχή αλληλεξάρτησης των κρατών όπου εταιρείες «χωρίς πατρίδα» υπερβαίνουν τα εθνικά σύνορα, παρακινούμενες από μια τρίτη τεχνολογική επανάσταση και υποβοηθούμενες από τα νέα πληροφοριακά συστήματα. Με βάση αυτή την άποψη, το έθνος-κράτος αποτελεί αναχρονισμό, οι κινήσεις των κεφαλαίων είναι συνεχείς και αναπόφευκτες, ενώ καθοριστικός παράγοντας για τη μακρό- και τη μικρο-πολιτική οικονομία είναι η παγκόσμια αγορά. Ο νεοφιλελευθερισμός είναι η ιδεολογική συνιστώσα που δίνει έμφαση στις ελεύθερες αγορές, στις ελεύθερες ροές κεφαλαίου και στην ιδιωτικοποίηση.
Σύμφωνα με τους θεωρητικούς της παγκοσμιοποίησης, το αποτέλεσμα θα προκύψει από αυτή τη διαδικασία θα είναι ένας προοδευτικός, δυναμικός και εκσυγχρονισμένος κόσμος συγκροτούμενος από ακμάζοντα έθνη. Η διαφορά όμως ανάμεσα στις υποσχέσεις των θεωρητικών και στη σύγχρονη πραγματικότητα δεν θα μπορούσε να είναι πιο απόλυτη. Αντί για αλληλοεξαρτώμενα κράτη έχουμε δραματικές αντιθέσεις ανάμεσα σε κράτη-πιστωτές και σε κράτη-οφειλέτες, πολυεθνικές της τάξης πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων ιδιοποιούνται επιχειρήσεις, τόκους, δικαιώματα εκμετάλλευσης και εμπορικά πλεονάσματα- και δισεκατομμύρια εργατών και αγροτών αντιμετωπίζουν το φάσμα φτώχειας και της μιζέριας. Από δομική άποψη, το 80% των μεγαλύτερων πολυεθνικών εταιρειών παίρνουν τις αποφάσεις τους πάνω στους τομείς των επενδύσεων, της έρευνας και της τεχνολογίας στα ανεπτυγμένα δυτικά κράτη όπως στις ΗΠΑ, τη Γερμανία και την Ιαπωνία. Παρόλο που οι πολυεθνικές αναπτύσσουν δραστηριότητες σε όλο τον κόσμο, ο έλεγχος τους είναι συγκεντρωμένος σε λίγα χέρια.