Η Δικαιοσύνη πρέπει να είναι τυφλή, όχι να στραβοκοιτάει

Κανένα πολιτικό σύστημα δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς την εύρυθμη λειτουργία της Δικαιοσύνης. Αυτό ισχύει πολύ περισσότερο μάλλον όταν πρόκειται για μια δημοκρατία, στη φύση της οποίας είναι η ελεύθερη και διαρκής αντιπαράθεση συμφερόντων κοινωνικών ομάδων και προσώπων, φυσικός διαιτητής των οποίων είναι η Δικαιοσύνη.

Είναι εύκολο να διαπιστώσουμε ότι ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες αποτυχίας της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας, δηλαδή του πολιτικού συστήματος της Μεταπολιτεύσεως, είναι η αποτυχία του δικαστικού της συστήματος.

Αποτυχία τεχνική, αφού η “αρνησιδικία” έχει καταστεί καθεστώς, με αστικές υποθέσεις να χρονίζουν έως και πέραν της δεκαετίας και με ποινικές υποθέσεις να παραγράφονται ή να “παραγράφονται”, αφήνοντας ατιμώρητα σοβαρά εγκλήματα.
Αποτυχία ουσιαστική, αφού αμφισβητείται η εγκυρότητα των δικαστικών αποφάσεων, αλλά και η αμεροληψία των δικαστών.
Με τις αιτίες και πτυχές της “τεχνικής” αποτυχίας του δικαστικού μας συστήματος θα ασχοληθώ σε επόμενο άρθρο. Σήμερα, λόγω των θεμάτων που ανέδειξε η δικαστική διαχείριση της υποθέσεως των Τεμπών, θα σχολιάσω μόνον την ουσιαστική αποτυχία.

Ουσιαστική αποτυχία του δικαστικού συστήματος

Άραγε, γιατί αμφισβητείται η εγκυρότητα πολλών δικαστικών αποφάσεων; Γιατί η κοινή γνώμη είναι πεπεισμένη ότι η Δικαιοσύνη ελέγχεται από παραδικαστικά κυκλώματα, μικρά και μεγάλα, προσωπικά ή οργανωμένα; Η απάντηση στο 2ο ερώτημα είναι εύκολη: Όλοι θυμόμαστε την υπόθεση του παραδικαστικού κυκλώματος το 2005, αλλά και την θυμηδία που προκάλεσε το αποτέλεσμα της σχετικής ερεύνης, που κατέληξε στην ενοχοποίηση τριών γραφικών δικαστών, οι οποίοι ήταν απλώς ο αποδιοπομπαίος τράγος που χρησιμοποιήθηκε για την εκτόνωση της λαϊκής οργής. Αντιθέτως, τα πραγματικά παραδικαστικά κυκλώματα –μικρά και μεγάλα– παρέμειναν ανέγγιχτα, κατά κοινή ομολογία του νομικού κόσμου.

Η απάντηση στο 1ο ερώτημα μπορεί να αναχθεί στο 2ο, αλλά πιστεύω ότι το πρόβλημα είναι γενικότερο. Πολλές δικαστικές αποφάσεις πάσχουν λόγω ανεπάρκειας των δικαστών και όχι λόγω παρεμβάσεως του όποιου κυκλώματος. Ανεπάρκεια που οφείλεται τόσο σε υποκειμενικούς όσο και αντικειμενικούς παράγοντες. Οι υποκειμενικοί παράγοντες σχετίζονται με την ικανότητα του δικαστή να διαμορφώσει ολοκληρωμένη και αντικειμενική δικανική κρίση

Αμφισβητώ την ικανότητα νεαρών δικαστών – με ελάχιστη δικηγορική εμπειρία και μόνον προσόν την επιτυχία τους στις εξετάσεις της Σχολής Δικαστών – να διαμορφώνουν ορθή δικανική κρίση. Οι αντικειμενικοί παράγοντες σχετίζονται με την ειδική φύση πολλών υποθέσεων, κυρίως αστικού χαρακτήρος, την οποία ευλόγως δεν μπορούν να γνωρίζουν οι δικαστές. Γι’ αυτό απαιτείται όχι απλώς η εξέταση εμπειρογνωμόνων, αλλά ενίοτε και η σύμπραξή των ως εκτάκτων δικαστών ή/και η συγκρότηση ειδικών δικαστηρίων, όπως είναι π.χ. τα ναυτικά δικαστήρια, τα αθλητικά δικαστήρια κλπ.

Όμως, το μεγάλο πραγματικό πρόβλημα παραμένει η αμεροληψία και η ανεξαρτησία των δικαστών. Αυτή, όπως έγραψα, πλήττεται από την ύπαρξη παραδικαστικών κυκλωμάτων, μικρών και μεγάλων, προσωπικών και οργανωμένων. Το έδαφος επί του οποίου φυτρώνουν και αναπτύσσονται τα κυκλώματα αυτά δεν είναι άλλο παρά η ιεραρχική δομή της Δικαιοσύνης και η δημοσιοϋπαλληλική φύση του δικαστικού λειτουργήματος, αλλά και των εισαγγελέων. Κάθε ανώτερος δικαστής, ακόμη και ένας συνταξιούχος αρεοπαγίτης, μπορεί να “εκβιάσει” μια ευνοϊκή απόφαση υπέρ κάποιου φίλου του –ή ό,τι άλλο– απλώς εκμεταλλευόμενος την ιεραρχική του σχέση με τον δικαστή που έχει την υπόθεση ή/και με τον προϊστάμενό του.

Το αντάλλαγμα είναι προφανές: μια ευνοϊκή μετάθεση ή/και η ταχεία υπηρεσιακή εξέλιξη. Και οι δικαστές άνθρωποι είναι και ενδίδουν στον πειρασμό: Οι κατώτεροι για να έχουν την εύνοια των ανωτέρων και οι ανώτεροι για να εξυπηρετήσουν φίλους τους ή/και για να αποσπάσουν άλλα ανταλλάγματα από ισχυρούς πάτρωνες. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο είναι προφανές ότι και οι επιθυμίες της πολιτικής ηγεσίας θα εξυπηρετηθούν στον μέγιστο δυνατό βαθμό.

Αλλαγή του δικαστικού υποδείγματος

Βεβαίως, υπάρχουν και έντιμοι δικαστές, πιστεύω είναι η πλειοψηφία. Όμως, μια μειοψηφία ελαστικής συνειδήσεως αρκεί για να καταστήσει το σύστημα διάτρητο, τα όποια συμφέροντα ξέρουν πάντα πως να “βρουν” τον κατάλληλο δικαστή. Άλλωστε, η εντιμότητα δεν εξασφαλίζει και την ικανότητα. Ο έντιμος δικαστής δεν είναι πάντα καλός δικαστής αν, όπως προανέφερα, δεν είναι ικανός να διαμορφώσει ολοκληρωμένη και αντικειμενική δικανική κρίση.

Η λύση στο πρόβλημα είναι η πλήρης αλλαγή του δικαστικού μας υποδείγματος. Η ιεραρχική δομή της Δικαιοσύνης πρέπει να καταργηθεί ενώ οι δικαστές πρέπει να μην είναι μόνιμοι, τουλάχιστον σε επίπεδο πρωτοδίκη. Η πρότασή μου είναι απλή:

• Ως πρωτοδίκες διορίζονται μόνον μάχιμοι δικηγόροι αποδεδειγμένης δικαστικής εμπειρίας τουλάχιστον 10 ετών. Το πως επιλέγονται και από ποιον μπορούμε να το βρούμε. Οπωσδήποτε από ανεξάρτητο όργανο/σώμα.
• Η θητεία του πρωτοδίκη πρέπει να είναι 5ετής, μετά το πέρας της οποίας να επανακρίνεται εάν επιθυμεί την ανανέωσή της.
• Εφέτης διορίζεται μόνον όποιος έχει ήδη ολοκληρώσει μια θητεία ως πρωτοδίκης, για 5ετή θητεία, μετά την οποία μπορεί, εάν επανεπιλεγεί, να διορισθεί ισοβίως. Ελάχιστο όριο ηλικίας διορισμού τα 50 έτη.
• Ως μέλη του Αρείου Πάγου διορίζονται μόνον διατελέσαντες εφέτες, αλλά και καθηγητές των Νομικών Σχολών, παραιτούμενοι της καθηγητικής τους έδρας.

Το σύστημα αυτό εξασφαλίζει πλήρως την ανεξαρτησία των δικαστών, αλλά και την ελάχιστη εμπειρία τους. Επίσης, δεν έχει νόημα η μετάθεσή τους αφού εκλέγονται για συγκεκριμένη θητεία σε συγκεκριμένη θέση.

Τί επιπλέον πρέπει να γίνει

Πλέον των ανωτέρω, πιστεύω ότι πρέπει να ελαχιστοποιηθούν τα πολυμελή δικαστήρια. Όλες οι ποινικές δίκες πρέπει να διεξάγονται από έναν Δικαστή και από σώμα ενόρκων, το οποίο θα αποφασίζει επί της ενοχής ενώ ο Δικαστής θα διασφαλίζει την ορθή διεξαγωγή της δίκης – όπως συμβαίνει στα αμερικανικά δικαστήρια – και θα αποφασίζει μόνον επί της ποινής. Το σύστημα αυτό μπορεί να εφαρμοσθεί και σε πολλές αστικές δίκες, τουλάχιστον σε όσες δεν απαιτούν ειδική γνώση του αντικειμένου.

Επίσης, πρέπει να καθιερωθεί ασυμβίβαστο των δικαστών με οποιαδήποτε άλλη δημόσια θέση και κάθε είδους συμμετοχή τους σε επιτροπές μη δικαστικού χαρακτήρα, για τουλάχιστον πέντε έτη μετά την λήξη της θητείας τους. Έτσι, θα αποκοπεί πλήρως η Δικαιοσύνη από την διαπλοκή με την εκτελεστική εξουσία. Τέλος, ας μην ξεχνάμε την ισταμένη Δικαιοσύνη:

• Οι προϊστάμενοι των εισαγγελιών πρέπει να πάψουν να είναι κρατικοί υπάλληλοι, αλλά να εκλέγονται, μεταξύ υποψηφίων που έχουν ασκήσει δικηγορία τουλάχιστον 15 έτη και με ελάχιστο όριο ηλικίας τα 40 έτη. Η εκλογή των εισαγγελέων θα τους καταστήσει αληθινούς Δημόσιους Κατήγορους και όχι εργαλείο της εκτελεστικής εξουσίας και του κράτους, όπως –δυστυχώς– συμβαίνει σήμερα σε πολλές περιπτώσεις.
• Η θητεία των εισαγγελέων πρέπει να είναι έως 7ετής χωρίς δικαίωμα ανανεώσεως.
• Η στελέχωση των εισαγγελιών με βοηθούς-εισαγγελείς θα γίνεται με ευθύνη των προϊσταμένων και βάσει του προϋπολογισμού που θα έχει κάθε εισαγγελική αρχή.

Κλείνω εδώ το σημερινό, πρώτο, άρθρο. Στο επόμενο θα αναφερθώ στα “τεχνικά”, αλλά ουδόλως ασήμαντα ζητήματα απονομής της Δικαιοσύνης. Είμαι βέβαιος ότι οι προτάσεις μου θα βρουν πολλούς αντίθετους, ίσως τους περισσότερους. Αναμφιβόλως, δεν έχω το αλάθητο ούτε μιλώ ως νομικός, η άποψή μου είναι πολιτική. Θεώρησα ότι άξιζε να αναλάβω τον κίνδυνο, ακόμη και αν εκτεθώ, γιατί η ορθή απονομή της Δικαιοσύνης είναι η πεμπτουσία της Δημοκρατίας, άρα πρέπει να μας απασχολεί όλους όσους θέλουμε να είμαστε ενεργοί πολίτες! Ασφαλώς, το ζήτημα ξεπερνάει την αντίληψη και τις δυνατότητες ενός ανθρώπου, όμως ελπίζω να προκαλέσω ένα γόνιμο και αποτελεσματικό διάλογο με την συμμετοχή όλων των ειδικών.

Ιπποκράτης Χατζηαγγελίδης

πηγή: slpress.gr

Print Friendly, PDF & Email