Η Ήπειρος έχει την τύχη να την αγαπά ο Κρίστοφερ Κινγκ

«Επειδή δεν μπορώ να σας χωρέσω όλους σπίτι μου για να ακούσουμε μουσική, θα το κάνουμε μαζί εδώ», είπε ο βραβευμένος με Γκράμι μουσικός παραγωγός, Κρίστοφερ Κινγκ, στον κόσμο που ήταν μαζεμένος στον κήπο της Χάμκως στην Κόνιτσα. Και πράγματι, αυτός και οι φίλοι του από τα νότια Βαλκάνια έπαιξαν επί τρεις ημέρες μουσική για όλους, με τη στήριξη της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση και του δήμου Κόνιτσας.

Όλες τις τρεις ημέρες που βρέθηκα στο τριήμερο μουσικό φεστιβάλ «Γιατί ‘ναι μαύρα τα βουνάΓιατί ΄ναι μαύρα τα βουνά: Οι μουσικές κουλτούρες των Νοτίων Βαλκανίων | onassis.org» στην Κόνιτσα, είχα στο μυαλό παραλλαγές της ίδιας σκέψης: είτε έβλεπα στη σκηνή το συγκρότημα Vasil Ziu από την Κεντρική Αλβανία με τη ζωώδη ενέργεια, είτε άκουγα το κορυφαίο βιολί του Κώστα Καραπάνου, είτε χόρευα με τον Νέγρο του Μοριά και τα «πειραγμένα» τραπ κομμάτια του με samples από 78άρια των νότιων Βαλκανίων, είτε έμενα με ανοικτό το στόμα μπροστά στην τσιγγάνα Bajsa Arifovska από τη Βόρεια Μακεδονία που παίζει πέντε όργανα το ένα καλύτερα από το άλλο, είτε χτυπιόμουνα με το παραδοσιακό γκρουπ με τη ροκ ενέργεια «Εβρίτικη Ζυγιά» (το boy band του τριημέρου, για καλό το λέω), σκεφτόμουν πως, αυτό που κατάφερε η παραγωγή της Στέγης του Ιδρύματος ΩνάσηΣΤΕΓΗ | Ίδρυμα Ωνάση και ενορχήστρωσε ο εθνομουσικολόγος Κρίστοφερ ΚινγκChristopher King | Ίδρυμα Ωνάση, μόνιμος πλέον κάτοικος της Κόνιτσας, ήταν να μετατοπίσουν την (συντηρητική) κοινωνία της ευρύτερης περιοχής. Τόσο ελάχιστα, όσο μετατοπίζονται οι κοινωνίες από τις μικρές αλλαγές, που έρχονται χωρίς πολλές φανφάρες – αλλά συσσωρεύονται και φέρνουν τις πιο μεγάλες.

Προς τα πού την πήγαν; Ίσως προς την αναγνώριση και αποδοχή των πολλαπλών στρωμάτων της, στον χρόνο και στον χώρο, όπως αυτά αντανακλώνται στο μωσαϊκό των ήχων που ακούσαμε. Σε μία εξερεύνηση του εαυτού της, χωρίς ενοχές και περιττά βαρίδια. Ο λόγος της αισιοδοξίας ήταν μεταξύ άλλων και τα αμέτρητα χαρούμενα νεαρά πρόσωπα που είδα μπροστά μου, που ήταν μάλλον η πλειοψηφία του κοινού.

Η αφίσα του τριημέρου «Γιατί ‘ναι μαύρα τα βουνά».

Μίλησα μετά το τέλος των εκδηλώσεων με τον Κρίστοφερ Κινγκ, για να μου λύσει όλες τις απορίες που μαζεύτηκαν το τριήμερο.

IS: Σας ευχαριστώ πολύ γι’ αυτό που ζήσαμε στην Κόνιτσα. Ήταν ξεχωριστό.

Δεν είμαι πραγματικά αυτός που πρέπει να ευχαριστήσετε, είμαι απλά ένα πολύ μικρό μέρος σε ένα μεγαλύτερο, σύνθετο σύνολο. Χωρίς τους μουσικούς και χωρίς τη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, χωρίς τον δήμο Κόνιτσας, τους κατοίκους της και όλους όσοι παρευρέθηκαν, θα ήμουν μόνο εγώ και αυτό θα ήταν αρκετά βαρετό…

IS: Την πρώτη βραδιά είπατε πως το «Γιατί ‘ναι μαύρα τα βουνά» δεν είναι μια ακαδημαϊκή άσκηση στη μουσικολογία, αλλά το αποτέλεσμα των φιλιών που χτίσατε με τα ταξίδια σας στα νότια Βαλκάνια την τελευταία δεκαετία. Λειτούργησε έτσι τελικά; Φτιάξατε το πανηγύρι που ονειρευόσασταν;

Ω ναι, φυσικά! (γέλια) Το γεγονός ότι πρακτικά όλοι όσοι προσκάλεσα ήταν στην πραγματικότητα φίλοι μου, όχι απλώς άνθρωποι με τους οποίους έχω μιλήσει ή για τους οποίους έχω γράψει, αλλά άνθρωποι με τους οποίους έχω αναπτύξει βαθιές φιλίες, έκανε το όλο πράγμα πιο οικείο. Το γεγονός ότι τους είχαμε εκεί να παίζουν όχι μόνο για μένα, αλλά και για όλους τους άλλους, ήταν το μυστικό για ένα καλό πανηγύρι.

IS: Διαβάζοντας το βιβλίο σας «Ηπειρώτικο ΜοιρολόιΗπειρώτικο Μοιρολόι | Δώμα», διαμορφώνει κανείς την εντύπωση πως είστε πραγματικά ρομαντικός. Σας το έκανε αυτό η Ήπειρος, ή ήσασταν πάντα έτσι;

(γέλια) Αυτή είναι μια καλή ερώτηση. Ναι, πάντα είχα την τάση να ρομαντικοποιώ τα πράγματα. Αλλά ξέρετε, στο βιβλίο το ξεκαθαρίζω, ότι κάποια πράγματα ναι, θα τα εξυψώσουμε και θα θαυμάσουμε την ομορφιά τους, όμως όπως οτιδήποτε άλλο έχουν τα ελαττώματά τους, τα προβλήματά τους, τους περιορισμούς τους, και νομίζω ότι αυτό είναι ίσως ένα μάθημα που μου έδωσε αυτή η μουσική, ή η εμπειρία των τελευταίων 12 ετών: ότι παρόλο που μπορεί να έχω στον πυρήνα μου μια ρομαντική τάση, τελικά πρέπει να αντιμετωπίσω την πραγματικότητα, ότι δεν είναι όλα τα πράγματα όπως φαίνονται.
IS: Μιας και μιλάμε για ρομαντισμό και πραγματικότητα: στο βιβλίο σας εξυμνείτε την κίνηση που μερικές φορές κάνουν οι οργανοπαίκτες στα πανηγύρια της Ηπείρου, να «παίζουν μέσα στο αυτί» των συμμετεχόντων, για την αμεσότητα που δημιουργεί μεταξύ μουσικού και ακροατή. Ρώτησα έναν ντόπιο αν αυτό συμβαίνει συχνά και μου είπε, «ε, βέβαια, αν ξέρουν ότι ο άνθρωπος έχει πολλά λεφτά να δώσει».

Λοιπόν, αυτός είναι ένας τρόπος να το θέσουμε, νομίζω ότι προσπάθησα να το δηλώσω αυτό το τελευταίο βράδυ, ότι η μουσική θα μας δώσει αυτό που περιμένουμε από αυτήν να μας δώσει. Αν περιμένουμε να μην κάνει τίποτα, δεν θα κάνει τίποτα, αλλά αν περιμένουμε να μας χαρίσει όλον τον κόσμο, θα το κάνει. Αυτό πιστεύω για τους μουσικούς και τη μουσική: πως αν νιώθουμε ότι έχουν τη δύναμη να μας αλλάξουν, όπως νομίζω ότι ένιωθαν πολλοί χωρικοί πριν από 80 ή 100 χρόνια, κάποιοι ακόμα και σήμερα, θα μας αλλάξουν.

Κι εγώ δίνω φιλοδώρημα στους μουσικούς όταν παίζουν για μένα, αλλά πολλές φορές προσφέρονται εθελοντικά, γιατί ξέρουν ότι αυτό θέλω! Στο φεστιβάλ, οι μουσικοί φίλοι μου από τη Βόρεια Μακεδονία έπαιξαν τον ζουρνά στο αυτί μου, και ο Aurel Qirjo, ο φίλος μου από την Κορυτσά της Αλβανίας, έπαιξε το βιολί του στο αυτί μου …όλα λειτουργούν.

IS: Το πανηγύρι που στήσατε ήταν τόσο οργιαστικό, που κάποιες στιγμές αισθανόμουν πως η καρδιά ενός κατοίκου της πόλης είναι πολύ συρρικνωμένη για να τα χωρέσει όλα αυτά και να τα βιώσει στο μάξιμουμ. Αισθάνεστε ότι η καρδιά σας έχει διευρυνθεί από τότε που ζείτε στην Κόνιτσα;

Η καρδιά μου έχει διευρυνθεί, αλλά και ο τόπος και η μουσική έχουν διευρύνει την καρδιά μου. Καταλαβαίνω το σχόλιό σου, το να ζεις στην πόλη νομίζω ότι τείνει να μας απο-ευαισθητοποιεί, ή μάλλον πρέπει να προσαρμόσουμε την καρδιά μας στους ρυθμούς της πόλης – να μπαίνουμε στο μετρό, να οργανώνουμε τη ζωή μας έτσι ώστε να ρυθμίζεται από αυτό το αστικό περιβάλλον, από μηχανές. Είναι πολύ διαφορετικό από ένα αγροτικό περιβάλλον όπου η καρδιά μας ρυθμίζεται από τη φύση και την αλληλεπίδραση με την κοινότητα και όλες αυτές τις άλλες πτυχές. Οπότε ναι, άλλαξε η καρδιά μου, αλλά ήταν έτοιμη να αλλάξει ούτως ή άλλως.

IS: «Η αλήθεια έχει δύναμη και αντοχή και την τάση να ξεπηδά από μόνη της από το έδαφος», γράφετε στο βιβλίο σας. Μου θυμίζει κάτι που μου είπε κάποτε ένας ελληνόφωνος από τα χωριά γύρω από την Τραπεζούντα, ότι «δεν μπορείς να πιέσεις την ταυτότητα· αν υπάρχει, θα βγει από μόνη της». Έχετε βιώσει στιγμές με ανθρώπους που ανακαλύπτουν απροσδόκητες πτυχές της ταυτότητάς τους μέσα από τη μουσική που παίζετε γι’ αυτούς;

Δεν ξέρω αν θα έλεγα ότι ήταν «απροσδόκητες»· νομίζω ότι οι περισσότεροι άνθρωποι κουβαλούν μέσα τους την ιστορία τους, και όλοι μας τυχαίνει να έχουμε διαφορετικές ιστορίες στο παρελθόν μας. Αλλά ένα πράγμα που παρατήρησα από τη συζήτηση και τον καφέ με τους φίλους μου μουσικούς που ήρθαν εδώ στην Κόνιτσα, είναι ότι, ενώ γνωρίζουν πως η μουσική τους είναι ένα μωσαϊκό από διάφορες πολιτισμικές, εθνικές, γλωσσικές και θρησκευτικές ταυτότητες, ποτέ δεν κάθονται να το σκεφτούν, αν για παράδειγμα μια μουσική είναι δική μου ή δική σου, ή ακόμα και από τι μπορεί να αποτελείται η δική τους. Ναι, ζούμε σε ένα μέρος που είναι αρκετά κοντά στην Αλβανία, κοντά στο νοτιοδυτικό άκρο της Μακεδονίας, όλα αυτά επηρεάζουν τη μουσική, αλλά αυτό που ποτέ δεν αναλογιζόμαστε πραγματικά είναι τη διαδικασία με την οποία έγινε η τοπική μουσική αυτό που είναι.

Για παράδειγμα πριν από 120 χρόνια ο μέσος έμπορος εδώ στην Κόνιτσα μιλούσε έξι γλώσσες, γιατί έπρεπε να τις μιλάει για τη δουλειά του. Τότε θα υπήρχαν Τούρκοι και Αλβανοί μουσουλμάνοι στην περιοχή, θα υπήρχαν Ρωμανιώτες Εβραίοι και άλλοι· όλο αυτό σε κάνει να σταματάς και να σκέφτεσαι τι σημαίνει να είσαι Έλληνας. Δεν είναι μια εύκολη απάντηση.

IS: Ένα από τα πρώτα 78άρια που μας παίξατε στο Σπίτι της Χάμκως είχε βιολιά που ακούγονταν σαν πουλιά, μιμούμενα –πολύ συγκινητικά για εμένα– τη φύση. Σίγουρα πρέπει να υπάρχει παρόμοια μουσική και αλλού, όχι; Υπάρχει όμως κάτι που ξεχωρίζει τη μουσική της Ηπείρου;

Το κομμάτι που έπαιξα για το κοινό ήταν βασικά μια προσέγγιση του αηδονιού. Υπάρχουν πράγματι μερικά παραδείγματα κι αλλού όπου τα όργανα μιμούνται τη φύση, υπάρχει η ινδική μουσική, μουσική από την Αίγυπτο, σε μια παλαιότερη εποχή αυτή η μουσική υπήρχε και στην Αμερική· αλλά νομίζω ότι μια απόδειξη της ζωτικότητας και της μακροζωίας της ηπειρωτικής μουσικής είναι ότι εξακολουθεί να το έχει αυτό το στοιχείο. Πρέπει βέβαια να προσέξουμε να μην την αντιμετωπίζουμε σαν μουσειακό κομμάτι, πρέπει να διατηρηθεί όπως είναι, ζωντανή. Αυτός που έχει την ευθύνη να το κάνει αυτό είναι ο μουσικός, που θα σε συγκινήσει όχι μόνο χάρη στην τεχνική κατάκτηση του οργάνου, αλλά σε μια διαισθητική ή συναισθηματική αντίληψή του. Ή για να το πω με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, όταν ένας μουσικός φτάνει σε ένα σημείο που δεν παίζει το όργανό του, αλλά το όργανό του παίζει αυτόν ή αυτήν, τότε μπορούμε να μεταμορφωθούμε από αυτούς τους φυσικούς ήχους.

Αυτό που κάνει τους μουσικούς της Ηπείρου διαφορετικούς είναι ότι περνούν υπερβολικά πολύ χρόνο αλληλεπιδρώντας με το κοινό τους και το όργανο είναι η διαμεσολάβηση μεταξύ αυτών και του κοινού τους, οπότε υπάρχει ένας κύκλος αμοιβαίας ανατροφοδότησης και με την πάροδο του χρόνου, το όργανο τούς κατακτά. Είναι πραγματικά αρκετά δύσκολο να κάνεις αυτές τις μιμήσεις πουλιών (γέλια), πιστέψτε με.

Το λέω με θετικό τρόπο, είναι θετικό το γεγονός ότι καταλαμβάνονται από το όργανο, υπάρχει μια πολύ μεγάλη διαφορά μεταξύ του να είσαι τεχνικός δάσκαλος ενός οργάνου και του να καταλαβαίνεις πώς αυτό το όργανο μπορεί να αξιοποιήσει τη συγκινησιακότητα. Εντελώς διαφορετικό πράγμα.

IS: Παίξατε κι ένα άλλο τραγούδι για την ξενιτιά, με μια μητέρα που αναρωτιέται τι να στείλει στο γιο της, «σου στέλνω μοσχοστάφυλο στον δρόμο σταφιδιάζειΞενιτεμένο μου πουλί | Δόμνα Σαμίου, σου στέλνω και το δάκρυ μου σ’ ένα φτενό μαντίλι». Είναι στίχοι που, όπως γράφετε στο βιβλίο, έχουν απροσποίητο βάθος. Σας συγκινούν και οι στίχοι εκτός από τη μουσική; Έχετε κάποιους συγκεκριμένους που σας αρέσουν περισσότερο;

Με συγκινούν τουλάχιστον τρία πράγματα: η ενορχήστρωση προφανώς, οι στίχοι δεύτερον, αλλά τρίτον με συγκινεί η ατμόσφαιρα που δημιουργείται γύρω από όλα αυτά. Μια πραγματικά καλή δυνατή μπαλάντα, είτε πρόκειται για τραγούδι της ξενιτιάς ή του φόνου, πρέπει να αποδοθεί με τον σωστό τρόπο, δεν μπορεί να είναι χαρούμενη (γέλια), πρέπει να είναι μελαγχολική για να συγκινήσει. Για παράδειγμα «Ο Μενούσης», που είναι ένα αρκετά παλιό τραγούδι από αυτήν την περιοχή, τα νότια αλβανικά σύνορα: σήμερα όταν το ακούς να παίζεται σε πανηγύρι, είναι κάπως σαν να πρόκειται για κάτι χαρούμενο! Αυτό δεν είναι χαρούμενο τραγούδι, είναι αρκετά μελαγχολικό!

Ο Μενούσης, ο Μπερμπίλης
κι ο Ρεσούλ Αγάς,
σε κρασοπουλειό πηγαίναν
για να φαν να πιουν.

Κει που τρώγαν,
κει που πίναν
και που γλένταγαν,
κάπου πιάσαν τη κουβέντα
για τις όμορφες.

Όμορφη γυναίκα που ‘χεις
βρε Μενούσ’ Αγά!
Πού την είδες, πού την ξέρεις
και τη μολογάς;

Χθες την είδα στο πηγάδι
που `παιρνε νερό
και της `δωσα το μαντήλι
και μου το `πλυνε.

Αν την ξέρεις κι αν την είδες,
πες μου τι φορεί;
Ασημένιο μεσοφόρι
με χρυσό φλουρί.

Κι ο Μενούσης,
μεθυσμένος πάει την έσφαξε.
Το πρωί ξεμεθυσμένος
πάει την έκλαψε.

Σήκω πάπια μ’
σήκω χήνα μ’
σήκω πέρδικα μ’
Σήκω λούσου και χτενίσου
κι έμπα στο χορό.

Να σε δουν τα παλληκάρια
να μαραίνονται.
Να σε δω κι εγώ ο καημένος
και να χαίρομαι.

Αυτό είναι ίσως ένα από τα δύο που αγαπώ περισσότερο… όταν παίζεται σωστά και όταν τραγουδιέται σωστά, όπως και το «Ποιος πλούσιος απέθανε».

IS: Όταν μιλάτε για τα ηπειρώτικα πανηγύρια φαίνεται σαν να έχετε ανακαλύψει τα πιο αυθεντικά. Γράψατε στο βιβλίο ότι οι Ηπειρώτες επιλέγουν εδώ και εκατοντάδες χρόνια τα καλύτερα τραγούδια και τους καλύτερους μουσικούς για τα πανηγύρια τους. Αυτό συμβαίνει ακόμα ή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις;

Λοιπόν, επειδή δεν πηγαίνω ταυτόχρονα σε κάθε πανηγύρι δεν μπορώ να το σχολιάσω αυτό, αλλά τείνω σε αυτό το σημείο της ζωής μου να κλίνω προς τις μικρότερες, πιο ταπεινές και σπιτικές εκδοχές των πανηγυριών, αυτές που αποφεύγουν την εμπορευματοποίηση και δεν χρειάζεται απαραίτητα να βρίσκονται στην Ήπειρο, μπορούν να βρίσκονται και αλλού. Νομίζω ότι υπάρχει κάτι αξιοπρόσεκτο όταν μια ομάδα μουσικών παίζει για 30 ή 40 άτομα και όχι για 1.000 ή 2.000.

IS: Άρα συμβαίνουν ακόμα, αλλά ίσως όχι σε μέρη που θα περιμέναμε.

Ε… ναι, πρέπει να διατηρήσεις το μυστήριο! Το να μας σοκάρει και να μας εκπλήσσει κάτι, μας δίνει έναν λόγο να επιμένουμε, να συνεχίσουμε να ζούμε. Ένα από τα βράδια του φεστιβάλ, εντελώς απρόσμενα και απροετοίμαστα, σε ένα τσιπουράδικο που είναι πέντε λεπτά από το σπίτι μου και ανήκει στον φίλο μου τον Παναγιώτη, εμφανίστηκα με όλους τους μουσικούς μου φίλους από την κεντρική Αλβανία, το συγκρότημα Vasil Ziu. Παραγγέλνω έναν γύρο ποτά για όλους και λίγο φαγητό για τους μουσικούς, και μετά από περίπου 20 λεπτά ποτού και συζήτησης ξέσπασαν σε τραγούδι. Δεν υπάρχει τρόπος να περιγράψω την ένταση και το βάθος του κεφιού που δημιουργήθηκε.

IS: Γιατί επιλέξατε να γράψετε για την ηπειρώτικη μουσική και τα πανηγύρια και όχι για τα υπόλοιπα, πιστεύετε ότι εδώ διατηρούνται πιο έντονα οι παραδόσεις; Ίσως λόγω του ορεινού χαρακτήρα της περιοχής;

Είστε παντρεμένη, οπότε θα το καταλάβετε αυτό που θα σας πω. Δεν έχουμε πάντα την επιλογή για το ποιον θα ερωτευτούμε. Δεν είναι προκαθορισμένο. Εκτός αν τυχαίνει να είσαι Σαρακατσάνα πριν από 100 χρόνια, και τότε φυσικά είναι προκαθορισμένο! (γέλια). Όχι, απλά έτυχε να είναι η πρώτη συλλογική τοπική μουσική που ερωτεύτηκα. Το θέμα είναι όμως, ότι για να καταλάβω τη μουσική της συγκεκριμένης περιοχής, πρέπει να καταλάβω όλες τις μουσικές που συνδέονται με αυτήν, είναι μια ολιστική επιστημολογία, πρέπει να καταλάβεις τα μέρη που συνδέονται με το σύνολο. Η μουσική στην Ήπειρο δεν είναι καθαρή και ανόθευτη, είναι συνδεδεμένη με τη μουσική της ευρύτερης περιοχής. Έτσι, η ζωή μου μπορεί κάλλιστα να αφιερωθεί στην αποκάλυψη όλων αυτών των συνδέσεων – δεν είναι κακή ζωή!

IS: Όχι, είμαστε πολύ ευγνώμονες που επιλέξατε να ζήσετε αυτή τη ζωή!

Στο βιβλίο σας αναφέρεστε κάποιες φορές σε αδέσποτα σκυλιά, αναρωτιέμαι αν είναι ένα είδος αλληγορίας για την ελευθερία που λέτε ότι νιώθετε στην Ελλάδα.

Είναι, ναι. Υπάρχουν αγέλες, τουλάχιστον πολύ κοντά στο σπίτι μου υπάρχει μια αγέλη από εννέα σκυλιά, και κάπως αράζουν δίπλα στο κρεοπωλείο, αυτά είναι πολύ πολύ πολύ χαρούμενα σκυλιά! Κι έχουν επίσης αυτή την αίσθηση ελευθερίας που… αντανακλά την ατμόσφαιρα, το περιβάλλον.

IS: Μπορείτε να μου πείτε περισσότερα για αυτή την ελευθερία που αισθάνεστε στην Ελλάδα; Πώς την εννοεί ένας άνθρωπος που γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Βιρτζίνια των ΗΠΑ;

Λοιπόν, υπάρχουν δύο πτυχές σε αυτό το είδος ελευθερίας. Την πρώτη νομίζω ότι μπορείς να την καταλάβεις πολύ καθαρά, εσύ που είσαι Ελληνίδα πήγες σχολείο και διδάχτηκες χορούς, τα βήματα, τους ρυθμούς, οπότε με τον καιρό έμαθες πως υπάρχει ένας σωστός τρόπος για να χορέψεις. Η ελευθερία που βλέπω εδώ είναι πως ναι, μπορείς να μάθεις τα βήματα, αλλά από ένα σημείο και μετά μπορείς να παραδοθείς στη μουσική. Ο λόγος για τον οποίο το αντιπαραβάλλω αυτό είναι ότι, στα νότια μέρη της Αλβανίας, που βρίσκονταν υπό τον Χότζα, τέτοια πράγματα δεν διδάσκονταν στο σχολείο. Και έτσι όταν πας σε ένα πανηγύρι ή σε ένα γλέντι στην Αλβανία και βλέπεις τους νότιους Αλβανούς να χορεύουν, δεν ξέρουν τα βήματα, απλά αφήνονται. Είναι καθαρή, ανόθευτη ελευθερία έκφρασης.

Το δεύτερο πράγμα –που μπορεί να μην καταφέρεις να το καταλάβεις, γιατί η Ελλάδα δεν έχει φτάσει σε αυτό το σημείο της πνευματικής τυραννίας– είναι ότι στην Αμερική πρέπει να προσέχεις τι λες, και οι κανόνες αλλάζουν καθώς αλλάζει το κλίμα. Τι εννοώ; Πράγματα για τα οποία έγραψα στο βιβλίο και τα δημοσίευσα πριν από πέντε χρόνια, δεν θα μπορούσαν να δημοσιευτούν τώρα, θα ήταν προσβλητικά. Και ομοίως ένας από τους λόγους που με ώθησαν να φύγω ήταν ότι είχα διατυπώσει μια πρόταση για ένα βιβλίο, ένα μουσικό πρότζεκτ και ένα διήγημα, και τα τρία από τα οποία κρίθηκαν πολιτικά μη ορθά, δεν μπορούσαν να παραχθούν. Θεωρήθηκαν πολύ προσβλητικά, κατά τη γνώμη μου για μια πολύ μικρή μειοψηφία ανθρώπων. Ωστόσο, στην Αμερική ο στόχος είναι… πρέπει να κάνεις τα πάντα εύπεπτα, αλλιώς πρέπει να απορριφθούν. Δεν το είδα αυτό εδώ.

IS: Τι προτάσεις ήταν αυτές;

Κατόπιν αιτήματος ενός παλιού εκδότη, έκανα πρόταση για ένα βιβλίο, από τη δική μου οπτική γωνία ως μουσικού ερευνητή και συλλέκτη, σχετικά με το πώς στην Αμερική οι αντιλήψεις μας για το τι καθορίζει το «φυλετικό» στη μουσική –δηλαδή τη λευκή μουσική έναντι της μαύρης, τη χίλμπιλι έναντι των μπλουζ και τζαζ κ.ο.κ.– προέρχονταν περισσότερο από το πώς οι δισκογραφικές εταιρείες αντιλαμβάνονταν τη μουσική με βάση τα φυλετικά κριτήρια και είχαν λιγότερο να κάνουν με το πώς σκέφτονταν οι μουσικοί και οι καταναλωτές γι’ αυτήν. Η επιχειρηματοποίηση της μουσικής δημιούργησε αυτή τη σκέψη. Στις αρχές του 2019 αυτή ήταν μια αποδεκτή και δημοσιεύσιμη ιδέα. Μέχρι τα μέσα του 2020 έπαψε να είναι, και ακυρώθηκε.

Το δεύτερο είναι μια μουσική παραγωγή που έκανα για μία από τις πολλές εταιρείες για τις οποίες παρήγαγα δίσκους. Μου ζητήθηκε να δημιουργήσω μια συλλογή ιστορικών ηχογραφήσεων από τσίρκα και καρναβαλικά νούμερα, από τον 19ο έως τις αρχές του 20ού αιώνα. Αυτές οι ηχογραφήσεις έτυχε να περιέχουν πολύ πολύ προσβλητική ορολογία και εικόνες, για έναν μικρό αλλά σημαντικό αριθμό αμερικανών ακροατών. Ήταν προσβλητικές για ανθρώπους από την Αφρική, με σωματικές ή διανοητικές αναπηρίες κ.λπ. και για άλλη μια φορά αυτό το πρότζεκτ ήταν πλήρως αποδεκτό το 2019, ενώ το 2020 όχι. Το τρίτο που απορρίφθηκε ήταν η νουβέλα που θα δημοσιεύσω εδώ με τον εκδοτικό οίκο Δώμα, η οποία ουσιαστικά διερευνά την ιδέα ότι η διαιώνιση της φυλετικής μας σκέψης, ο τρόπος με τον οποίο αντιδρούμε απέναντι στην έννοια του άλλου, ίσως να μην προκαλεί τόσο μεγάλη έκπληξη αν αναλογιστεί κανείς τις ιστορικές του ρίζες, αν δει κανείς ότι έχει πολύ πιο αρχαίες ρίζες απ’ ό,τι νομίζουμε. Έχει στον πυρήνα της αυτή την ιδέα ότι ίσως μέρος της ανθρώπινης υπόστασής μας είναι και η κλίση μας προς τη βία. Πρόκειται για μια αρκετά αποδεκτή ιδέα, το καλύτερο έργο του Κόρμακ ΜακΚάρθι έχει να κάνει με αυτό.

Η ιδέα όμως από το 2020 και μετά είναι μάλλον ότι στον πυρήνα μας έχουμε την ικανότητα να «γίνουμε καλά», ότι υπάρχουν τρόποι να διαχυθεί η ανθρωπιά ώστε να είμαστε λιγότερο βίαιοι. Αυτή είναι μια πολύ προβληματική σκέψη.

IS: ​Το γυναικείο πολυφωνικό συγκρότημα «Ισοκράτισσες» μου είπε ότι δεν είναι μόνο η νοσταλγία που τις συνδέει με τα τραγούδια, αλλά το γεγονός ότι ο τρόπος ζωής που περιγράφεται στα τραγούδια, η σχέση με τη φύση, είναι το σημείο στο οποίο αισθάνονται ότι πρέπει να επιστρέψουμε. Έχοντας ζήσει στην Κόνιτσα για αρκετό καιρό, πιστεύετε ότι η ελληνική ύπαιθρος μπορεί να αναβιώσει κάποια στιγμή, να γίνει ένας ζωντανός οργανισμός κι όχι μόνο ένα μέρος για συνταξιούχους;

Μάλλον θα επαναδιατυπώσω την ερώτησή σας, ή η απάντησή μου θα είναι λίγο πιο αυστηρή. Δεν νομίζω ότι έχουμε άλλη επιλογή, πρέπει να το κάνουμε! Με δεδομένη την κατάσταση που επικρατεί στον κόσμο μας, την κλιματική αλλαγή, τη ρύπανση κ.λπ., δεν θα έχουμε τελικά άλλη επιλογή, αν θέλουμε να επιβιώσουμε ως είδος, από το να επιστρέψουμε σε έναν πιο γεωργικό, πιο αγροτικό τρόπο ζωής.

Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να φορέσουμε τις βλάχικες φορεσιές και να επιστρέψουμε στα χωράφια με τα ατσάλινα εργαλεία μας και να βάλουμε τις γυναίκες να θερίζουν το σιτάρι. Πρέπει απλώς να σκεφτούμε λίγο πιο συνεργατικά, πιο δημιουργικά, για το πώς θα επιμείνουμε ως είδος για να διατηρήσουμε τον πλανήτη μας. Εκτιμούμε τόσο πολύ ορισμένα πράγματα, τα οποία τελικά θα οδηγήσουν στην καταστροφή μας. Νομίζω ότι πρέπει να σκεφτούμε πολύ έξυπνους, συνεργατικούς τρόπους επανακατοίκησης των αγροτικών περιοχών της Ελλάδας, των νότιων Βαλκανίων, που δεν θα βασίζονται στον τουρισμό ή σε άλλα τέτοια πράγματα.
Θα σας δώσω κάτι να σκεφτείτε, μια μικρή δόση έμπνευσης. Ένα από τα συγγράμματα που επηρέασαν όχι μόνο το βιβλίο μου αλλά και τον τρόπο που σκέφτομαι για τον ρόλο μου σε αυτόν τον τόπο, είναι ένα βιβλίο επιστημονικής φαντασίας που ονομάζεται Roadside Picnic των αδελφών Strugatsky. Η περίληψη είναι, ότι σε κάποιο απομακρυσμένο χωριό της Ρωσίας ανακαλύπτουν αυτά τα μυστηριώδη αντικείμενα που είναι προφανώς εξωγήινα. Οι περισσότεροι από τους ανθρώπους, το 99% που ζουν εκεί, πιστεύουν ότι αυτά τα άφησαν ως δώρο οι εξωγήινοι για να κάνουν τη ζωή τους καλύτερη. Αλλά ένα άτομο που είναι έξω από την ομαδική σκέψη, ένας ξένος, διαπιστώνει την πραγματική φύση αυτών των αντικειμένων: δεν είναι δώρα, τα άφησαν ως σκουπίδια, οι εξωγήινοι, κι ενώ εξακολουθούν να έχουν ειδικές δυνάμεις, δεν τα άφησαν με αυτήν την πρόθεση. Νομίζω ότι, παρόλο που είμαι «Κονιτσιώτης», είμαι κυρίως απ’ έξω και μόνο εν μέρει από μέσα, πράγμα που μου δίνει έναν διαφορετικό τρόπο να βλέπω τα πράγματα.

IS: Πιστεύετε ότι η εξαφάνιση της παραδοσιακής μουσικής μπορεί να σταματήσει;

Δεν υπάρχει τρόπος να σταματήσει η εξαφάνιση οποιουδήποτε πράγματος, το ξέρω και από προσωπική εμπειρία, αν εκτιμάς κάτι και δεν θέλεις να φύγει, θα φύγει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Νομίζω ότι αν εκτιμούμε και αγαπάμε και τιμούμε μια έκφραση όπως η μουσική και αναγνωρίζουμε τη δύναμη που έχει, θα έχει μεγάλη διάρκεια ζωής. Αλλά αν την αντιμετωπίζουμε ως σκουπίδι, απλά θα εξαφανιστεί. Τελικά δεν υπάρχει τρόπος να αποτρέψεις την προσαρμογή, την εξέλιξη και την αλλαγή, την εξαφάνιση, δεν μπορείς να το κάνεις αυτό.

IS: Βλέπετε νέα τραγούδια με δύναμη που να μοιάζει με αυτή των παλιών;

Βεβαίως, η απάντηση είναι ναι, οι «Ισοκράτισσες» κάνουν κάτι που για μένα είναι εξαιρετικά έξυπνο και οργανικό, βάζουν νέο κρασί σε παλιές φιάλες, χρησιμοποιούν τη μορφή του πολυφωνικού τραγουδιού για να δημιουργήσουν νέα τραγούδια, όπως το τραγούδι για τη δολοφονία ή τη βία κατά των γυναικών. Κάποιοι θα μπορούσαν να πουν ότι καταστρέφουν τη μουσική μας, ενώ στην πραγματικότητα διατηρούν τη μουσική μας.

IS: Βέβαια, με αυτόν τον τρόπο έχει εξελιχθεί η μουσική μέσα στους αιώνες, έτσι δεν είναι;

Εννοώ ότι πριν από 300 χρόνια το τραγούδι «Ο Μενούσης» δεν υπήρχε. Και πριν από 200 χρόνια το κλαρίνο ουσιαστικά δεν υπήρχε. Καταστρέψαμε τη μουσική εισάγοντας το κλαρινέτο; Και για άλλη μια φορά υπήρχαν άνθρωποι που πιθανώς εξοργίστηκαν στο χωριό τους όταν ξαφνικά εμφανίστηκε αυτό το κλαρίνο. Οπότε…

IS: Πότε εμφανίστηκε αλήθεια;

Δεν έκανε την εμφάνισή του στην ηπειρωτική Ελλάδα μέχρι τη δεκαετία του 1830, όταν εισήχθη μέσω των τουρκικών εμβατηρίων. Και μετά προφανώς διαδόθηκε και κατέληξε εδώ κι εκεί, παντού. Αλλά το βιολί εμφανίστηκε σχεδόν 200 χρόνια πριν από αυτό, και για παράδειγμα στη νοτιοδυτική Μακεδονία η μέση κομπανία αποτελούνταν από τρία βιολιά και ένα λαούτο, ή ένα ντέφι. Και μόνο με την πάροδο του χρόνου τα ξεπέρασε το κλαρίνο… γιατί είναι πιο δυνατό από το βιολί! Αλλά στην ηχογραφημένη κληρονομιά που έχουμε από την Ήπειρο, στα 78άρια, που είναι το δικό μου μέσο, κατά τα πρώτα δέκα χρόνια οι κυρίαρχες ηχογραφήσεις ήταν βιολί: Αλέξης Ζούμπας, Μήτσος Χαλκιάς κ.λπ.

IS: Μπορεί αυτό το είδος μουσικής να διδαχθεί σε ένα ωδείο για να διατηρηθεί;

Και αυτό είναι ένα δύσκολο ερώτημα. Μπορείς να μάθεις την τεχνική μέχρι να αποκτήσεις τον βαθμό δεξιοτεχνίας ενός κλασικού βιολιστή, αλλά δεν πρόκειται να σε ωφελήσει καθόλου αν δεν μπορείς να καταλάβεις τους χορευτές, ή τους ακροατές. Αν δεν μπορείς να παίξεις χωρίς να καταστραφείς συναισθηματικά ο ίδιος, πρέπει να βάλεις το όργανό σου στην άκρη.

IS: Πού βρίσκεται το σχέδιό σας για ένα αρχείο και ένα δημόσιο πρόγραμμα για την ηπειρωτική μουσική; Πιστεύετε ακόμα σε αυτό;

Το αρχείο μου ήταν και θα συνεχίσει να είναι μια ιδέα μιας ευρύτερης μουσικής αγκαλιάς. Δεν είναι μόνο η μουσική της Ηπείρου, είναι των ευρύτερων νότιων Βαλκανίων, γιατί ένα τέτοιο αρχείο δεν υπάρχει, της μουσικής των νότιων Βαλκανίων στις νωρίτερα καταγραμμένες μορφές της. Είμαι πλήρως και απόλυτα αποφασισμένος να το δημιουργήσω, απλά πρέπει να γίνει με τις κατάλληλες συνθήκες, στον κατάλληλο τόπο, με τον κατάλληλο βαθμό χρηματοδότησης.

IS: Στο βιβλίο σας γράφετε ότι η ηπειρωτική μουσική στα πανηγύρια είναι μουσική που “φτιάχνουν οι άνθρωποι για τον εαυτό τους”. Φαντάζομαι πως αυτό συμβαίνει και σε τοπικές κοινότητες στις ΗΠΑ, με την κάντρι, τη τζαζ, τα μπλουζ, ότι και αυτά είναι είδη μουσικής που εξελίσσονται μαζί με τις κοινότητές τους και που έχουν ισχυρή σύνδεση με το κοινωνικό τους πλαίσιο. Κάνω λάθος;

Κατερίνα, κάποτε όλος ο κόσμος δημιουργούσε τη δική του μουσική. Σε όλες τις εποχές και σε όλα τα μέρη οι άνθρωποι είχαν μουσική, αλλά σε μια παλαιότερη εποχή η μουσική ήταν εξαιρετικά τοπική. Έπρεπε να είναι χειροποίητη, γιατί δεν υπήρχε άλλος τρόπος να την κατασκευάσουμε (γέλια) και την χρειαζόμαστε, χρειαζόμαστε τη μουσική όπως χρειαζόμαστε επίσης το νερό και την τροφή. Και έτσι ναι, στην Αμερική σε μια παλαιότερη εποχή οι άνθρωποι δημιουργούσαν μουσική όχι για εμπορικούς σκοπούς, αλλά για την τροφή της ψυχής, για θεραπεία, για πένθος, για μνήμη, για θρησκευτικούς σκοπούς, αλλά όλα ήταν χειροποίητα.

IS: Δηλαδή αυτό δεν συμβαίνει τώρα πια;

Συμβαίνει, ναι – είμαι πολύ κουρασμένος όταν πρόκειται για την αμερικανική μουσική επειδή την έχω ζήσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου και έχω δει τη σταθερή παρακμή της και όχι την εξαφάνισή της. Υπάρχουν ακόμα απομονωμένες κοινότητες στη νοτιοδυτική Λουιζιάνα που φτιάχνουν τη δική τους μοναδική Kajun μουσική, υπάρχουν εθνοτικοί θύλακες διάσπαρτοι εδώ και εκεί στην Αμερική που εξακολουθούν να φτιάχνουν τη μουσική τους, υπάρχουν συγκροτήματα ακόμα στα σύνορα με το Τέξας που κάνουν μεξικανο-αμερικανική μουσική, αλλά αυτά τα πράγματα είναι… ξέρεις, παραδίδονται στην εμπορευματοποίηση.

IS: Τέλος θέλω να σας ρωτήσω, γιατί επιλέξατε την Κόνιτσα για να ζήσετε;

H Κόνιτσα με επέλεξε (γέλια).

IS: Είμαι ευγνώμων για εσάς, που ασχολείστε με αυτή τη γωνιά του κόσμου και γίνεστε μέρος της.

Σε ευχαριστώ, το εκτιμώ. Αν μου επιτρέπεις να πω ότι, αν δεν υπήρχε η Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση και οι άνθρωποι με όραμα εκεί, όπως η Αφροδίτη Παναγιωτάκου και όλοι οι άνθρωποι με τους οποίους συνεργάστηκα, αν δεν ήταν ο δήμος και ο φίλος μου αντιδήμαρχος Άρης Λαζογιάννης, αν δεν ήταν οι φίλοι μου όπως η Κατερίνα Καφεντζή, τίποτα από όλα αυτά δεν θα είχε γίνει.

Κατερίνα Λομβαρδέα

πηγή: insidestory.gr