Η δημοκρατία δεν είναι της μόδας στους νέους!

Γράφει ο δημοσιογράφος Γιώργος Λυκοκάπης

«Οι άνθρωποι σε όλον τον κόσμο θέλουν ακόμα να πιστεύουν στη δημοκρατία, αλλά από γενιά σε γενιά αυτή η πίστη εξασθενεί καθώς αυξάνονται οι αμφιβολίες για την ικανότητά της να επιφέρει συγκεκριμένες αλλαγές στη ζωή τους», ανέφερε ο πρόεδρος του ιδρύματος Open Society Foundations, Μαρκ Μάλοχ Μπράουν, σχετικά με πρόσφατη έρευνα του που δημοσίευσε ο Guardian. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε σε 30 χώρες και οι απόψεις των νέων ανθρώπων για την δημοκρατία είναι ένα από τα πιο αξιοσημείωτα αποτελέσματα της.

Σύμφωνα με την έρευνα, οι ηλικίες 18-35 ετών υποστήριξαν πως τα αυταρχικά καθεστώτα μπορούν να καλύψουν καλύτερα τις επιθυμίες των πολιτών σε ποσοστό 42%, ενώ οι άνω των 56 σε ποσοστό 20%. Την ίδια στιγμή, αν και στην συντριπτική τους πλειονότητα οι πολίτες δηλώνουν πως προτιμούν να ζουν σε μία δημοκρατία, ένα ποσοστό της τάξης του 20% προτιμά να ζει σε «αυταρχικό κράτος». Οι άνω των 56 ετών εμφανίζονται να υποστηρίζουν την δυτικού τύπου δημοκρατία σε ποσοστό 71% και οι ηλικίες 18-35 την υποστηρίζουν κατά 57%.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό αποτέλεσμα της έρευνας, είναι πως το 58% ανησυχεί ότι οι πολιτικές αναταραχές στις χώρες τους θα οδηγήσουν σε βία. Δεν προκαλεί έκπληξη πως οι πολίτες στη Νότια Αφρική, στην Κένυα (79%), στην Κολομβία (77%) και στη Νιγηρία (75%) ανησυχούν για αυτό το ενδεχόμενο, όμως πραγματικά εντυπωσιάζει πως παρόμοιες ανησυχίες έχουν και τα 2/3 των ερωτηθέντων σε ΗΠΑ και Γαλλία! Το 42% των πολιτών ανησυχεί για την ανασφάλεια, ποσοστό που ξεπερνά το 60% σε λατινοαμερικανικές χώρες. Την ίδια στιγμή, πάνω από τους μισούς ερωτηθέντες (53%) δήλωσαν πως η χώρα τους πάει σε λάθος κατεύθυνση και το 1/3 ανέφεραν ότι οι πολιτικοί δεν ενδιαφέρονται για το συμφέρον του λαού.

Σύμφωνα με το ίδρυμα που πραγματοποίησε την έρευνα «η εμπιστοσύνη στα θεμελιώδη στοιχεία της δημοκρατίας συνυπάρχει με βαθιές αμφιβολίες για την πρακτική και τον αντίκτυπό της στον πραγματικό κόσμο»… Σίγουρα, βρισκόμαστε πολύ μακριά από το “Τέλος της Ιστορίας”, την κατά Φράνσις Φουκουγιάμα κυριαρχία της δυτικού τύπου φιλελεύθερης δημοκρατίας, την θεωρία που μεσουρανούσε για χρόνια μετά την πτώση του κομμουνισμού.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο πως σε μία σειρά από εκλογικές αναμετρήσεις αναδεικνύονται είτε πολιτικά outsider, είτε ηγέτες που θεωρούνταν μέχρι πρότινος γραφικοί, περιθωριακοί ακόμα και ακραίοι (από τον Μπολσονάρου στην Βραζιλία μέχρι τον Μιλέι στην Αργεντινή) ενώ παρατηρείται μία όλο και μεγαλύτερη συρρίκνωση των παραδοσιακών πολιτικών οικογενειών, των Κεντροδεξιών-Φιλελεύθερων και των Κεντροαριστερών-Σοσιαλδημοκρατικών (χωρίς φυσικά να λείπουν και οι επιμέρους εξαιρέσεις).

Γιατί αμφισβητείται η δημοκρατία;

Τί εξηγεί, λοιπόν, την αμφισβήτηση της δημοκρατίας; Ένα λόγος έχει να κάνει με την περιβόητη παγκοσμιοποίηση, καθώς το άνοιγμα των συνόρων και το ελεύθερο εμπόριο δεν ικανοποίησε τις προσδοκίες για οικονομική άνοδο (τουλάχιστον στο σύνολο του πληθυσμού) αλλά συνδέθηκε με την αύξηση των οικονομικών ανισοτήτων και την συμπίεση του κόστους εργασίας.

Στις προκλήσεις που επέφερε η παγκοσμιοποίηση ήρθε να προστεθεί ένα “κοκτέιλ” αλυσιδωτών κρίσεων: Από την οικονομική κρίση της περιόδου 2008-2009 που επέτεινε τις ανισότητες, την μεταναστευτική που ακολούθησε τον πόλεμο στην Συρία, την πανδημική όπου επιβλήθηκαν πρωτοφανή περιοριστικά μέτρα που δεν είχαν παρθεί ούτε σε καιρούς πολέμου και τέλος την ενεργειακή- πληθωριστική κρίση που ακολούθησε την ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και τις κυρώσεις που επιβλήθηκαν κατά της ρωσικής οικονομίας (με συνέπεια να μετατραπεί ακόμα και η κραταιά Γερμανία, στον “μεγάλο ασθενή” της ΕΕ).

Οι νεότερες ηλικίες που εμφανίζονται να αμφισβητούν την δημοκρατία σε μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι η γενιά των πατεράδων και των παππούδων της, δεν έχουν εμπειρίες από την “χρυσή εποχή” του κράτους πρόνοιας και του προστατευτισμού, αλλά μπήκαν στα “βαθιά” μιας υπερ-ανταγωνιστικής εποχής που αντιμετωπίζει απανωτές κρίσεις και μία σειρά νέων προκλήσεων, από την κλιματική αλλαγή, μέχρι την επέλαση της τεχνητής νοημοσύνης. Στα καθ’ ημάς, η πρόσφατη έρευνα της “Καθημερινής” έδειξε πως η ηλικιακή ομάδα των 17-44 κρίνει με πολύ μεγαλύτερη αυστηρότητα την Μεταπολίτευση, από ό,τι οι γενιές των πατεράδων και των παππούδων τους.

Ταυτόχρονα, η άνοδος των κοινωνικών δικτύων επέφερε και την υποβάθμιση των παραδοσιακών-συστημικών Μέσων Ενημέρωσης. Όμως, αν και τα κοινωνικά δίκτυα επέφεραν μία πραγματική επανάσταση στην ενημέρωση και την πληροφορία, ταυτόχρονα είναι έκθετα σε fake news και παραπληροφόρηση, που δεν γίνεται πάντα αντιληπτή από το κοινό. Όλοι σίγουρα έχουμε στον περίγυρο μας ανθρώπους που σε μία συζήτηση θα αναφέρουν “είδα την συγκεκριμένη είδηση στο Facebook ή στο TikTok”, χωρίς να ελέγχουν την ορθότητα-ακρίβεια αυτών που διάβασαν.

Αναμφισβήτητα, η επιδημία των πλαστών ειδήσεων υπονομεύει διαρκώς τους δημοκρατικούς θεσμούς. Από την άλλη, υπάρχει διευρυμένη έλλειψη εμπιστοσύνης στα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης, που εκλαμβάνονται ως μέρος του ευρύτερου συστήματος εξουσίας, φυσικά όχι πάντα αδικαιολόγητα. Ταυτόχρονα, το κοινό που ενημερώνεται από τα social media ανήκει πρωτίστως σε νέους ανθρώπους που έχουν από την μια εξοικείωση με την τεχνολογία και από την άλλη δεν έχουν τις ιστορικές μνήμες των παλαιότερων γενεών, συχνά δεν τους λένε απολύτως τίποτα οι παραδοσιακές πολιτικές-κομματικές ταυτίσεις-διαιρέσεις.

Οι πολιτικές συνέπειες της παγκοσμιοποίησης

Όμως, η παγκοσμιοποίηση δεν είχε μόνο τεκτονικές οικονομικές-κοινωνικές συνέπειες, αλλά και πολιτικές, καθώς λείανε τις διαφορές των παραδοσιακών κομμάτων, με συνέπεια κοινωνικά στρώματα, είτε από την όλο και πιο συρρικνωμένη (στην Δύση) εργατική τάξη, είτε από “πιεζόμενα” μεσαία στρώματα, να αισθάνονται πως δεν αντιπροσωπεύονται από τα παραδοσιακά κόμματα. Για παράδειγμα, μετά την πτώση του Υπαρκτού Σοσιαλισμού και τον θρίαμβο του οικονομικού φιλελευθερισμού, η σοσιαλδημοκρατία άρχισε να απομακρύνεται από τις ιδεολογικές της ρίζες, υιοθετώντας μέτρα λιτότητας, που αποδομούσαν το κοινωνικό κράτος που η ίδια είχε δημιουργήσει. Οι περιπτώσεις των Νέων Εργατικών του Τόνι Μπλερ και του Γερμανού σοσιαλδημοκράτη Γκέρχαρντ Σρέντερ είναι εμβληματικές.

Την ίδια στιγμή στης ΗΠΑ ένας κροίσος, ο Ντόναλντ Τραμπ, έφτασε να γίνει η “φωνή” των “ξεχασμένων Αμερικανών”, αμφισβητώντας την παγκοσμιοποίηση στο “γήπεδο” της, την ίδια Μητρόπολη του ελεύθερου καπιταλισμού, με την κομμουνιστική Κίνα να εμφανίζεται ως θιασώτης του ελεύθερου εμπορίου και πολέμια του προστατευτισμού! Η άμβλυνση των παραδοσιακών διαχωριστικών γραμμών (Δεξιά-Αριστερά κτλ) έχει ως συνέπεια και την άνοδο α-πολιτικών συμπεριφορών, όπως την αποχή από τις εκλογές, την γενική παραίτηση από την πολιτική (υπό την γενίκευση “όλοι ίδιοι είναι”), ή την ψήφο διαμαρτυρίας.

Μία έτερη πολιτική συνέπεια της παγκοσμιοποίησης είναι ότι η Κεντροαριστερά και η Σοσιαλδημοκρατία, ένεκα της προσχώρησης της στον οικονομικό φιλελευθερισμό, έγινε περισσότερο “δημοκρατική: Έγινε σημαιοφόρος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των δικαιωμάτων των μεταναστών, των ομοφυλόφιλων κ.α. Την ίδια στιγμή, διαμορφώνεται μία νέα διαιρετική τομή παγκοσμίως που έχει ως επίκεντρο και τα ταυτοτικά ζητήματα (σύνορα, φύλο κτλ) με ευρεία κοινωνικά στρώματα να δυσφορούν στην άτυπη συναίνεση των κυρίαρχων πολιτικών κομμάτων σε αυτά (ακόμα και της Αριστεράς, για να θυμηθούμε το ελληνικό παράδειγμα).

Μάλιστα, ακούγεται ειρωνικό πως δεν ήταν τελικώς η οικονομική κρίση που μετέβαλε δραματικά τους πολιτικούς συσχετισμούς στην ΕΕ, όπως ισχυρίζονταν ο αντιμνημονιακός ΣΥΡΙΖΑ, αλλά το μεταναστευτικό, όπου ο μνημονιακός-κυβερνητικός ΣΥΡΙΖΑ είχε μετατραπεί στον κυριότερο ευρωπαίο υποστηρικτή της πολιτικής “ανοιχτών θυρών” της Μέρκελ, πολιτική που πλέον αποστρέφεται ακόμα και το κόμμα της. Την ίδια στιγμή, το πολυπολιτισμικό μοντέλο που υποστήριζε σταθερά η Σοσιαλδημοκρατία έχει μετατραπεί σε παράδειγμα προς αποφυγή, ακόμα και για τις χώρες-πρότυπο πολυπολιτισμού, όπως την Σουηδία, λόγω της εκρηκτικής ανόδου της εγκληματικότητας από την ανεξέλεγκτη μετανάστευση.

Νέα Δεξιά και δημοκρατία

Οι έννοιες του έθνους, της ταυτότητας και των συνόρων επανέρχονται με ορμή στο προσκήνιο και τις αξιοποιούν πολιτικά-εκλογικά η Νέα Δεξιά, με την Κεντροδεξιά να τρέχει από πίσω, αλλά και μέρος της Αριστεράς να ακολουθεί, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το κόμμα της Σάρας Βάγκενκνεχτ στην Γερμανία που προήλθε από την διάσπαση του Die Linke και προκρίνει τον έλεγχο της μετανάστευσης, στον αντίποδα των παραδοσιακών θέσεων της Αριστεράς. Κόμμα που μάλιστα γνωρίζει δημοσκοπική άνοδο.

Πάντως, ασχέτως της άποψης που έχουν οι πολίτες για την δημοκρατία στις σχετικές έρευνες, τα κόμματα της Νέας Δεξιάς δεν αμφισβητούν ανοιχτά την δημοκρατία και τον κοινοβουλευτισμό, αν και αυτό δεν αρκεί για εφησυχασμό πόσο μάλλον όταν έχουμε δει να υπονομεύεται το κράτος δικαίου ακόμα και κατ’ όνομα φιλελεύθερες κυβερνήσεις. Περισσότερο αμφισβητούν την ανεπιτυχή διακυβέρνηση των χωρών τους από τα κατεστημένα κόμματα και την άτυπη-διακομματική συναίνεση σε ταυτοτικά ζητήματα, για αυτό αποκτούν όλο και μεγαλύτερη απήχηση παγκοσμίως.

Print Friendly, PDF & Email