Ι. Χατζηθεοδοσίου: «Η ρύθμιση οφειλών «ξέχασε» την πανδημία»
Μία, έστω μικρή, ανακούφιση σε χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις και επαγγελματίες αναμένεται να δώσει η δυνατότητα ρύθμισης οφειλών για τα χρέη προς το Δημόσιο σε 36, 72 και 120 δόσεις που ανακοίνωσε πρόσφατα η κυβέρνηση.
Με την κίνησή της αυτή δείχνει να κατανοεί, έστω και υπό την… πίεση των επικείμενων εκλογών, ότι τα χρέη που συσσώρευσε τον τελευταίο χρόνο η πλειονότητα των επιχειρήσεων λόγω της ενεργειακής κρίσης και της ακρίβειας θα γίνονταν πολύ σύντομα «θηλιά» για το σύνολο της ελληνικής οικονομίας και αγοράς.
Κι αποτελεί έμμεση παραδοχή, από πλευράς της κυβέρνησης, της προβληματικής κατάστασης και αδυναμίας στην οποία βρίσκονται πλέον οι περισσότερες μικρομεσαίες επιχειρήσεις να ανταποκριθούν ακόμα και στις πιο βασικές υποχρεώσεις τους.
Πρόκειται για μία συνθήκη που το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών έχει επισημάνει εδώ και πάρα πολύ καιρό ζητώντας σε κάθε ευκαιρία και με κάθε μέσο που έχει διαθέσιμο την προστασία των επαγγελματιών και των επιχειρήσεων από την επίθεση ακρίβειας και την κάθετη αύξηση του κόστους χρήματος που βιώνουν εδώ και σχεδόν ενάμιση χρόνο.
Σίγουρα η δυνατότητα που δίνεται σε χιλιάδες μικρομεσαίους να ρυθμίσουν τα χρέη τους είναι προς τη σωστή κατεύθυνση αλλά υπάρχουν κομβικά σημεία σε ότι αφορά την εξειδίκευση των μέτρων στα οποία η κυβέρνηση, κατά την άποψη μας, έδειξε ατολμία.
Όπως στο γεγονός ότι έθεσε αρκετά «σφικτά» κριτήρια σχετικά με την αναβίωση της ρύθμισης των 120 δόσεων κάτι που σημαίνει ότι θα υπάρξουν πολλές περιπτώσεις οφειλετών που δεν θα μπορέσουν να καταβάλουν τελικά τις απαιτούμενες δόσεις.
Αλλά και στη νέα ρύθμιση των 36 έως 72 δόσεων δεν συμπεριλαμβάνεται το δύσκολο διάστημα της πανδημίας. Δηλαδή όσοι είχαν δημιουργήσει χρέη εκείνη την περίοδο θα πρέπει να τα έχουν ρυθμίσει για να υπαχθούν σε αυτήν. Αυτό σε συνδυασμό με την έντονα ανοδική πορεία των επιτοκίων, αναμένεται να δημιουργήσει ακόμα μεγαλύτερες δυσκολίες σε χιλιάδες επιχειρήσεις που θα θελήσουν να μπουν στη νέα ρύθμιση.
Θα μπορούσαμε να πούμε δηλαδή ότι ενώ η κυβέρνηση κινήθηκε σωστά σε ότι αφορά τη γενικότερη στρατηγική των ρυθμίσεων, περιόρισε τελικά την διαφαινόμενη δυναμική τους με την εξειδίκευση των μέτρων.
Αυτό σε ένα βαθμό απογοήτευσε μεγάλο κομμάτι της εγχώριας αγοράς στην οποία είχαν καλλιεργηθεί υψηλότερες προσδοκίες. Είναι σίγουρο ότι μία ρύθμιση που θα περιελάμβανε όσο το δυνατόν περισσότερους στις 120 δόσεις και για το σύνολο των οφειλών θα είχε ακόμα μεγαλύτερη συνεισφορά στον αγώνα των επιχειρήσεων για επιβίωση.
Πάντως στην κατεύθυνση της προστασίας του εισοδήματος των ασθενέστερων νοικοκυριών θεωρούμε ότι η έκτακτη ενίσχυση των συνταξιούχων που δεν έλαβαν αύξηση εξαιτίας της προσωπικής διαφοράς συγκαταλέγεται στις θετικές κινήσεις της κυβέρνησης.
Μην ξεχνάμε ότι η εγχώρια κατανάλωση εμφανίζεται πολύ πιεσμένη τους τελευταίους μήνες, ιδιαίτερα μετά τις γιορτές και κάθε προσπάθεια τόνωσης των εισοδημάτων είναι καλοδεχούμενη. Όμως, πρέπει να υπάρξουν αντίστοιχες πρωτοβουλίες για όλες τις κατηγορίες πολιτών και όχι μόνο των συνταξιούχων.
Η μεγάλη πλειονότητα των εργαζομένων έχει εδώ και πολλά χρόνια μισθούς που είναι καθηλωμένοι στα κατώτερα ευρωπαϊκά επίπεδα, αντιμετωπίζοντας μάλιστα τον υψηλότερο πληθωρισμό στην Ε.Ε. στο 10% που «ροκανίζει» καθημερινά την αγοραστική του δύναμη.
Υπάρχει, λοιπόν, απόλυτη και άμεση ανάγκη προστασίας του συνόλου της ελληνικής κοινωνίας από τις ακραίες ανατιμήσεις σε βασικά είδη επιβίωσης όπως είναι τα καύσιμα, η θέρμανση, η διατροφή, η ένδυση και η στέγαση.
Κι επειδή κάθε προηγμένη δημοκρατία οφείλει να θέτει ως πρώτη προτεραιότητα την προστασία των ασθενέστερων και την διατήρηση της κοινωνικής συνοχής πρέπει να υπάρξει άμεσα ειδική μέριμνα από την κυβέρνηση στο μείζον θέμα των πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας.
Την καλούμε λοιπόν να προχωρήσει σε «πάγωμά» τους και ταυτόχρονα να ξεκινήσει τη διαδικασία εξεύρεσης λύσης. Είναι ανεπίτρεπτο να δούμε σπίτια ανθρώπων που βρίσκονται σε δύσκολη θέση να βγαίνουν «στο σφυρί» για να εξασφαλίσουν κέρδη κάποια funds.








